
ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ
Κείμενο: Τάσος Π. Καραντής
Κώστας Σμοκοβίτης: Θα τον μεθύσουμε την ήλιο! 37 χρόνια τραγούδι: 1972 - 2009
Δημοσιεύθηκε: 15.11.2009, 00:26
Ο τραγουδιστής του «Καλημέρα Ήλιε» επανεμφανίζεται μ’ ένα προσωπικό, εφ’ όλης της ύλης, ρεσιτάλ στον ΙΑΝΟΟ Κώστας Σμοκοβίτης είναι μια από τις πιο χαρακτηριστικές και σημαντικές – μετρημένες στα δάχτυλα – αντρικές φωνές της γενιάς του ’70. Και βέβαια είναι ο τραγουδιστής που έχει ερμηνεύσει το τραγούδι – σύμβολο, το «Καλημέρα Ήλιε» («Θα τον μεθύσουμε τον ήλιο») του Μάνου Λοίζου! Αυτό το Νοέμβρη (25/11) ο Κώστας Σμοκοβίτης επανεμφανίζεται μέσα από ένα προσωπικό, εφ’ όλης της ύλης, ρεσιτάλ στον ΙΑΝΟ, σε μια μοναδική βραδιά που του διοργανώνει ο ΟΡΦΕΑΣ. Με αφορμή, λοιπόν, αυτό το comeback ο Κώστας Σμοκοβίτης μιλά στον ΟΡΦΕΑ και μας ξετυλίγει το 37χρονο μουσικό οδοιπορικό του, μέσα στο οποίο βρίσκονται σπουδαίες στιγμές της ιστορίας του νεοελληνικού τραγουδιού! |
Ολοκληρώνοντας τις εγκύκλιες σπουδές σου στον τόπο καταγωγής σου, τη Λαμία, οδηγήθηκες – παρά τις αντιδράσεις των εκπαιδευτικών γονιών σου – στο χώρο του ελληνικού τραγουδιού. Πρέπει να ήταν μεγάλη η αγάπη σου για το τραγούδι. Τι τη γέννησε;
Και πότε άρχισε να σε ενδιαφέρει σοβαρά το τραγούδι και κατέβηκες στην Αθήνα; Τι ακολούθησε λοιπόν; Πως μπήκες στο χώρο του τραγουδιού και στη δισκογραφία; Και, τελικά, υπέγραψες στη ΜΙΝΟΣ. |
Την φύλαξες, δηλαδή, πράγματι, σαν τα μάτια σου την μπομπίνα αυτή του Λοίζου! Πήρες λοιπόν τα τραγούδια για να τα μάθεις. Πως προχώρησε αυτή η συνεργασία σας στο «Καλημέρα Ήλιε»; Μου ’πες πως το «Δώδεκα παιδιά» και το «Καλημέρα Ήλιε» μπήκαν μετά.
Και βέβαια το «Καλημέρα Ήλιε» – αν και, γενικότερα, είναι ένα από τα δημοφιλέστερα ελληνικά τραγούδια - έγινε ο ύμνος του ΠΑΣΟΚ! Τι άλλο θυμάσαι από το Λοίζο; |
Ακολούθησε, την ίδια χρονιά, η δισκογραφική συνεργασία σου με το Μίκη Θεοδωράκη («Προδομένος Λαός»). Πως προέκυψε αυτή η συνεργασία, την φορτισμένη εκείνη περίοδο της μεταπολίτευσης; Παράλληλα με τη δυναμική αυτή είσοδό σου στη δισκογραφία, με Λοίζο και Θεοδωράκη, συνεργάστηκες, την ίδια εποχή, και με τον Απόστολο Καλδάρα, το Γιώργο Χατζηνάσιο και το Βασίλη Δημητρίου. Συνέβη τότε αυτό που γράφει ο Λευτέρης Παπαδόπουλος για σένα, ότι δηλαδή “έγινες ένα τραγουδιστής που όλοι οι συνθέτες επιθυμούσαν να συνεργαστούν μαζί σου”;!
Λίγα χρόνια μετά, το 1977, συνεργάστηκες και με τον Σταύρο Κουγιουμτζή («Τραγούδια του καιρού μας»). Πως προέκυψε αυτός ο κύκλος τραγουδιών κι η συνεργασία σου με τον Κουγιουμτζή; Παράλληλα, με όλη αυτήν την χρυσή δισκογραφική περίοδό σου, είχες και σημαντικές συνεργασίες, στα πλαίσια των ζωντανών εμφανίσεών σου στα νυχτερινά κέντρα και στις μπουάτ της εποχής. |
| |
![]() | ![]() |
Η έναρξη της δεκαετίας του ’80 σε βρίσκει με έναν λαϊκό δίσκο («Τριαντάφυλλο κι αγκάθι»/1981), δυο ιστορικών ονομάτων του λαϊκού μας τραγουδιού, του Θεόδωρου Δερβενιώτη και του Κώστα Βίρβου. Πως προέκυψε αυτός, ο, πιο καθαρόαιμος λαϊκός, δίσκος στην, μέχρι τότε, πιο έντεχνη καριέρα σου; Στη δεκαετία του ’80 όμως, ως και τις αρχές της δεκαετίας του ’90, τον καθοριστικό ρόλο στη δισκογραφία σου τον έπαιξε ο συνθέτης Μιχάλης Τερζής. Έκανες έναν προσωπικό δίσκο μαζί του(«Τρελό καλοκαίρι»/1985), σε στίχους του Άκου Δασκαλόπουλου και συμμετείχες στα «Κορίτσια της Κυριακής»(1988), αλλά, μαζί με τη Γλυκερία, και στο σάουντρακ από το σήριαλ «Η Αλτάνα της Πάργας»(1990). Μίλησέ μου για την σχέση σου, μ’ αυτόν τον σεμνό κι ιδιαίτερο δημιουργό.
Ο Λευτέρης Παπαδόπουλος, στο σημείωμά του στο ένθετο της συλλογής σου «20 ανεπανάληπτες ηχογραφήσεις»(2007), αναφέρει ότι έχεις στα σκαριά τραγούδια που σου εμπιστεύτηκε ο Γιώργος Ζαμπέτας, λίγο πριν πεθάνει. Ποια ήταν η σχέση σου με το Ζαμπέτα και τι ακριβώς είναι αυτό το υλικό; Και τι σκοπεύεις να κάνεις τώρα; |
Ούτε εκμεταλλεύτηκες το «Καλημέρα Ήλιε», το κομμάτι που έγινε ο ύμνος μια ολόκληρης πολιτικής παράταξης, η οποία κυβέρνησε τον τόπο για μια 20ετία. Αν πήγαινες, το 1981, και τους έλεγες, εγώ είμαι ο τραγουδιστής που τραγούδησα «Θα τον μεθύσουμε τον ήλιο», δεν θα σου δινόταν μια μεγάλη ευκαιρία; Δεν το σκέφτηκες; ‘Η δεν θα το έκανες ποτέ; Κι όλα αυτά τα χρόνια, ο ΟΤΕ, αποτέλεσε, ένα δεύτερο κομμάτι της ζωής σου …
Κι ακολούθησε, το 2008, η συλλογή σου (διπλό cd) «Η ανεμώνα», από τη LYRA, με υλικό των δεκαετιών ’80 & ’90. Υπάρχουν, όμως, ως bonus tracks, και τέσσερα (4) νεότερα τραγούδια. Ανάμεσά τους και το πανέμορφο «Τα παλιά τα τρένα», με το οποίο πήρες το γ’ βραβείο στο Φεστιβάλ Τραγουδιού της Θεσσαλονίκης το 1997.
Συμμετέχεις και στην πρόσφατη συνεργασία του Χρήστου Νικολόπουλου με το Μανώλη Ρασούλη («Με τον Ομπάμα αντάμα»), όπου λες ένα τραγούδι «Το μανιφέστο». Πως προέκυψε αυτή η συμμετοχή; Ετοιμάζεις κάτι νέο; Το σημερινό μοντέλο του τραγουδιστή πως το βλέπεις; Κ.Σ.: Όταν κάναμε εμείς ακροάσεις, δεν μας κοιτάζανε, ούτε για τα ωραία μας μάτια, ούτε αν είχαμε κοιλιακούς. Αυτό που τους ενδιέφερε ήταν το εξής : τους πείθαμε γι’ αυτό που λέγαμε εκείνη την ώρα; Έψαχναν την προσωπικότητα στη φωνή, τη χροιά, την άρθρωση και, γενικά, τα στοιχεία, που πρέπει να έχει ένας τραγουδιστής. Τι να πούμε τώρα, που κρατάνε τα σκήπτρα, κάποιοι άνθρωποι που είναι άφωνοι; Ή τους ακούς να τραγουδάνε κι έχουν πρόβλημα στην άρθρωσή τους και δεν καταλαβαίνεις τι λένε; Κι όμως αυτοί οι άνθρωποι είναι η σημερινή εποχή, όπου κυριαρχεί το μάρκετινγκ κι η πασαρέλα. Έκανε καμιά πασαρέλα, ο Αγγελόπουλος; Ο Γαβαλάς; Ο Στράτος; Ο Μπιθικώτσης; Ο Καζαντζίδης; Και τώρα που είπα Καζαντζίδης, θέλεις να σου πω τι μου έλεγε ο Καζαντζίδης για το πώς πρέπει να μετράς τον καλό τραγουδιστή; Είμαι όλος αυτιά. Κ.Σ.: Μου έλεγε, ότι αν θέλεις να μετρήσεις έναν τραγουδιστή, πόσα απίδια πιάνει ο σάκος του, άσε τη δισκογραφία, θα πρέπει να πας να τον ακούσεις ζωντανά, όχι μια, αλλά 30 συναπτές βραδιές! Και μου εξηγούσε: Εμείς δουλεύουμε με το συναίσθημα, μπορεί να αλλάξω μια κουβέντα με τη γυναίκα μου και να είμαι φορτωμένος, να μην είμαι καλά ψυχολογικά, να μην είμαι σε ευφορία. Άλλη βραδιά μπορεί να είμαι κρυωμένος, άλλη να έχει ο ηχολήπτης τ’ αυτιά του στην ασφάλεια και να μην ακούς καλά κι αν δεν ακούει ο τραγουδιστής καλά τη φωνή του τρελαίνεται! Άλλη βραδιά μπορεί να έχει τεμπελιάσει η ορχήστρα και να μην παίζει καλά, άλλη να είναι το κοινό αδιάφορο, να μην συγκινείται και να μην συμμετέχει. Ε, θα υπάρξει και μια βραδιά απ’ τις 30, που όλα αυτά θα είνα ι εντάξει και τότε, κάτσε να τον απολαύσεις τον καλό τραγουδιστή, εκεί θα τον μετρήσεις!Πως τον γνώρισες τον Καζαντζίδη; Πάντως βλέπω πως η στάση σου προς το χώρο του τραγουδιού, μοιάζει σε πολλά με του Καζαντζίδη! Κ.Σ.: Προς Θεού! Δεν θέλω να παραστήσω τον Καζαντζίδη! Αλλά, πειράζει, αν τυχαίνει να συμπίπτουν οι νοοτροπίες κι οι χαρακτήρες μας; Κοίτα εγώ είμαι υπερήφανος άνθρωπος, θεωρώ πρώτιστο και κύριο να σέβομαι τον εαυτό μου και την αξιοπρέπειά μου. Ο χαρακτήρας μου δεν μου επιτρέπει να προχωράω με τα τέσσερα, όσο είμαι ζωντανός θα προχωράω με τα δύο. Ορθός! Σ’ αυτά τα 37 χρόνια βγήκα αλώβητος από τη νύχτα στην εν γένει συμπεριφορά μου. Δεν επηρεάστηκα, ούτε αλλοτριώθηκα, ούτε άλλαξα συμπεριφορά προς τους φίλους και τους συγγενείς μου. Σε όλους τους ανθρώπους που μου λένε μια καλημέρα την ανταποδίδω δέκα φορές! Τι οραματίζεσαι κι ελπίζεις για το αύριο στο τραγούδι μας;Κ.Σ.: Η επιθυμία μου κι οι ελπίδες μου είναι, αυτό το λιθαράκι που έβαλε η δική μου γενιά, ο καθένας μας, στο τραγούδι, να εκτιμηθεί από τις νεότερες γενιές και να το πάνε το πράγμα παραπέρα, ούτε να μείνει στάσιμο, ούτε να έρθει πίσω. Γράφονται και σήμερα καλά τραγούδια, αλλά δεν βγαίνουν στην επιφάνεια. Και τελικά, δεν είναι μόνο υπόθεση των εταιρειών, αλλά θα πρέπει κάποια στιγμή ο Έλληνας να μην δέχεται με απάθεια ότι του σερβίρουν, είναι κι αυτός συνυπεύθυνος. Εκείνο που με χαροποιεί είναι ότι υπάρχει μια μεγάλη μερίδα κόσμου που ψάχνεται, αυτό είναι παρήγορο. Υπάρχει φως στο τούνελ, αλλά θα πρέπει να τον κάνουμε προβολέα! Εσένα πάντως σε βλέπω κεφάτο κι αισιόδοξο να εργάζεσαι στο προσωπικό σου στούντιο! Κ.Σ.: Έκανα το προσωπικό μου στούντιο, αφενός από μεράκι κι αφετέρου για να ελέγχω εγώ και το στενό μου περιβάλλον καθημερινά τη φωνή μου. Και θέλω, όσο μπορώ, να προσφέρω ακόμα και το δικό μου λιθαράκι στα σημερινά δρώμενα. Δεν φιλοδοξώ να κάνω μια δεύτερη καριέρα, αλλά, όσο αντέχω, θέλω να αφήσω μερικά ακόμα πράγματα υγιή στο χώρο κι όχι φτηνά. Από ’κει και πέρα, αν εγώ καταλάβω ότι δεν τραβάει το λαρύγγι, θα αποσυρθώ αξιοπρεπώς, να με θυμάται ο κόσμος με τις ωραίες αναμνήσεις, δεν θέλω να συρθώ στα τελευταία μου με το άγχος και την αγωνία. Κάποια στιγμή όλοι διαγράφουμε τον κύκλο της ζωής. Ας ολοκληρώσ ουμε αυτήν την κουβέντα μας, με ένα βασικό ερώτημα. Πότε θα σε απολαύσουμε ζωντανά; Γιατί, καλοί είναι οι δίσκοι, αλλά, τίποτα δεν μπορεί να αντικαταστήσει τη ζωντανή σχέση του τραγουδιστή με το κοινό του. Σκοπεύεις να πραγματοποιήσεις ζωντανές εμφανίσεις στην Αθήνα; Κ.Σ.: Το σκέφτομαι, γιατί είναι απαίτηση πολλών που με ψάχνουν, αλλά θέλω να είναι κάτι καλό, σοβαρό κι αξιοπρεπές. Κι εγώ νιώθω την ανάγκη να έρθω σε επικοινωνία με όλον αυτόν τον κόσμο που με παρακολουθεί και με αγαπάει χρόνια, αλλά δεν είναι κι εύκολο, έτσι όπως έχει διαμορφωθεί το κλίμα με τα μαγαζιά. |
Οι απόψεις και οι σκέψεις των συνεργατών του Ορφέα δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τη γνώμη του περιοδικού.
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου
Η γνώμη σας ... Προσθήκη σχολίου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΑΝΑ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟ
Έλενα Κοσμά
Έλλη Ρουμπέν
Βασίλης Χαρδαλιάς
Γιώργος Τζαγάκης
Γιώτα Παπαβασιλείου
Δημήτρης Βαγενάς
Δόμνα Κουντούρη
Δώρα Παπαδοπούλου
Ειρήνη Κουλούρη
Εύη Αργυρίου
Θεοδόσης Βαφειάδης
Θύμιος Λυμπέρης
Ιωάννα Φατιόνα Χύζμο
Καλή Βανδώρου
Κατερίνα Κοφινά
Κώστας Λαδόπουλος
Κώστας Πατσαλής
Μιχάλης Τσαντίλας
Τάσος Π. Καραντής
Χρύσα Σωφρονά
ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΤΟΥ/ΤΗΣ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΥ
ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
- Μιχάλης Βιολάρης: Να προσέξουμε τον πολιτισμό της χώρας μας
- Κώστας Μακεδόνας, Γιώτα Νέγκα: Μαζί στο Χάραμα
- Κώστας Σμοκοβίτης: Θα τον μεθύσουμε την ήλιο! 37 χρόνια τραγούδι: 1972 - 2009
- Apurimac: Υπάρχει ελληνικό λάτιν και το κάνουμε εμείς!
- Δημήτρης Κοντολάζος: Ελλάδα χωρίς λαϊκό τραγούδι δε γίνεται!
- Σοφία Παπάζογλου: Θέλω αυτό που τραγουδάω να με αφορά
- Θανάσης Μωραΐτης: Η σχέση μου με τη μουσική είναι όπως της χελώνας με το καβούκι της
- Μιχάλης Νικολούδης – Μιχάλης Κουμπιός : Για πρώτη φορά αρμενίζουν μαζί επί σκηνής
- Στέλλα Γαδέδη: Γεννήθηκα μαζί με τη μουσική
- Σταμάτης Σπανουδάκης: Η έμπνευση είναι σαν το Άγιο Πνεύμα, «Όπου θέλει πνει»
- Αρετή Κετιμέ: Η παράδοση και το δημοτικό τραγούδι είναι η βάση μου
- Garden in Black: «Τα λόγια που δεν είπαμε μυρίζουν θάνατο»
- Νίκος Πλάτανος: Μ’ ενδιαφέρει η λόγια, αλλά κι η πιο νυχτερινή αντίληψη της μουσικής!
- Χρήστος Θηβαίος: Από πολύ μικρός είχα καταφύγιο στο τραγούδι
- Σταύρος Κουγιουμτζής, Γιώργος Νταλάρας: Η δεύτερη πράξη μιας υπόσχεσης
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ
ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ
ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝΤο γιαούρτι, που μια μέρα πριν από το ευρώ, έκανε 48 δραχμές και μια μέρα μετά τριακόσιες πενήντα – σε δραχμές – εμείς το φάγαμε αδιαμαρτύρητα. Το ίδιο γιαούρτι ήταν, ίσως και χειρότερο, αλλά εμείς το πληρώσαμε χωρίς να πούμε λέξη. Δηλαδή ως λαός είμαστε πολύ του γιαουρτιού.
|
ΑΤΖΕΝΤΑ ΜΟΥΣΙΚΩΝ ΕΚΔΗΛΩΣΕΩΝ |










Ο τραγουδιστής του «Καλημέρα Ήλιε» επανεμφανίζεται μ’ ένα προσωπικό, εφ’ όλης της ύλης, ρεσιτάλ στον ΙΑΝΟ
Πότε άρχισες να τραγουδάς;
Κ.Σ.: Στο σπίτι μου οι γονείς μου τα ’χαν βάψει μαύρα! Ο γιος μας τραγουδιστής;! Εγώ όμως το ’χα πάρει απόφαση. Έφτιαξα κρυφά ένα ταινιάκι, ένας φίλος μου που είχε μαγαζί με νυφικά, είχε ένα μπομπινόφωνο, πράγμα σπάνιο για την εποχή. Βρήκα λοιπόν κάποια πλεϊμπάκ με τα τραγούδια “Που ’ναι τα χρόνια”, “Κοίταξε να δεις”, “Στην Ελευσίνα μια φορά” και πήγα στο μαγαζί του και τα έγραψα με τη φωνή μου, εκεί πίσω απ’ τα νυφικά! Την έχω αυτήν την μπομπίνα. Τα πήρα μαζί, είχα επιλέξει να πάω σε δυο εταιρείες στη ΛΥΡΑ και στη ΜΙΝΟΣ και, το 1972, κατέβηκα στην Αθήνα στην αδερφή της μάνας μου, τη θεία την Ισμήνη. Ήθελα ό,τι γίνει να γίνει μέσα σε μια βδομάδα, που θα ήμουν στην Αθήνα κι έτσι ξεκίνησα από τη ΛΥΡΑ στην οδό Κριεζώτου. Παραγωγός εκεί ήταν κάποιος ονόματι Τσίρος, του έδωσα λοιπόν την μπομπίνα με έναν αέρα, θάρρος, θράσος, όπως θέλεις πέστο και του είπα, γεια σας, λέγομαι Σμοκοβίτης, τραγουδάω, αν θέλετε να με ακούσετε, ορίστε και του αφήνω το ταινιάκι. Άστο, μου είπε. Εγώ, επειδή βιαζόμουν, την άλλη μέρα του τηλεφώνησα, κύριε Τσίρο το ακούσατε;! Νεαρέ μου έχω τόσες δουλειές, μας το έφερες χτες και θέλεις να το ακούσουμε σήμερα; Την επόμενη πήγα από εκεί κι έστησα καυγά! Αν δεν το ακούσατε, φέρτε το να το πάρω! Ήταν παρών κι ο Πατσιφάς και με ρώτησε ποιος είμαι και πως λέγομαι, του εξήγησα, αλλά το πήρα, έφυγα και πήγα στη ΜΙΝΟΣ στη Χαριλάου Τρικούπη. Εκεί ήταν η Σόνια στο τηλεφωνικό κέντρο κι όπως με είδε να βγαίνω από το ασανσέρ - ήταν κι η μόδα με τα μακριά μαλλιά, καμπάνα παντελόνι και μακρύ πέτο – και να πηγαίνω προς το μέρος της, ήταν και μύωψ και πετάχτηκε σαν ελατήριο και μου είπε, καλημέρα σας κύριε Βοσκόπουλε! Παναγία μου είπα εγώ, αφού ήμουν μόνος μου στο ασανσέρ και της είπα, σε μένα μιλάτε; Ναι, δεν είστε ο κύριος Βοσκόπουλος; Όχι, Σμοκοβίτης λέγομαι! Αμέσως άλλαξε ύφος, τι θέλετε; Τραγουδάω, υπάρχει κάποιος να με ακούσει; Με έστειλε στον Σπύρο το Ράλλη. Πρόσεξε, 21 ετών ήμουν και του είπα, τραγουδάω, είμαι και φοιτητής, ακούστε με κι αν σας κάνω, καλώς, αν δεν σας κάνω, να γυρίσω στα ηλεκτρονικά μου! Μου είπε να πάω την επόμενη στο στούντιο Κολούμπια στον Περισσό για να με ακούσουν. Πήγα κι ήταν εκεί, ένας κιθαρίστας, ο Πάνος Ιατρού, ο Πυθαγόρας κι ο Ράλλης. Ηχολήπτης ήταν ο αδερφός της Νάντιας της Κωνσταντοπούλου, ο Γιώργος Κωνσταντόπουλος. Είπα το “Κοίταξε να δεις”, τους είδα ανακατεύτηκαν, μου λέει ο κιθαρίστας, αρέσεις! Κάτι άλλο; μου είπαν και τραγούδησα “Στην Ελευσίνα μια φορά”, μου ζήτησαν κι άλλο κι είπα την “Αφιλότιμη”. Αμέσως με έπιασε ο Πυθαγόρας και μου είπε, παιδί μου τα πλήρη στοιχεία σου και θα σου τηλεφωνήσουμε! Τα έδωσα κι έφυγα, ανέβηκα στη Λαμία.
Ήταν ο Σπύρος ο Ράλλης και μου είπε, παιδί μου έλα για υπόθεσή σου στην εταιρεία. Κατέβηκα λοιπόν και υπέγραψα συμβόλαιο με τη ΜΙΝΟΣ. Τα πρώτα τραγούδια που ηχογράφησα, σε ενορχηστρώσεις του Θόδωρου του Δερβενιώτη, ήταν δυο επανεκτελέσεις τα “Μια Κεφαλλονίτισσα” και “Ο Χάρος βγήκε παγανιά”, όπου μου έκανε σεγόντο η Χαρούλα η Αλεξίου. Αμέσως με πήρε ο Βασίλης ο Δημητρίου και κάναμε τα “Χρυσά φτερά” της Ραλλούς Μάνου, σε στίχους του Μπόστ, μαζί με τη Χαρούλα την Αλεξίου. Τα τραγούδια αυτά κυκλοφόρησαν αργότερα, με άλλους στίχους από άλλους στιχουργούς, και τη συμμετοχή του Γιάννη Καλατζή, σε δίσκο, με τον τίτλο “Ω τι κόσμος μπαμπά”.
Με το Λοίζο, πότε πρωτογνωρίστηκες;
Κ.Σ.: Τα έμαθα όλα τα τραγούδια του δίσκου κι αυτά που είπε η Χαρούλα, αλλά δεν υπήρχαν, μέσα το “Καλημέρα Ήλιε” και το “Δώδεκα παιδιά”, αυτά συμπληρώθηκαν στην πορεία. Είχε έρθει καλοκαίρι κι ο Μάνος πηγαινοερχόταν Πόρτο Ράφτη – Αθήνα. Τον πήρα λοιπόν τηλέφωνο και του είπα, τα ’μαθα! Πήγαμε στο στούντιο Κολούμπια στον Περισσό και τα γράψαμε όλα με τη φωνή μου και, κατόπιν, τα πήρε, να τ’ ακούσει και να κρίνει, σε ποια είμαι καλός και ποια μου πάνε. Μετά τα μοίρασε κι έδωσε και στη Χαρούλα και ξεκινήσαμε τις τελικές ηχογραφήσεις. Οι ορχήστρες γράφτηκαν στο στούντιο του Γιάννη Σμυρναίου, Πατησίων και Σκαραμαγκά, με πάρα πολύ καλούς μουσικούς, Νικολόπουλο, Πολυκανδριώτη, Λαβράνο, Τσεμπερούλη κ.ά. Μετά, πήρε τις πολυκάναλες ταινίες με τις ορχήστρες και πήγαμε στο στούντιο Κολούμπια στον Περισσό, για να γράψουμε τις φωνές και μάλιστα, γράφαμε πότε στο στούντιο 1, πότε στο στούντιο 2 και πότε στο στούντιο 3, μεσ’ στα δέντρα, για να χάσουν τα ίχνη μας, γιατί είχαμε χούντα. Υπήρχε μυστικισμός, ο Λοίζος φοβόταν, γιατί, κάθε λίγο και λιγάκι, τον έπαιρναν στην ασφάλεια. Θυμάμαι, πριν ξεκινήσουμε να βάλουμε τις φωνές, με έπιασε ο Χριστοδούλου – με τον οποίο, απ’ όσο γνωρίζω το ‘χε απωθημένο ο Λοίζος να γράψει μαζί του – είδε μάλλον το νεαρό της ηλικίας μου, 22 χρονών ήμουν, με τράβηξε παραδίπλα και μου είπε, Κώστα παιδί μου έχεις καταλάβει τι σημαντικό έργο πρόκειται να ερμηνεύσεις; Νόμιζε, πως ένα 22χρονο παλικάρι, θα ’χει το μυαλό πάνω απ’ τη σκούφια του! Του απάντησα κύριε Χριστοδούλου, και γραφή και ανάγνωση γνωρίζω, έχω τελειώσει το “μικρό Πολυτεχνείο”, βεβαίως κι έχω καταλάβει!
Και το «Καλημέρα Ήλιε»;
Κ.Σ.: Όταν ήρθε ο Μίκης από το Παρίσι, συμμετείχα σε δυο έργα του. Το ένα ήταν ο “Προδομένος Λαός – Μαντώ Μαυρογένους”, σε στίχους του Βαγγέλη Γκούφα, μαζί με τη Χαρούλα Αλεξίου, το Βασίλη Παπακωνσταντίνου και τους αείμνηστους Μάνο Κατράκη και Αλίκη Βουγιουκλάκη, το οποίο και δισκογραφήθηκε. Το άλλο, που δεν κυκλοφόρησε σε δίσκο, ήταν το έργο “Αυτό το δέντρο δεν το λέγανε υπομονή”, σε στίχους του Νότη Περγιάλη, που ανέβηκε στο θέατρο “Κάβα” στην οδό Σταδίου, απ’ το θίασο του Νίκου Χατζίσκου και της Τιτίκας Νικηφοράκη. Αυτές οι στιγμές, απ’ την ηχογράφηση αυτών των δυο έργων, όπου με διηύθυνε ο Μίκης στο στούντιο, είναι χαραγμένες στη μνήμη μου, δεν πρόκειται να φύγουν ποτέ! Όπως και με την πρώτη συναυλία που έγινε μετά τη μεταπολίτευση, το Σεπτέμβρη του ’74, στο γήπεδο του Παναθηναϊκού, την οποία την κινηματογράφησε ο Κούνδουρος(“Τραγούδια της φωτιάς”), όπου η στιγμή που με διηύθυνε ο Λοίζος κι είχε σπάσει ο κόσμος τα κάγκελα, καθώς ήταν διψασμένος μετά τη χούντα, μου ’χει μείνει ανεξίτηλη! Αισθάνομαι δικαιωμένος γι’ αυτά που ’χω κάνει.
Τραγούδησες και Νίκο Καρβέλα όμως το 1974.
Όπως μου είχε πει ο ίδιος, του άρεσε η ερμηνεία μου στα τραγούδια του αυτά και μάλιστα είπα και το αγαπημένο του “Θα φύγω κάποια μέρα”, ένα καταπληκτικό ζεϊμπέκικο (“Θα φύγω κάποια μέρα, θα φύγω κάποιο μήνα, την ώρα που βραδιάζει και με πονάς Αθήνα”), γιατί πάντα ο Σταύρος είχε στο μυαλό του το γυρισμό στην Καλαμαριά, κατ’ ανάγκη έμενε στην Αθήνα.


Κ.Σ.: Η επαφή μου με το Δερβενιώτη ξεκινά απ’ το 1972, όπου ενορχήστρωσε κάποιες β΄ εκτελέσεις τραγουδιών που ηχογράφησα τότε. Θυμάμαι ένα καλοκαίρι – ενώ είχα ήδη αποχωρήσει από τη ΜΙΝΟΣ – τραγουδούσα στη “Γιορτή του κρασιού” στην Αγχίαλο κι ήρθε και με βρήκε η αγαπημένη φίλη μου η Ελένη Βιτάλη και μου ’πε, σε ψάχνει ο μπάρμπα – Θόδωρος ο Δερβενιώτης και μου ’δωσε το τηλέφωνό του. Πράγματι του τηλεφώνησα και μου ’πε, ότι τώρα που είσαι ελεύθερος από τη ΜΙΝΟΣ, θέλω να κάνουμε, μαζί με το Βίρβο, μια δουλειά πάνω σου,
έτσι έγινε το “Τριαντάφυλλο κι αγκάθι”. Δεν είχε βέβαια την τύχη μιας μεγάλης εταιρείας (κυκλοφόρησε από τη GENERAL), αλλά άφησε κάποια καλά λαϊκά τραγούδια. Πρέπει επίσης να σου πω, ότι την εποχή αυτή ο Δερβενιώτης ήταν πικραμένος, γιατί οι εταιρείες του ζητούσαν μόνο σκόρπια τραγούδια κι όχι ολοκληρωμένες δουλειές. Μου ’λεγε, εμένα που τους έχω γράψει τόσες επιτυχίες και τους έχω φέρει τόσα λεφτά, δεν είναι ντροπή να μου ζητάνε μόνο ένα και δυο τραγούδια; Ούτε καν τη μια πλευρά ενός δίσκου δεν μου ζητάνε να υπογράψω. Ε, αμέσως μετά απ’ το δίσκο μας, υπέγραψε την μια πλευρά ενός επιτυχημένου δίσκου του Μητσιά, το “Εξ’ αδιαιρέτου”, μαζί με το Σταμάτη Κραουνάκη, που υπέγραφε την άλλη πλευρά του δίσκου. Και, μάλιστα, έβγαλε κι επιτυχίες, όπως το “Σου ’χω έτοιμη συγγνώμη”. Μου έλεγε, λοιπόν, η γυναίκα του, ότι σε ευγνωμονούσε, γιατί ήσουν, μέσα απ’ τον κοινό σας δίσκο, η αφορμή να τον προσέξουν ξανά!
Το 1990 έκανες κι έναν προσωπικό δίσκο («Όλα για σένα»), όπου για πρώτη φορά συνεργάστηκες με τρεις από τους πιο σημαντικούς σύγχρονους λαϊκούς δημιουργούς (Τάκης Σούκας, Χρήστος Νικολόπουλος, Θανάσης Πολυκανδριώτης). Πως προέκυψε αυτή η τριπλή ευτυχή συγκυρία;
Το 1993 συμμετείχες και στην τελευταία συναυλία του Γιώργου Μητσάκη στο Βεάκειο, όπου και κυκλοφόρησε η ζωντανή ηχογράφησή της. Ποια ήταν η σχέση σου με τον αείμνηστο μεγάλο δάσκαλο του λαϊκού μας τραγουδιού;
Κ.Σ.: Και με τον Ζαμπέτα είχα δουλέψει μαζί σε μαγαζιά, όπως στην “Παλιά Αθηναία” στον Ιππόδρομο. Πήγα σπίτι του και τον είδα όταν ήταν με τα οξυγόνα. Και του είπα ρε Γιώργο δεν έχω κάτι δικό σου(εννοούσα, ότι δεν έχω ερμηνεύσει τραγούδια σου σε πρώτη εκτέλεση). Τώρα ρε! Και μου επέλεξε 8 μελωδίες, κατά την κρίση του και μου τις έδωσε σε μια κασέτα. Τι σου είναι οι αυθεντικοί λαϊκοί άνθρωποι! Κατόπιν μου είπε, ρε Κώτσο, εσύ δεν έχεις νταλαβέρια και φιλίες και με το Γιώργαρο(τον Μητσάκη); Κάτσε να τον πάρουμε τηλέφωνο. Και τον πήρε εκεί μπροστά μου! Ρε Γιώργαρε, έχω εδώ τον Κώτσο ρε, θα του φτιάξουμε ένα δίφατσο; Συνεννοήθηκαν, λοιπόν, να πάω στον Μητσάκη, να βάλει στίχους στις 6 μελωδίες που θα επέλεγε του Ζαμπέτα και να μου γράψει και τα υπόλοιπα 6, μουσική & στίχοι και να μου κάνουν έναν δίσκο με 12 τραγούδια, Ζαμπέτας – Μητσάκης! Δυστυχώς, φύγανε κι οι δυο τους σύντομα κι έμεινα με τις 8 μελωδίες!
Πάντως, απ’ τις αρχές της δεκαετίας του ’90 και για μια σχεδόν 15ετία, ως πρόσφατα, ενώ, ποτέ δεν σταμάτησες εντελώς να δισκογραφείς, το τραγούδι μπήκε σε δεύτερη μοίρα. Τι ήταν αυτό που σε απογοήτευσε τόσο πολύ, ώστε να πάρεις μια τέτοια απόφαση;
Για να ’ρθω στο σήμερα, το 2007 κυκλοφόρησε από τη ΜΙΝΟΣ ένα best off με τραγούδια σου από τη “χρυσή δεκαετία” σου, του ’70.
Έδωσες το παρών σου, ως Θεσσαλός, στο cd «Ιστορία τραγουδιού Λάρισας»(εκδ. Ιστορικού Κέντρου Λάρισας), όπου ερμηνεύεις ένα ανέκδοτο τραγούδι του Μιχάλη Τερζή («Στη Λάρισα (Φώτα πορείας)») κι ένα, παλιότερο, τραγούδι («Αθήνα – Λάρισα») του Χρήστου Γκάρτζου και του Μιχάλη Μπουρμπούλη. Πες μου την “ιστορία” αυτών των δυο τραγουδιών, για το πώς δηλαδή τα επέλεξες για να τα πεις, πέρα, φυσικά, απ’ το ότι αναφέρονται στη Λάρισα.
Κ.Σ.: Ετοιμάζω μια σύγχρονη, γνήσια λαϊκή δουλειά, που πιστεύω ότι θα αρέσει στον πολύ κόσμο, σε μουσική ενός σχετικά νέου συνθέτη, ταλαντούχου, του Βασίλη Σδούκου. Είναι δεξιοτέχνης του μπουζουκιού και συνθέτει. Τους στίχους τους υπογράφουν ο Δημήτρης Κούτρας, ο Γιάννης Νικολαίδης, ο Λάζαρος Τσόλκας και, τιμητικά, οι αγαπημένοι μου φίλοι, ο Φίλιππος Γράψας, ο Δημήτρης Ιατρόπουλος κι ο Δημήτρης Μπρούχος. Με πολλή χαρά, δέχτηκε να συμμετάσχει, σ’ ένα ντουέτο, και να τραγουδήσει μαζί μου η Πίτσα Παπαδοπούλου, την οποία τη θεωρώ μεγάλη λαϊκή τραγουδίστρια και ψυχάρα και νομίζω ότι δένουν οι φωνές μας. Την παλεύω 2 χρόνια αυτή τη δουλειά και περνάνε όλα τα κομμάτια από “ιερά εξέταση”, να ταιριάζουν στο λαιμό μου, αλλά και να με εκφράζει ο στίχος.».
ι εντάξει και τότε, κάτσε να τον απολαύσεις τον καλό τραγουδιστή, εκεί θα τον μετρήσεις!
Τι οραματίζεσαι κι ελπίζεις για το αύριο στο τραγούδι μας;
ουμε αυτήν την κουβέντα μας, με ένα βασικό ερώτημα. Πότε θα σε απολαύσουμε ζωντανά; Γιατί, καλοί είναι οι δίσκοι, αλλά, τίποτα δεν μπορεί να αντικαταστήσει τη ζωντανή σχέση του τραγουδιστή με το κοινό του. Σκοπεύεις να πραγματοποιήσεις ζωντανές εμφανίσεις στην Αθήνα; 