
ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ
Κείμενο: Τάσος Π. Καραντής
Δημήτρης Κοντολάζος: Ελλάδα χωρίς λαϊκό τραγούδι δε γίνεται!
Δημοσιεύθηκε: 21.09.2009, 20:35
Ο Δημήτρης Κοντολάζος είναι μια από τις καλύτερες φωνές του ελληνικού τραγουδιού, αλλά – ύστερα από 35 σχεδόν χρόνια καριέρας – κι από τις πιο αλώβητες απ’ το χρόνο, σε σχέση με άλλους συναδέλφους της γενιάς του. Καθιερωμένος στη συνείδηση του κόσμου, ως ένας από τους πιο συμπαθείς τραγουδιστές, με δεκάδες πολυαγαπημένες και χιλιοτραγουδισμένες μεγάλες επιτυχίες, συνεχίζει να υπηρετεί το λαϊκό τραγούδι και να προσφέρει σ’ αυτό, τόσο μέσα από τις ζωντανές εμφανίσεις του, όσο και μέσα απ’ τη δισκογραφία του.Αφορμή για τη συνέντευξη αυτή, ήταν ο νέος του δίσκος «Ξένα χέρια» (2009) και τον συνάντησα στα, φιλόξενα, γραφεία της δισκογραφικής εταιρείας του, της VOLUME. Απλός, πρόσχαρος, ευγενικός και φιλικός, μου μίλησε για το ξεκίνημά του από την Πυλαία της Θεσσαλονίκης και το 1ο βραβείο που κέρδισε στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης το 1973, για την, κατόπιν, είσοδό του στη δισκογραφία με τραγούδια του Καλδάρα, του Πλέσσα και του Χατζηνάσιου, αλλά και για το δρόμο προς το καθαρόαιμο λαϊκό τραγούδι, που του άνοιξε ο Τάκης Σούκας με τις μεγάλες επιτυχίες που του έγραψε. Αναφέρθηκε στη συνεργασία του με τη “μεγάλη Μαρινέλλα”, όπως, χαρακτηριστικά, την είπε κι, από εκεί και πέρα, μιλήσαμε για τα πάντα, για τα απωθημένα και τα παράπονά του, για το λαϊκό τραγούδι, για την κρίση στη δισκογραφία, καθώς και για τα ΜΜΕ και το ρόλο τους, όσον αφορά το τραγούδι. Και, βέβαια, μου παρουσίασε τη νέα του δουλειά και μου εξήγησε με πόσο μεράκι κι αγάπη δουλεύει, κάθε φορά, στο στούντιο. Η συνάντησή μας ολοκληρώθηκε με ένα, απρόσμενο, προσωπικό “δώρο”, προς τον γράφοντα, όπου, όταν αναφέρθηκα σ’ ένα πολύ αγαπημένο μου τραγούδι του, που έχει ερμηνεύσει συγκλονιστικά(«Πάντα ήμουν μόνος», Σπύρου Παπαβασιλείου – Λάκη Τεάζη), αμέσως, μου το τραγούδησε ακαπέλα! Έχει και το επάγγελμά μας τα τυχερά του! |
Η είσοδός σου στο τραγούδι ξεκινά μ’ ένα βραβείο, το 1ο στο Φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης. Θα ήθελα να μου πεις τα όσα προηγήθηκαν μέχρι τη συμμετοχή σου αυτή στο φεστιβάλ. Δ.Κ.: Όλα ξεκίνησαν από την Πυλαία Θεσσαλονίκης, όπου μεγάλωσα κι εκεί εργαζόμουν, για 6 χρόνια, ως μηχανικός αυτοκινήτων. Αλλά, είτε κάτω απ’ τ’ αυτοκίνητο, είτε πάνω απ’ τ’ αυτοκίνητο, τραγουδούσα! Ίσως το’ χα μέσα μου, απ’ τον πατέρα μου που ’παιζε μπουζούκι – αν είναι το DNA που λένε – πάντως, όπου κι αν βρισκόμουν τραγουδούσα! Κι όλοι μου λέγανε, τι κάθεσαι στη μουτζούρα και δεν πας να τραγουδήσεις; Έτσι ξεκίνησα δειλά – δειλά, με τη βοήθεια του μπουζουξή του Γρηγόρη Τζιστούδη και του Γιώργου Γερασιμίδη, του αδερφού της συγχωρεμένης της Νατάσσας Γερασιμίδου. Πρωτοεμφανίστηκα το 1971-1972 στη μπουάτ “Εσπερινός” της Θεσσαλονίκης και, κατόπιν, σε κάποια νεολαιίστικα μαγαζιά της εποχής και στο “Αριγκάτο”, μαζί με την Ξανθίππη Καραθανάση και τη Λιζέτα Νικολάου. Μετά, όλοι, πήραμε το δρόμο για την Αθήνα, γιατί, όπως και τώρα, σκέψου την εποχή εκείνη, δεν υπήρχε τίποτα για δισκογραφία στη Θεσσαλονίκη, όλοι λέγανε, πήγαινε στην Αθήνα να χτυπήσεις μια πλάκα(ένα δίσκο). Εκεί, γνωρίστηκα στη MINOS με τον Αχιλλέα το Θεοφίλου, όπου, το 1973, μου πρότεινε να πάω στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Το τραγούδι είχε περάσει απ’ την επιτροπή κι ήταν, αρχικά, να το πει η Λίτσα Σακελλαρίου, αλλά, αποφάσισαν να στείλουν ή εμένα ή το Σμοκοβίτη, απ’ ότι έμαθα κατόπιν. Το άκουσα το κομμάτι και μου άρεσε, ήταν το “Δεν έχεις τέλος Μπαρμπαλιά” του Πέτρου Ζέρβα και του Δημήτρη Καραστάθη κι ενορχηστρωτής ήταν ο Μάρκος Ντουβής. Το ‘πα στο “Παλαί Ντε Σπορ” και βγήκα πρώτος, πήρα το 1ο Βραβείο στο Φεστιβάλ Τραγουδιού Θεσσαλονίκης του 1973. Έτσι ξεκίνησε κάπως η καριέρα μου και, τόσα χρόνια, ο “Μπαρμπαλιάς” με ακολουθεί, αφού, τότε, με φώναζαν “Γεια σου Μπαρμπαλιά” και, μέχρι και σήμερα, αν κάνα βράδυ δεν το πω, πάντα θα βρεθεί κάποιος να μου φωνάξει “Δημήτρη το “Μπαρμπαλιά!”.Αμέσως σχεδόν, ακολούθησε κι είσοδός σου στη δισκογραφία, όπου τραγούδησες μεγάλα ονόματα, Καλδάρα, Πλέσσα και Χατζηνάσιο. Πως προέκυψε η γνωριμία κι η συνεργασία σας; Κι, ως σήμερα, το λαϊκό τραγούδι υπηρετείς, τόσο δισκογραφικά, όσο και στις ζωντανές εμφανίσεις σου, πάντα, στους κλασικούς χώρους του, τα νυχτερινά μαγαζιά. Επιθύμησες κάποια στιγμή να κάνεις και κάτι άλλο, διαφορετικό, στην καριέρα σου ή πάντα σε κάλυπτε η ταυτότητα του λαϊκού τραγουδιστή; |
Αλήθεια, πέρα από τα δικά σου, τι τραγούδια λες στα προγράμματά σου; Θα ήθελα, κάνοντας ένα φλας μπακ, να σταθείς σε συνεργασίες με συναδέλφους που σου έχουν αφήσει τις πιο όμορφες αναμνήσεις. |
Κι αν σου ζητούσα ένα απολογισμό, σε ποιες συνεργασίες σου με συνθέτες και τραγούδια σου θα στεκόσουν; Είσαι, γενικότερα, ικανοποιημένος από την καριέρα σου; Έχεις και κάποιο παράπονο; | Πως βλέπεις το ρόλο των ΜΜΕ; Ύστερα από τόσα χρόνια, υπάρχουν απωθημένα για συνεργασίες με συγκεκριμένους συνθέτες; Κάπου διάβασα, ότι παραδέχεσαι πως έκανες και λάθη. Ποια ήταν αυτά ή τι είδους λάθη ήταν; |
Ο καινούριος σου δίσκος «Ξένα χέρια» (VOLUME,2009) στηρίζεται στο δίδυμο των επιτυχιών Χρυσοβέργη – Γιατρά, καθώς και σε άλλους δημιουργούς. Μίλησέ μου λίγο, γι’ αυτή τη νέα σου δουλειά.
Παντού ακούγεται γκρίνια, για κρίση στο τραγούδι, στις πωλήσεις των δίσκων, στα μαγαζιά. Εσύ πως τα βλέπεις τα πράγματα; |
Παράλληλα, είμαστε και στην εποχή που όλα επιτρέπονται κι έχουμε και τους τραγουδοποιούς που λένε οι ίδιοι τα τραγούδια τους, μερικοί απ’ αυτούς χωρίς να διαθέτουν και φωνή. Ποια είναι η δική σου άποψη απέναντι στην όλη κατάσταση;
Κλείνοντας, θα παρατηρούσα, ότι η φωνή σου είναι από τις αλώβητες από το χρόνο, σε σχέση με άλλους συναδέλφους της γενιάς σου. Οπότε, έχεις πολύ μέλλον! Τι ονειρεύεται και σχεδιάζει, λοιπόν, ο Δημήτρης Κοντολάζος; |
Οι απόψεις και οι σκέψεις των συνεργατών του Ορφέα δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τη γνώμη του περιοδικού.
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου
Η γνώμη σας ... Προσθήκη σχολίου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΑΝΑ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟ
Έλενα Κοσμά
Έλλη Ρουμπέν
Βασίλης Χαρδαλιάς
Γιώργος Τζαγάκης
Γιώτα Παπαβασιλείου
Δημήτρης Βαγενάς
Δόμνα Κουντούρη
Δώρα Παπαδοπούλου
Ειρήνη Κουλούρη
Εύη Αργυρίου
Θεοδόσης Βαφειάδης
Θύμιος Λυμπέρης
Ιωάννα Φατιόνα Χύζμο
Καλή Βανδώρου
Κατερίνα Κοφινά
Κώστας Λαδόπουλος
Κώστας Πατσαλής
Μιχάλης Τσαντίλας
Τάσος Π. Καραντής
Χρύσα Σωφρονά
ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΤΟΥ/ΤΗΣ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΥ
ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
- Μιχάλης Βιολάρης: Να προσέξουμε τον πολιτισμό της χώρας μας
- Κώστας Μακεδόνας, Γιώτα Νέγκα: Μαζί στο Χάραμα
- Κώστας Σμοκοβίτης: Θα τον μεθύσουμε την ήλιο! 37 χρόνια τραγούδι: 1972 - 2009
- Apurimac: Υπάρχει ελληνικό λάτιν και το κάνουμε εμείς!
- Δημήτρης Κοντολάζος: Ελλάδα χωρίς λαϊκό τραγούδι δε γίνεται!
- Σοφία Παπάζογλου: Θέλω αυτό που τραγουδάω να με αφορά
- Θανάσης Μωραΐτης: Η σχέση μου με τη μουσική είναι όπως της χελώνας με το καβούκι της
- Μιχάλης Νικολούδης – Μιχάλης Κουμπιός : Για πρώτη φορά αρμενίζουν μαζί επί σκηνής
- Στέλλα Γαδέδη: Γεννήθηκα μαζί με τη μουσική
- Σταμάτης Σπανουδάκης: Η έμπνευση είναι σαν το Άγιο Πνεύμα, «Όπου θέλει πνει»
- Αρετή Κετιμέ: Η παράδοση και το δημοτικό τραγούδι είναι η βάση μου
- Garden in Black: «Τα λόγια που δεν είπαμε μυρίζουν θάνατο»
- Νίκος Πλάτανος: Μ’ ενδιαφέρει η λόγια, αλλά κι η πιο νυχτερινή αντίληψη της μουσικής!
- Χρήστος Θηβαίος: Από πολύ μικρός είχα καταφύγιο στο τραγούδι
- Σταύρος Κουγιουμτζής, Γιώργος Νταλάρας: Η δεύτερη πράξη μιας υπόσχεσης
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ
ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ
ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝΕμένα δε με νοιάζει να μην έχω τίποτα, ίσα - ίσα μάλιστα, γιατί αλλιώς θα ντρεπόμουνα κιόλας.
|
ΑΤΖΕΝΤΑ ΜΟΥΣΙΚΩΝ ΕΚΔΗΛΩΣΕΩΝ |










Ο Δημήτρης Κοντολάζος είναι μια από τις καλύτερες φωνές του ελληνικού τραγουδιού, αλλά – ύστερα από 35 σχεδόν χρόνια καριέρας – κι από τις πιο αλώβητες απ’ το χρόνο, σε σχέση με άλλους συναδέλφους της γενιάς του. Καθιερωμένος στη συνείδηση του κόσμου, ως ένας από τους πιο συμπαθείς τραγουδιστές, με δεκάδες πολυαγαπημένες και χιλιοτραγουδισμένες μεγάλες επιτυχίες, συνεχίζει να υπηρετεί το λαϊκό τραγούδι και να προσφέρει σ’ αυτό, τόσο μέσα από τις ζωντανές εμφανίσεις του, όσο και μέσα απ’ τη δισκογραφία του.
Δ.Κ.: Όλα ξεκίνησαν από την Πυλαία Θεσσαλονίκης, όπου μεγάλωσα κι εκεί εργαζόμουν, για 6 χρόνια, ως μηχανικός αυτοκινήτων. Αλλά, είτε κάτω απ’ τ’ αυτοκίνητο, είτε πάνω απ’ τ’ αυτοκίνητο, τραγουδούσα! Ίσως το’ χα μέσα μου, απ’ τον πατέρα μου που ’παιζε μπουζούκι – αν είναι το DNA που λένε – πάντως, όπου κι αν βρισκόμουν τραγουδούσα! Κι όλοι μου λέγανε, τι κάθεσαι στη μουτζούρα και δεν πας να τραγουδήσεις; Έτσι ξεκίνησα δειλά – δειλά, με τη βοήθεια του μπουζουξή του Γρηγόρη Τζιστούδη και του Γιώργου Γερασιμίδη, του αδερφού της συγχωρεμένης της Νατάσσας Γερασιμίδου. Πρωτοεμφανίστηκα το 1971-1972 στη μπουάτ “Εσπερινός” της Θεσσαλονίκης και, κατόπιν, σε κάποια νεολαιίστικα μαγαζιά της εποχής και στο “Αριγκάτο”, μαζί με την Ξανθίππη Καραθανάση και τη Λιζέτα Νικολάου. Μετά, όλοι, πήραμε το δρόμο για την Αθήνα, γιατί, όπως και τώρα, σκέψου την εποχή εκείνη, δεν υπήρχε τίποτα για δισκογραφία στη Θεσσαλονίκη, όλοι λέγανε, πήγαινε στην Αθήνα να χτυπήσεις μια πλάκα(ένα δίσκο). Εκεί, γνωρίστηκα στη MINOS με τον Αχιλλέα το Θεοφίλου, όπου, το 1973, μου πρότεινε να πάω στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Το τραγούδι είχε περάσει απ’ την επιτροπή κι ήταν, αρχικά, να το πει η Λίτσα Σακελλαρίου, αλλά, αποφάσισαν να στείλουν ή εμένα ή το Σμοκοβίτη, απ’ ότι έμαθα κατόπιν. Το άκουσα το κομμάτι και μου άρεσε, ήταν το “Δεν έχεις τέλος Μπαρμπαλιά” του Πέτρου Ζέρβα και του Δημήτρη Καραστάθη κι ενορχηστρωτής ήταν ο Μάρκος Ντουβής. Το ‘πα στο “Παλαί Ντε Σπορ” και βγήκα πρώτος, πήρα το 1ο Βραβείο στο Φεστιβάλ Τραγουδιού Θεσσαλονίκης του 1973. Έτσι ξεκίνησε κάπως η καριέρα μου και, τόσα χρόνια, ο “Μπαρμπαλιάς” με ακολουθεί, αφού, τότε, με φώναζαν “Γεια σου Μπαρμπαλιά” και, μέχρι και σήμερα, αν κάνα βράδυ δεν το πω, πάντα θα βρεθεί κάποιος να μου φωνάξει “Δημήτρη το “Μπαρμπαλιά!”.
Πάντως, φαίνεται, ότι είναι ένας δίσκος που έγινε με μεράκι.
Ακόμα, ακούμε, δεξιά κι αριστερά, χαρακτηρισμούς, έντεχνο, λαϊκό, ποπ, λαϊκοπόπ, σκυλάδικο κλπ., που αναγκαζόμαστε να τους χρησιμοποιήσουμε κι εμείς οι δημοσιογράφοι για να συνεννοηθούμε με τους αναγνώστες μας. Πιστεύεις σ’ αυτούς τους διαχωρισμούς, που, πολλές φορές προκαλούν κι εντάσεις κι απαξιώσεις εκατέρωθεν ή νομίζεις ότι το κάθε διαφορετικό είδος τραγουδιού απευθύνεται και σε διαφορετικές στιγμές του καθενός μας;