136 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
19.10.2017
Ορφέας | Main Feed
Τάσος Π. Καραντής

Το Θανάση Μωραΐτη τον πρωτόμαθα, ως τραγουδιστή του Θεοδωράκη, σε μια σειρά έργων του, αλλά είχα την τύχη και την τιμή να τον γνωρίσω και προσωπικά – εδώ και μια 20ετία – λόγω της κοινής μας αρβανίτικης καταγωγής και της ενασχόλησής μας(πιο ενεργά και δημιουργικά αυτός, πιο δημοσιογραφικά εγώ) με την λαϊκή μας παράδοση. Έχουμε, μάλιστα, συνεργαστεί, στο παρελθόν, εγώ συνδράμοντας, μ’ ένα κείμενό μου το βιβλίο - cd του «Ανθολογία Αρβανίτικων τραγουδιών της Ελλάδας»(2002) κι αυτός τραγουδώντας, πριν χρόνια, ζωντανά το – ανέκδοτο – τραγούδι του στιχουργού Νίκου Μάθεση «Τα μπουζούκια»(χασάπικο – σε μουσική Μάρκου Δραγούμη), στην παρουσίαση του – εξαντλημένου πια - βιβλίου μου για το Νίκο τον Τρελάκια «Νίκος Μάθεσης – ο θρυλικός Τρελάκιας του ρεμπέτικου» (1999).
Όσα θα διαβάσετε στη συνέντευξη που ακολουθεί αποτελούν θέματα που τα συζητούσαμε χρόνια κατ’ ιδίαν, είτε τηλεφωνικά, είτε σε επισκέψεις μου στο σπίτι του στην Πλάκα. Πάντα, όμως, έψαχνα μια ευκαιρία οι “σκόρπιες” αυτές κουβέντες μας, να μπουν σε μια σειρά και να πάρουν τη μορφή μιας συνέντευξης. Την καλή αυτή αφορμή την έδωσε, πρόσφατα, η έκδοση του νέου του cd με νανουρίσματα «Νάνι γέλιο μου και φως μου, άσπρο γιασεμί του κόσμου»(LYRA / 2009) κι έτσι ξανακουβεντιάσαμε, αυτή τη φορά, εφ’ όλης της ύλης, για τις ανάγκες πλέον της συνέντευξης. Ο Θανάσης Μωραΐτης έχει μια σχέση με τη μουσική “ όπως η χελώνα με το καβούκι της”, αλλά, αυτό που, κυριολεκτικά, θαυμάζω σ’ αυτόν, είναι το ότι πορεύεται στο μουσικό μας τοπίο - όπως ακριβώς το θέτει ο ίδιος – σαν κι αυτόν που τον “παίρνει” το φιλί!

Διαβάζω στο βιογραφικό σου, από τη μια σπουδές πολιτικών επιστημών στο Πάντειο Πανεπιστήμιο κι από την άλλη, ταυτόχρονα, μαθήματα φωνητικής κι ορθοφωνίας. Αμφιταλαντευόσουν, για το ποιο δρόμο θα ακολουθήσεις; Τι, τελικά, έγειρε την πλάστιγγα, οριστικά, προς τη μουσική;
Θ.Μ.: «Δε θυμούμαι να πέρασα τέτοια δοκιμασία. Εκ των υστέρων βλέπω ότι η σχέση μου με τη μουσική ήταν και είναι όπως της χελώνας με το καβούκι της. Οπότε, μάλλον αυτό μου αναλογούσε. Ποιος θνητός ξέρει γιατί τούτο ή το άλλο; Ποιος από εμάς αποφασίζει να ερωτευτεί ένα συγκεκριμένο πρόσωπο και αυτό ερωτεύεται; Έρχεται από ’κεί που δεν το περιμένουμε και μας παίρνει και μας σηκώνει. O Μέγας σκηνοθέτης – ποιος τον ξέρει; – κρατά την πλάστιγγα, αποφασίζει για το ρόλο του καθενός και όλοι μας απλώς ακολουθούμε τις εντολές του για να γίνει η μοναδική “παράσταση” που παίζεται αιώνες. Εις ανταπόδοση μας δίνει το δικαίωμα να “μυρίσουμε” και ‘μείς.

Σπύρος Περιστέρης, Θανάσης Μωραίτης στο στασίδι της Μητρόπολης Αθηνών, 1989Μαθήτευσες, σπουδάζοντας βυζαντινή μουσική, δίπλα στον Καθηγητή και Πρωτοψάλτη της Μητρόπολης Αθηνών, αείμνηστο, Σπύρο Περιστέρη κι έψαλες δίπλα του (ως μέλος της χορωδίας του) για μια δεκαετία (1983-1993). Ήσουν και «παιδί της εκκλησίας» ή προσέγγισες τη βυζαντινή μουσική, καθαρά για τη διεύρυνση της μουσικής παιδείας σου;
Θ.Μ.: Μέχρι τώρα δεν έχω νοιώσει “παιδί κάποιου”, πλην της μητέρας μου και της μουσικής. Ούτε ήμουν, ούτε διαφαίνεται ότι θα γίνω “παιδί της εκκλησίας”. Μπορώ να αγαπήσω τη βυζαντινή μουσική και να την ψέλνω χωρίς να πιστεύω στο Θεό, όπως μπορώ να αγαπήσω ένα ερωτικό τραγούδι χωρίς να είμαι ερωτευμένος. Όσοι γνωρίζουν τον παρανομαστή της βυζαντινής μουσικής, είτε την συνδέουν με την λατρευτική τελετουργία που συντελείται στις εκκλησίες είτε όχι, ξέρουν καλά ότι είναι και αυτή μία από τις μοναδικές και πλήρεις αρμονίας μουσικές του σύμπαντος.
Δεν ξέρω γιατί ήθελα να μάθω και τη βυζαντινή μουσική. Ξέρω όμως ότι την αγάπησα εξ’ αιτίας της γοητείας που άσκησε πάνω μου ο αγαπημένος μας δάσκαλος. Εξ αιτίας του “τρόπου” που μου δίδασκε τα μυστικά της, κάθε Σάββατο απόγευμα στο σπίτι του επί 5 ώρες για 4 χρόνια, χωρίς την παραμικρή αμοιβή. Μόνο και μόνο επειδή “μύρισε” την κόκκινη επιθυμία μου να μάθω. Την πονάω τη βυζαντινή μουσική. Αυτός είναι και ο λόγος που συνέχεια γκρινιάζω γιατί δεν αφήνουν οι της εκκλησίας να μπει φρέσκος αέρας στο δωμάτιό της. Τίποτα καινούργιο δεν έχει γραφτεί στη βυζαντινή μουσική από την εποχή του Κουκουζέλη (1270-1340 περ.), ή, αν έχει γραφτεί, δεν επετράπη να ενταχθεί στο σώμα της.

Αντίθετα, είσαι αυτοδίδακτος στην ευρωπαϊκή μουσική. Γιατί;
Θ.Μ.: Με πείραζε και εξακολουθεί να με πειράζει το γεγονός ότι τους περισσότερους ιδιοκτήτες ωδείων ούτε το πάθος του μαθητή για τη μουσική τούς ενδιαφέρει, ούτε η αδιαφορία του. Κεφάλια μετράνε. Και στο τέλος των μαθημάτων επιτροπή ειδικών τούς “στήνει” στον τοίχο για να βαθμολογήσει το ταλέντο τους και να τους δώσει πτυχίο από πάπυρο να το κορνιζώσουν. Και μετά, τους περισσότερους από τους πτυχιούχους με “άριστα παμψηφεί και διάκριση” ή δεν τους καταδέχεται η μουσική ή κάνουν τα ίδια και αυτοί σε άλλους μαθητές. Και μόνο που το λέω, μου ακούγεται σαν σύγχρονη μορφή βασανιστηρίου μελλοντικών μουσικών.
Από πρόβα στο σπίτι του Δημήτρη Λέκκα για την 1η συναυλία με αρβανίτικα τραγούδια. Μιχάλης Κλαπάκης, Δημήτρης Λέκκας, Θανάσης Μωραίτης και Χρίστος Τσιαμούλης, 1988Κανένα “χαρτί” δεν πιστοποιεί τη γνώση, προ πάντων τη
“μουσικότητα” (φανταστείτε να σας λέει κάποιος: είμαι ερωτευμένος, να, έχω “χαρτί”). Ποτέ δεν μου άρεσαν οι μουσικοί (με “χαρτί” ή όχι) που, με άριστα το 10, είναι μονίμως στο 5. Αντιθέτως, με γοητεύουν εκείνοι που 9 φορές στις 10 είναι στο μηδέν και 1 φορά χτυπάνε κόκκινο.
Όσοι και όσες ζητάνε τη γνώμη μου, σε ποιο ωδείο να πάνε για να μάθουν μουσική, “κόβω” το πάθος τους – οι ίδιοι δεν το ξέρουν (να ένα καλό δείγμα ταλαντούχου καλλιτέχνη) – και αν το διακρίνω τους απαντώ: μόνος σου, γιατί, έτσι κι αλλιώς, κανένας δάσκαλος, όσο γοητευτικός κι αν είναι, δεν μπορεί να σου διδάξει “φωτιά” και “ντουέντε” αν δεν τα περιέχεις. Αυτό βέβαια δε σημαίνει ότι όποιος ταλαντούχος σπούδασε σε ωδείο έχασε το ταλέντο του. Ένας ταλαντούχος και μόνος του να μάθει πάλι ταλαντούχος θα είναι. Δεν είναι λιγότερο ταλαντούχοι π.χ. ο Μάρκος Βαμβακάρης και ο Mussorgsky επειδή δεν σπούδασαν σε ωδείο.

Έχεις κυκλοφορήσει δυο δίσκους με αρβανίτικα τραγούδια («Αρβανίτικα τραγούδια» - 1988 & «Τριαντάφυλλο του βράχου» - 1999), καθώς κι ένα βιβλίο – cd («Ανθολογία αρβανίτικων τραγουδιών της Ελλάδας» - 2002) κι είναι, βέβαια, γνωστή η αρβανίτικη καταγωγή σου, από το αρβανιτοχώρι Βάγια της Θήβας. Είχες, πάντα, από μικρός, μια ζωντανή σχέση με την μουσική παράδοσή σου και την αρβανίτικη γλώσσα ή την απόκτησες αργότερα, όταν πια μπήκες στον κόσμο της μουσικής; Τι σε οδήγησε σ’ αυτήν τη σειρά εκδόσεων;
Θ.Μ.: Με τη γλώσσα είχα πιο ζωντανή σχέση γιατί σπάνια μιλούσαν ελληνικά οι δικοί μου μέσα στο σπίτι. Τα τραγούδια δεν τα θυμάμαι, δεν έχω ήχο συγκεκριμένο αλλά θαμπό κι απόμακρο. Ίσως επειδή ήταν “δικό μου” δεν έδινα σημασία – πάντα δεν επιθυμούμε να κατακτήσουμε “τα των άλλων”; Όταν με αποδέχτηκε η οικογένεια των μουσικών, αποκαλύφθηκε η τοιχογραφία των μουσικών μου αναμνήσεων.
Η πρώτη ηχογράφηση με αρβανίτικα τραγούδια για λογαριασμό του Κρατικού ραδιοφώνου(εκπομπή Φεβρωνίας Ρεβύνθη) το 1984 στο Σχολείο Παραδοσιακής Μουσικής του Αριστείδη Μόσχου. Από αριστερά: Ηλίας Τσιάκας(κλαρίνο), Θανάσης Μωραίτης και Αριστείδης ΚόλλιαςΌσο για το τι ακολούθησε μετά, καθοριστική συμβολή είχε ο ιστορικός και ερευνητής της αρβανίτικης μουσικής παράδοσης Αριστείδης Κόλλιας. Μετά την πρώτη συναυλία - συνεργασία μας (στο θέατρο “Ορφέας” το 1985) που σχεδόν αποκλειστικά οφείλεται σ’ αυτόν, άρχισα να ερευνώ τα αρβανίτικα τραγούδια σ’ όλη την Ελλάδα. Αργότερα μαζί με τους Μάρκο Δραγούμη και Λεωνίδα Εμπειρίκο και για λογαριασμό του Μουσικού Λαογραφικού Αρχείου Μέλπως Μερλιέ σχεδόν ολοκληρώθηκε – όσο μπορεί να το πει κανείς αυτό – η έρευνα για τα συγκεκριμένα τραγούδια. Ανυπολόγιστης αξίας η συμβολή του συνθέτη Δημήτρη Λέκκα, αγαπητού μας φίλου και συνεργάτη σε όλες τις εργασίες γύρω από τα αρβανίτικα τραγούδια.
Τώρα που νοιώθω ότι έχω τελειώσει με αυτό το κεφάλαιο και έχω πάει αλλού – σειρά των νεότερων μουσικών για πιο ουσιαστική έρευνα – μπορώ να μιλήσω για τους λόγους που με οδήγησαν σ’ αυτή τη σειρά εκδόσεων και για το ενδιαφέρον που παρουσίασε, τουλάχιστον σε μένα, η εθνομουσικολογική έρευνα των αρβανίτικων τραγουδιών :
α) Η καταγραφή των αρβανίτικων τραγουδιών από αυθεντικούς τραγουδιστές μάς έδωσε τα πρωτότυπα και αποκομμένα – βίαια ή νομοτελειακά – μέλη του σώματος του ελληνικού πολιτισμού. Μελετώντας τα πρωτότυπα αυτά ηχητικά ντοκουμέντα μπορέσαμε να δώσουμε απαντήσεις όσον αφορά στις πολύπλοκες και λεπτεπίλεπτες τροπικές δομές των δημοτικών τραγουδιών που διαφέρουν από τις δυτικοευρωπαϊκές.
β) Τα ακατέργαστα αυτά τραγούδια μας βοήθησαν και θα βοηθήσουν τους μελλοντικούς μουσικούς στη συγκριτική μελέτη με όλα τα υπόλοιπα του κάθε χώρου και η παράδοση του ελληνικού πολιτισμού θα περάσει μέσα από μια συνειδητή διαδικασία επανεκτίμησης και ενσωμάτωσης που θα είναι προσαρμοσμένη στις σύγχρονες συνθήκες, καθώς οποιαδήποτε απώλεια είναι θρηνητέα (σας παραπέμπω στα αποκομμένα μέλη των γλυπτών του Παρθενώνα που η δημιουργία του Μουσείου της Ακρόπολης “φώτισε” την απώλειά τους). Η συνειδητή γνώση από αυτά τα ντοκουμέντα – οι συγκεκριμένες εκδόσεις πιστεύω ότι θα τη βοηθήσουν – θα ταξινομήσει τα παραδοσιακά ερεθίσματα καθώς και τη μεθοδολογία του τί είναι αξιοδιατήρητο και τί δεν είναι.
γ) Θα μας δώσει τη δυνατότητα να ενώσουμε τη φωνή μας με τη φωνή του γέροντα τραγουδιστή από τη Μακεδονία στην πιο ωραία μελωδική φράση που έχω ώς τώρα ακούσει: “Η μουσική νε χουργιό έχ’ νε νοικοκύρ’ “.

Ποια είναι η θέση των αρβανίτικων τραγουδιών μέσα στο δημοτικό μας τραγούδι; Η μόνη διαφορά με τα υπόλοιπα δημοτικά τραγούδια είναι μόνο στη γλώσσα;
Θ.Μ.: Τα αρβανίτικα τραγούδια είναι ένα από τα κεφάλαια του τόμου “Δημοτικά τραγούδια της Ελλάδας”. Όσον αφορά στις διαφορές:
α) Κατ’ αρχήν η γλώσσα και ό,τι συνεπάγεται απ’ αυτήν : η εκφορά του λόγου, η μελωδική δομή των φράσεων και ο ιδιαίτερος τονισμός. Η διαφορετική γλώσσα στοιχειοθετεί διαφορετικό ρεπερτόριο, δίνει υπόσταση σε διαφορετική εθνομουσικολογική ταξινομία.
β) Η μετρική ανάλυση των στίχων των τραγουδιών έχει δείξει ότι τα ελληνόγλωσσα χρησιμοποιούν ως επί το πλείστον, τον 15σύλλαβο (ιαμβικό ή τροχαϊκό), τον οποίο “απεχθάνονται” τα αρβανίτικα (μόνον ένα αρβανίτικο τραγούδι σε 15σύλλαβο έχει φέρει στο φως η έως τώρα έρευνα, το “Ου γιαμ νιë βλάχë ε μπούκουρ”, κι αυτό μας κάνει να πιστεύουμε ότι το συγκεκριμένο τραγούδι δεν είναι αρβανίτικο). Αντίθετα στα τελευταία κυριαρχεί ο 8σύλλαβος τροχαϊκός (και σε μερικές περιπτώσεις ο ιαμβικός) σε πλήρη μορφή ή ελλειπτικός (7σύλλαβος) ή με προανάκρουσμα, κυρίως το “μόι” (9σύλλαβος), τον οποίο ελάχιστα χρησιμοποιούν τα ελληνόγλωσσα. Μπορεί να ειπωθεί ότι οι Αρβανίτες προσθέτουν ή αφαιρούν συλλαβές, αδιαφορώντας για το ενιαίο της δομής του στίχου.
γ) Ο μοναδικός ιδιαίτερος χορός των Αρβανιτών της νότιας Ελλάδας που δεν υπάρχει στα ελληνόγλωσσα είναι το καγκέλι 2/4 (μόνο του ή πάντα στο τέλος άλλων χορών, κυρίως του 7σημου καλαματιανού ή συρτού).
δ) Ο αρβανίτικος καλαματιανός (7/8) με την υποδιαίρεση του α΄ επίτριτου (βραχύ-μακρό-μακρό-μακρό) κυριαρχεί στα αρβανίτικα σε αντίθεση με τα ελληνόγλωσσα που ακολουθούν την κλασική υποδιαίρεση (μακρό-βραχύ-μακρό-μακρό).
Στη Σαλαμίνα υπάρχει η, σπάνια σε ελληνόγλωσσα τραγούδια, ρυθμική υποδιαίρεση των 7/8 σε χορό “Τράτας” 2.2.3.
[Ας σημειωθεί ότι ο 7σημος ρυθμός, εκτός από τα δημοτικά τραγούδια της Ελλάδας, κυριαρχεί και σ’ αυτά των αραβικών λαών, λαών του Αφγανιστάν και των Ινδιών με τις ίδιες ρυθμικές μορφές. Ο ρυθμός αυτός έχει την προέλευσή του στις αρχαίες ελληνικές ρυθμικές και μετρικές μορφές.].

Από το 1992 συνεργάζεσαι με τον Μάρκο Δραγούμη στο Μουσικό Λαογραφικό Αρχείο Μέλπως Μερλιέ του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών. Θα ήθελα να μας παρουσιάσεις, συνοπτικά, το έργο που γίνεται εκεί.
Με τη Δόμνα Σαμίου στη 2η συναυλία με αρβανίτικα τραγούδια στο Θέατρο Παλλάς, Αθήνα 1998Θ.Μ.: Ένας συνάδελφός σου και σκηνοθέτης (ο Αντώνης Μποσκοΐτης) έχει αποκαλέσει το Μουσικό Λαογραφικό Αρχείο Μέλπως Μερλιέ (ΜΛΑ) “Το Υπουργείο Πολιτισμού της παραδοσιακής μουσικής”.
Η αθόρυβη και μακροχρόνια εργασία του ΜΛΑ ξεκινάει το 1930, χρονιά δημιουργίας του από την Μέλπω Μερλιέ και τους επιφανείς συνεργάτες της, ερευνητές και μουσικούς (ανάμεσά τους ο Ελβετός μουσικολόγος Samuel Baud-Bovy, ο Νίκος Σκαλκώτας, ο Πέτρος Πετρίδης, ο Γιώργος Πονηρίδης, ο Nικόλαος Xρυσοχοΐδης, η Aγλαΐα Aγιουτάντη, η Δέσποινα Mαζαράκη κ.ά.). Ηχογραφήθηκαν τότε σε 222 δίσκους 78 στροφών περίπου 600 δημοτικά τραγούδια απ’ όλη σχεδόν την Ελλάδα (και τα τότε υπό ιταλική κατοχή Δωδεκάνησα), αρκετά βυζαντινά μέλη, ο Βενιζέλος να τραγουδά ριζίτικα, ο Παλαμάς ν’ απαγγέλλει ποιήματά του, καθώς και δείγματα από διάφορες τοπικές διαλέκτους, όπως την ποντιακή, την αρβανίτικη, την βλάχικη και την τσακώνικη.
Την ίδια, αθόρυβη και ουσιαστική εργασία συνέχισε και συνεχίζει ο Μάρκος Δραγούμης από το 1960 που ανέλαβε τα ηνία του ΜΛΑ (από το 1992 κι εγώ μαζί του). Από το 1975 έως σήμερα έχουν πραγματοποιηθεί πάνω από 70 αποστολές σε διάφορα μέρη της Ελλάδας, όπου ηχογραφήθηκαν πολλά τραγούδια, με άγνωστους στο ευρύ κοινό τραγουδιστές και μουσικούς του κάθε τόπου, με σκοπό αφ’ ενός τη μελέτη της μουσικής – γλωσσολογικής -λαογραφικής ιδιαιτερότητας της συγκεκριμένης περιοχής και αφ’ ετέρου την έρευνα σε σχέση με την επίδραση που υφίστανται ή ασκούν στις μουσικές των άλλων περιοχών, τόσο της Ελλάδας όσο και των γειτονικών λαών.
Υπάρχει στο ΜΛΑ πλούσια συλλογή εμπορικών δίσκων δημοτικής και βυζαντινής μουσικής, καθώς και ρεμπέτικων τραγουδιών. Επίσης δίσκοι με παραδοσιακές μουσικές απ’ όλο τον κόσμο.
Εκείνο που μας έκαιγε και εξακολουθεί να μας καίει είναι η επιθυμία μας να δουν το φως του ήλιου τα αριστουργήματα της λαϊκής τέχνης που ασφυκτιούσαν στα συρτάρια, με δύο παράλληλες και ταυτόχρονα ταυτόσημες μορφές. Η πρώτη, να εκδώσουμε σε CD όλες τις ηχογραφήσεις από το 1930 έως σήμερα, με τους αυθεντικούς εκτελεστές, και η δεύτερη, να δραστηριοποιήσουμε μέσω των αυθεντικών εκτελεστών μεγάλο αριθμό σύγχρονων μουσικών και τραγουδιστών οι οποίοι θα “ξαναδιαβάσουν” και θα μας “ξαναπούν” τις μουσικές μιας παλαιότερης εποχής, μη αγνοώντας τα σύγχρονα εκφραστικά μέσα της εποχής τους. Αυτό έγινε σε μεγάλο βαθμό με τις έως τώρα εκδόσεις μας (περίπου 20 CD και 15 βιβλία) και συνεχίζουμε.

Η πρώτη παρουσίαση του Διόνυσου στο Θέατρο Ορφέας, Αθήνα, 1984Στα μέσα της δεκαετίας του ’80 συνεργάστηκες με τον Μίκη Θεοδωράκη σε σειρά δίσκων («Διόνυσος» - 1985, «Τα πρόσωπα του ήλιου» - 1986, «Μνήμη της πέτρας» - 1987). Πως μπήκε στη ζωή σου ο Μίκης εντάσσοντας κι εσένα στους «Θεοδωρακικούς τραγουδιστές»;
Θ.Μ.: Το 1984, ο κύριος Θεοδωράκης είχε ετοιμάσει έναν κύκλο τραγουδιών σε στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου και ήταν σχεδόν έτοιμοι να προχωρήσουν στην ηχογράφηση και έκδοσή τους με τραγουδιστή τον Γιώργο Νταλάρα. Τότε έγινε η γνωστή και σύντομη διένεξη των συνθετών και τραγουδιστών, θύμωσε με τον Νταλάρα ο Θεοδωράκης, έψαξε για καινούργιες φωνές, ήταν παιδικοί φίλοι με την δασκάλα μου Πόπη Πετριόλη - Φωτοπούλου, με άκουσε, μάλλον του άρεσε η φωνή μου και ξεκίνησε η συνεργασία μας. Πολύ σύντομα αντικατέστησε τους στίχους του Παπαδόπουλου με δικούς του κι έτσι έγινε ο “Διόνυσος” (η πρώτη παραγωγή του “Σείριου” του κυρίου Χατζιδάκι).
Ο κύριος Θεοδωράκης μπήκε στη ζωή μου με τον ίδιο τρόπο που μπήκα κι εγώ στη δική του (σε όλο το διάστημα των 5 χρόνων που κράτησε η συνεργασία μας): furioso – con fuoco.
Δεν κατατάσσω τον εαυτό μου στους “Θεοδωρακικούς τραγουδιστές”. Δεν μπορώ να ενταχτώ, ούτε να με εντάξουν, εξάλλου ο ίδιος ο κύριος Θεοδωράκης με έλεγε “αρβανίτικο κεφάλι”, που είμαι δηλαδή. Γνωρίζω, όμως, σχεδόν όλες του τις συνθέσεις, έχω μελετήσει αμέτρητες ώρες ό,τι παρτιτούρα του έχει πέσει στα χέρια μου (από τραγούδια έως συμφωνικές μουσικές), θαυμάζω τη μουσική του υπόσταση γιατί, αυτό πρωτίστως με ενδιαφέρει ως μουσικό, τον θεωρώ έναν από τους σημαντικότερους συνθέτες παγκοσμίως, δεν ανέχομαι να τον βρίζουν και παίρνω το μέρος του, ακόμα κι αν συμφωνώ με τους υβριστές του. Δεν νομίζω ότι γνωρίζουν οι Έλληνες τη μουσική του κυρίου Θεοδωράκη, δεν έχουν υπόνοια του βαθμού της μουσικής ευαισθησίας του. Τα παιδιά που γεννιούνται τώρα θα είναι οι πραγματικοί ακροατές του μεγαλείου της μουσικής του.

Το 2003 κυκλοφόρησε ο δίσκος «GISELA MAY & THANASSIS MORAITIS SING MIKIS THEODORAKIS», με τραγούδια που είχατε ηχογραφήσει το 1988 στην τότε Ανατολική Γερμανία. Ποια είναι η ιστορία αυτών των ανέκδοτων, μέχρι πρότινος στην Ελλάδα, ηχογραφήσεων – ντοκουμέντο;
Μίκης Θοδωράκης, Gisela May Θανάσης Μωραίτης στο στούντιο κατά τη διάρκεια ηχογράφησης στο Ανατολικό Βερολίνο, 1988Θ.Μ.: Τον Αύγουστο του 1985 η Gisela May έκανε συναυλία στην Καισαριανή. Ο δήμος Καισαριανής, που οργάνωσε τη συναυλία, με κάλεσε και πήγα να δω και ν’ ακούσω από κοντά το “μύθο” του Berliner Ensemble. Λίγους μήνες πριν είχε κυκλοφορήσει ο “Διόνυσος”. Οι οργανωτές της συναυλίας τής χάρισαν το δίσκο και την επόμενη μέρα συναντηθήκαμε. “Θέλω να τραγουδήσουμε μαζί” μου είπε κι έφυγε για το Βερολίνο. Πήγαν και ήλθαν πολλά γράμματα το επόμενο διάστημα με τις σκέψεις μας για το ποια τραγούδια θα περιλάμβανε ο δίσκος. Επέμενα να πει και κείνη τραγούδια τού κ. Θεοδωράκη, μιας και για μένα ήταν δεδομένο αφού τότε ήμουν από τους βασικούς του συνεργάτες. Γνώριζε πολλά τραγούδια του και θαύμαζε ιδιαίτερα την Μαρία Φαραντούρη. Δίσταζε όμως επειδή, όπως μου είπε, η φωνή της Φαραντούρη είχε “σφραγίσει” τα συγκεκριμένα τραγούδια. Έκαμψα τους δισταγμούς της και προχωρήσαμε στην επιλογή των τραγουδιών. Σ’ αυτό ακριβώς το σημείο μίλησα στον κ. Θεοδωράκη για το σχέδιό μας και ’κείνος συμφώνησε. Πολλοί (πολιτικά κόμματα) και πολλά έγιναν (ίντριγκες κ.ά.) για να μην γίνει αυτή η συνεργασία μου με την Gisela May. Χάρη στην άκαμπτη στάση της May απέναντι σ’ αυτές τις ανοησίες, τον Φεβρουάριο του 1988 έγινε η ηχογράφηση σε στούντιο του Ανατολικού Βερολίνου και εκδόθηκε ο δίσκος. Την εποχή της ηχογράφησης η Gisela May έπαιζε στο Berliner Ensemble, για μία ακόμη φορά, το έργο του Brecht Mutter courage und die ihre kinder. Φυσικά είδαμε την παράσταση, τί παράσταση!
Ακολούθησε το γκρέμισμα του τείχους στο Βερολίνου. Μαζί του γκρεμίστηκαν πολλά, ανάμεσά τους και η δισκογραφική εταιρία που είχε αναλάβει την παραγωγή. Χάθηκαν όλα, χάθηκε και η πρωτότυπη μπομπίνα με την ηχογράφηση. Ο Γρηγόρης Ψαριανός είναι η αιτία της έκδοσης αυτού του δίσκου σε CD από την δισκογραφική εταιρία Protasis. Έδωσε την ευκαιρία στο ελληνικό κοινό ν’ ακούσει την μοναδική αυτή τραγουδίστρια - ηθοποιό.

Μάνος Χατζιδάκις, Θανάσης Μωραίτης στα καμαρίνια του Ορφέα λίγο πριν παρουσιασθεί ο Διόνυσος, Αθήνα 1985 Έχεις κάνει κι ένα μεγάλο δισκογραφικό αφιέρωμα - με δυο δίσκους («Μέσα απ’ των άστρων τα κλαδιά» - 2001 & «Φεγγάρια μου παλιά, καινούργια μου πουλιά» - 2002) – στο Μάνο Χατζιδάκι. Ποια ήταν η ανθρώπινη – καλλιτεχνική σχέση σας, αλλά και ποια είναι η θέση του στη δική σου μουσική μυθολογία;
Θ.Μ.: Όταν ζήτησα την άδεια από τον Γιώργο Θεοφανόπουλο - Χατζιδάκι να κάνουμε με τον συνθέτη Δημήτρη Λέκκα (ο οποίος έκανε την μουσική επεξεργασία) αυτά τα 2 CD μου την έδωσε αμέσως λέγοντάς μου “Δεν χρειάζεται να πάρεις άδεια από μένα, στην είχε δώσει ο ίδιος ο Χατζιδάκις”.
Κατά την διάρκεια των κοινών συναυλιών Θεοδωράκη – Χατζιδάκι που έγιναν το 1984 σε Ελλάδα και Κύπρο, ο κύριος Χατζιδάκις μου εξέφρασε την επιθυμία του να ξανατραγουδήσω το δίσκο “Για την Ελένη” που είχε κάνει με τραγουδιστή τον Στέλιο Μαρκετάκη (σε στίχους του Μιχάλη Μπουρμπούλη), και μετά καινούργια τραγούδια του (σε στίχους του Νίκου Γκάτσου). Τίποτα από τα σχέδιά του δεν έγινε, μάλλον έτσι έπρεπε να γίνει.
Μου είχε μιλήσει αρκετές φορές για τη σχέση που πρέπει να έχει ο μουσικός με τη μουσική και πάντα κατέληγε με την φράση από ποίημα του Καβάφη: “μην την εξευτελίσεις”.
Κι εκείνου γνωρίζω καλά και έχω μελετήσει σχεδόν όλες τις συνθέσεις του. Με συναρπάζουν οι απρόσμενοι και ταυτόχρονα “ανεπαισθήτως” ερχόμενοι μετατονισμοί στα τραγούδια του, και η εμμονή του στην αυστηρή διατήρηση του tempo.
Στο στούντιο κατά τη διάρκεια ηχογράφησης του Διόνυσου. Μίκης θεοδωράκης, Μάνος Χατζιδάκις, Θανάσης Μωραίτης και Δημήτρης Ράνιος, 1985 Σε γιορτή για τα 60χρονα του Μίκη Θεοδωράκη. Δίπλα του ο Θανάσης Μωραίτης και ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, Αθήνα 1985

Μια και αναφερθήκαμε προηγούμενα στο Θεοδωράκη και στο Χατζιδάκι, θα ήθελα να μου πεις ποιοι είναι οι αγαπημένοι σου συνθέτες και ποιοι παλιότεροι ερμηνευτές, νιώθεις πως σε έχουν – αν σε έχουν – επηρεάσει ερμηνευτικά.
Θ.Μ.: Όλοι οι πραγματικοί καλλιτέχνες είναι η οικογένειά μου. Όλοι είναι αγαπημένοι μόνο και μόνο επειδή είναι μουσικοί. Απ’ όλους έχω “μυρίσει”. Όταν πρωτογνώρισα τον Γρηγόρη Μπιθικώτση του έκανα την ίδια ερώτηση “Κήπος η ελληνική μουσική, ρε, κήπος. Και τα τριαντάφυλλα και τα αγκάθια κάνουν όμορφο τον κήπο. Το ’πιασες;”.

Το εξώφυλλο του δίσκου όπως κυκλοφόρησε στο Ανατολικό Βερολίνο το 1988Εσύ, ως ερμηνευτής, έχεις τραγουδήσει, δισκογραφικά, έντεχνα (Θεοδωράκη, Χατζιδάκι), δημοτικά, λαϊκά τραγούδια του Δημήτρη Ατραΐδη και, βέβαια, είσαι και ψάλτης. Δίνεις ο ίδιος στον εαυτό σου κάποια ερμηνευτική ταυτότητα ή νομίζεις ότι ο καλός τραγουδιστής πρέπει να μπορεί να τραγουδάει ικανοποιητικά κάθε είδος τραγουδιού;
Θ.Μ.: Ούτε ταυτότητα, ούτε “πρέπει”. Το “πρέπει” δεν παίζει στην τέχνη (παραπέμπω σε απόσπασμα από ποίημα του Ελύτη: “πιάσε το πρέπει από το ι και γδάρε το ίσαμε το πι”). Υπήρξαν φορές που νόμιζα ότι “το έχω” ένα τραγούδι και εκ των υστέρων ένοιωσα ότι ήμουν “έξω”. Άλλες φορές συμβαίνει το αντίθετο. Ένας ασφαλής τρόπος για να είσαι κάπως κοντά στο ποθούμενο είναι να μάθεις να “διαβάζεις” τη φωνή του σώματός σου, τη φωνή αυτουνού που σε κατοικεί. Να μην “ποζάρεις”, να μην είναι θορυβώδες το “εγώ”. Να πορεύεσαι όπως αναγκαζόμαστε να πορευόμαστε όταν μας “παίρνει” το φιλί.
Κανείς μας δεν μπορεί να φανταστεί τον Καζαντζίδη να τραγουδά τα Latin που τραγούδησε ο Νταλάρας. Αν ήμουν όμως κοντά του και ζητούσε τη γνώμη μου, θα του έλεγα αμέσως: κάν’ το. Καλά κάνουν λοιπόν όλοι οι τραγουδιστές που δοκιμάζουν και κάτι άλλο, έξω από αυτό που θεωρούν οι ακροατές ότι “τους ταιριάζει”. Στο κάτω - κάτω δεν επέρχεται η καταστροφή των τραγουδιών από οποιαδήποτε κακή ή επιφανειακή εκτέλεση. Αν ένα τραγούδι είναι έγκλειστο λουλούδι, αλλά προορισμένο να δει τον ήλιο, θα βρει τρόπο να σπάσει το μπετόν.

Στα γραφεία της δικσογραφικής εταιρείας στο Ανατολικό Βερολίνο για την υπογραφή των συμβολαίων. Μίκης Θεοδωράκης, Gisela May, Θανάσης Μωραίτης κ.ά.Πρόσφατα κυκλοφόρησαν σε cd, με τον τίτλο «Νάνι, γέλιο μου και φως μου, άσπρο γιασεμί του κόσμου» (LYRA/2009), τα νανουρίσματά σου που είχαν πρωτοεκδοθεί σε βιβλίο/λεύκωμα–cd το 2005 («Νάνι τ’ άνθι των ανθώ»). Είναι η πρώτη δουλειά σου, όπου, μας παρουσιάζεσαι ως συνθέτης και στιχουργός με κάτι πολύ ιδιαίτερο και πρωτότυπο. Πως γεννήθηκε μέσα σου η ιδέα να παρουσιάσεις σύγχρονα νανουρίσματα;
Θ.Μ.: Υπάρχουν στιγμές που, καθώς φροντίζω τα λουλούδια στο μπαλκόνι του σπιτιού μου και τα χέρια μου είναι γεμάτα χώμα, “φωνές” μού φωνάζουν: στο πιάνο. Αντιδρώ γιατί άλλο είχα προγραμματίσει να κάνω. Τελικά, μην μπορώντας ν’ αντισταθώ στις “φωνές” δια της λογικής, πάω στο πιάνο και η μία νότα ακολουθεί την άλλη στο χαρτί με ευκολία. Άλλες φορές, πάλι, λέω: “γνωρίζω να γράφω μουσική στο πεντάγραμμο, θα κάτσω να γράψω μία συμφωνία ή ένα τραγούδι”. Κάθομαι στο πιάνο και δεν “σταυρώνω” νότα. Ποια η συμβολή μου και στις δύο περιπτώσεις;
Δεν έχω ιδέα πώς γεννήθηκε η ιδέα των νανουρισμάτων. Αυτό προφανώς απαιτούσε η στιγμή και θα δούμε αν η ιστορία “καταδεχτεί να το σημειώσει”. Την αφορμή ξέρω μόνον, και εκείνο που, εκ των υστέρων, μπορώ να διακρίνω είναι η φιλοδοξία της συγκεκριμένης έκδοσης να δοθεί κίνητρο στις σύγχρονες μητέρες – μέσω της ματιάς των συντελεστών (τραγουδιστών και μουσικών) που ζουν και εργάζονται κάτω από τις ίδιες κοινωνικές συνθήκες – ώστε να διαιωνιστεί το “χάδι-νανούρισμα” στα νεογέννητα.

Τα νανουρίσματά σου τα ερμηνεύουν, τέσσερις γυναικείες φωνές, η Νένα Βενετσάνου, η Σόνια Θεοδωρίδου, η Λυδία Κονιόρδου κι η αείμνηστη Μαρία Δημητριάδη. Τι σε οδήγησε στην επιλογή των συγκεκριμένων φωνών;
Θ.Μ.: Η ερμηνευτική δεινότητά τους που απαιτούσαν αυτά τα απλά τραγουδάκια, το ότι πίνουμε νερό απ’ την ίδια πηγή, και η ξεχωριστή προσωπική σχέση που είχα και με τις τέσσερις και εξακολουθώ να έχω με τις τρεις, μιας και οι Θεοί άλλα αποφάσισαν για την Μαρία.

Εκτός από τα νανουρίσματα, που εξέδωσες, υπάρχουν κι άλλες συνθετικές πλευρές σου (έργα συμφωνικής μουσικής, ορχηστρικά, κοντσέρτο για κιθάρα, καθώς και τραγούδια), ανέκδοτες ακόμη. Θα ήθελα να μείνουμε στα τραγούδια και να σε ρωτήσω το εξής. Ζούμε στην εποχή της άνθισης των τραγουδοποιών, αρκετοί από τους οποίους, ενώ δεν έχουν φωνή, επιμένουν να λένε οι ίδιοι τα τραγούδια τους. Εσύ, όχι απλά διαθέτεις φωνή, αλλά έχεις και πολύ καλή φωνή. Γιατί δεν βγάζεις προς τα έξω το υλικό σου, ερμηνεύοντάς το ο ίδιος και παρουσιάζοντάς το ζωντανά;
Θ.Μ.: Εδώ κολλάει γάντι η Κρητική μαντινάδα: “Μην τον θωρείς απ’ αγαπώ με τα δικά σου μάτια / θώριε τον με τα μάτια μου για να γενείς κομμάτια”. Μ’ αρέσει να τραγουδάνε τις συνθέσεις μου άλλοι τραγουδιστές, να θερίζουν τα στάχυα του σώματός μου, γιατί πάντα η χαρά –όπως και ο έρωτας – προϋποθέτει τον “άλλον”. Τα λαϊκά τραγούδια ή τις μπαλάντες που έχω γράψει, φυσικά θα μπορούσα να τις τραγουδήσω εγώ. Δεν μπορώ όμως να τα υποστηρίξω δουλεύοντας σε ανάλογους χώρους που απαιτούν τα συγκεκριμένα τραγούδια. Δεν το έχω κάνει αυτό – εκτός από ελάχιστες ιδιαίτερες περιπτώσεις – ούτε και ως τραγουδιστής γιατί ήθελα, και εξακολουθώ να θέλω, τα βράδια μου να είναι ελεύθερα για να βλέπω θεατρικές παραστάσεις – όποτε το ένστικτό μου με ειδοποιεί ότι κάτι σημαντικό συμβαίνει στην τάδε ή δείνα παράσταση. Είμαι λάτρης του θεατρικού λόγου, των ηθοποιών και γενικά του θεάτρου. Μακάρι να αξιωθώ να γράψω μουσικές για θεατρικά έργα που μ’ αρέσουν πολύ και μ’ έχουν βοηθήσει να σκέφτομαι.

Θανάσης Μωραίτης, Νίκος Γράψας, Δημήτρης Λέκκας, λίγο πριν τη 2η συναυλία με αρβανίτικα τραγούδια στο Θέατρο Παλλάς, Αθήνα 1998Ενώ σε γνωρίσαμε ως ένα τραγουδιστή ρεπερτορίου, σιγά-σιγά αποτραβήχτηκες κι αφοσιώθηκες στο σημαντικό έργο που επιτελείς στο Μουσικό Λαογραφικό Αρχείο. Ήταν μια συνειδητή επιλογή σου;
Θ.Μ.: Στην αρχή φαινόταν ως λύση ανάγκης και βιοπορισμού. Τώρα μπορώ να πω ότι ο καλός Θεός της Μουσικής είχε τους λόγους του που με οδήγησε στο ΜΛΑ, δίπλα στον Μάρκο Δραγούμη.

Θα επιμείνω, ρωτώντας σε, γιατί, τουλάχιστον, δεν πραγματοποιείς – ως ερμηνευτής – ζωντανές εμφανίσεις, παρουσιάζοντας το ρεπερτόριό σου, τα δικά σου τραγούδια κι ό,τι άλλο υλικό επιθυμείς; Σήμερα, πλέον, υπάρχουν οι μουσικές σκηνές κι άλλοι όμορφοι πολυχώροι που το επιτρέπουν. Νομίζω πως, έτσι, μ’ αυτόν τον τρόπο, θα δοθεί η ευκαιρία να γνωρίσει τον ερμηνευτή Θανάση Μωραΐτη ένα νεότερο ακροατήριο.
Θ.Μ.: Όλοι οι υπόλοιποι τραγουδιστές το κάνουν αυτό πολύ καλύτερα απ’ ό,τι θα το έκανα εγώ. Οπότε …

Το σύγχρονο ελληνικό μουσικό τοπίο πως το βλέπεις; Έχεις ξεχωρίσει κάποια νέα ονόματα δημιουργών και ερμηνευτών που να σου αρέσουν;
Θ.Μ.: Εδώ και 20 χρόνια φαίνεται να μην ευνοείται ο “Συνθέτης”. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την έλλειψη “προσωπικότητας” των μουσικών έργων - συνθέσεων από τη μια (όλα σχεδόν είναι όλων), και την “απελευθέρωση” ικανότατων μουσικών που γράφουν τραγούδια χωρίς ενοχές και κόμπλεξ από την άλλη. Κατά τα άλλα, πάντα υπήρχαν και πάντα θα εξακολουθήσουν να υπάρχουν ξεχωριστοί καλλιτέχνες.

Συναυλία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο από το συγκρότημα των φοιτητών της. Τραγουδούν ο Θανάσης Μωραίτης, η Λίνα Νικολακοπούλου και ομάδα με επικεφαλής τον Σταμάτη Κραουνάκη που ήταν και ο αρχηγός του συγκροτήματος. Πίσω από τον Μωραίτη ο Δημήτρης Λέκκας. Αριστερά από τον Λέκκα ο Δημήτρης Γούζιος(βιολοντσέλο) και δεξιά του η Πόπη Πατσούκη(σοπράνο)Μετά τα νανουρίσματα, τι άλλο να περιμένουμε να βγει προς τα έξω;
Θ.Μ.: Ένα CD με δύο ανέκδοτα έργα μου. Το πρώτο, Πέντε εικόνες για τη θλίψη των ξανθών κοριτσιών και της Ελένης (σε ποιήματα του Κώστα Καρυωτάκη / για σοπράνο, ορχήστρα εγχόρδων και πνευστών) με σολίστ την Σόνια Θεοδωρίδου (σοπράνο) και τον Βαγγέλη Χριστόπουλο (όμποε), ηχογραφήθηκε πριν λίγες μέρες με την ΚΑΜΕΡΑΤΑ –Ορχήστρα των Φίλων της Μουσικής και Διευθυντή ορχήστρας τον Αλέξανδρο Μυράτ [συνέπραξαν και οι μουσικοί: Χριστίνα Παντελίδου (αγγλικό κόρνο) & Μαρία Μπιλντέα (άρπα), Αντώνης Λαγός (γαλλικό κόρνο)]. Σύντομα θα ηχογραφηθεί (πάλι με την ΚΑΜΕΡΑΤΑ) και το δεύτερο έργο Κοντσέρτο του Άμστερνταμ (κοντσέρτο για κιθάρα και ορχήστρα εγχόρδων) με σολίστ τον Δημήτρη Κοτρωνάκη στην κιθάρα.
Έχει δρομολογηθεί η ηχογράφηση και έκδοση ενός καινούργιου μουσικού θρησκευτικού έργου μου, μία Θεία Λειτουργία με τίτλο Missa Graeca [για μεικτή και παιδική χορωδία, κουαρτέτο σολιστών, 2 σολίστ (Ιερέας-μπάσος και Διάκονος-βαρύτονος) και αφηγητή]. Το έργο, διάρκειας 1.45΄ ωρών, βασίζεται στο “τυπικό” της Χριστιανικής Θείας Λειτουργίας, όπως δηλαδή συντελείται στις εκκλησίες της Ελλάδας, της Ρωσίας και βαλκανικών χωρών. Μελοποιήθηκαν κείμενα του Ιωάννη Χρυσοστόμου, καθώς και αποσπάσματα από ψαλμούς του Δαυίδ.

 

* Ο φωτογραφίες προέρχονται από το προσωπικό αρχείο του Θανάση Μωραΐτη.

Επισκεφτείτε το site του Θανάση  Μωραΐτη στη διεύθυνση

www.thanassismoraitis.gr

 

Οι απόψεις και οι σκέψεις των συνεργατών του Ορφέα δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τη γνώμη του περιοδικού.
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΥ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΥ ΣΕ ΑΛΛΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Κάθε μου λέξη μια σταγόνα αίμα.
Μίλτος Σαχτούρης

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

19/10/1969 Ο Μίκης Θεοδωράκης μεταφέρεται από τη χούντα στο στρατόπεδο Ωρωπού
19/10/1993 Έφυγε από τη ζωή χτυπημένος από την επάρατη νόσο ο τραγουδιστής Διονύσης Θεοδόσης
20/10/1854 Γεννήθηκε ο Γάλλος ποιητής Αρθούρος Ρεμπώ. Πέθανε στις 10.11.1891

ΤΥΧΑΙΑ TAGS