
ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ
Κείμενο: Μιχάλης Τσαντίλας
Θάνος Μικρούτσικος: Σε κάθε παράσταση βάζω στόχο να ξεπερνώ τις καταγεγραμμένες δυνατότητές μου
Δημοσιεύθηκε: 23.04.2010, 19:04
Η πρώτη μου ουσιαστική επαφή με το έργο του Θάνου Μικρούτσικου έγινε με μάλλον ασυνήθιστο τρόπο. Σε μια από τις πολλές μονοήμερες εξορμήσεις μου, παρέα με τον πατέρα και τον αδερφό μου, στην Αθήνα και σε μια, επίσης τακτική, επίσκεψη στο βιβλιοπωλείο του Νάκα στη Ναυαρίνου, αγόρασα το βιβλίο με τις παρτιτούρες των τραγουδιών από τις Γραμμές Των Οριζόντων για πιάνο, κιθάρα και φωνή. Ίσως είχα ακούσει από πριν 1-2 από αυτά, αλλά ουσιαστικά μου ήταν άγνωστα – μου έφτανε η προτροπή του πατέρα μου για να το επιλέξω. Έτσι, τους επόμενους μήνες, ανακάλυψα το A Bord De L’ Aspasia, τον Λύχνο Του Αλλαδίνου, τους Εφτά Νάνους Στο S/S Cyrenia και τα υπόλοιπα κομμάτια, μέσα από τα σημάδια πάνω στο πεντάγραμμο.Όταν μου έγινε η πρόταση από τον Ορφέα για μια συνέντευξη, αρνήθηκα ευγενικά. Δεν ήταν ότι δεν ήθελα να συναντήσω τον Μικρούτσικο – κάθε άλλο. Ένιωθα όμως ότι δεν θα μπορούσα να κάνω όσο καλύτερα μπορούσα τη «δουλειά» μου, τη στιγμή που δεν γνώριζα πλήρως το έργο του – η αγάπη μου για ένα μέρος της εργασίας και προσφοράς του στην ελληνική μουσική θεωρούσα ότι δεν ήταν αρκετή. Όταν όμως ο συνάδελφος – και σαφώς πιο καλός γνώστης του αντικειμένου – που είχε τελικά αναλάβει, δήλωσε ξαφνική αδυναμία να παραστεί στον συμφωνημένο τόπο και χρόνο, ο κλήρος έπεσε και πάλι σε μένα. Και αυτή τη φορά, όσο κι αν δεν πιστεύω στη μοίρα, κατάλαβα ότι δεν μπορούσα να της ξανακλείσω την πόρτα. Συναντήθηκα με τον Θάνο Μικρούτσικο στο σπίτι του, στον προσωπικό του χώρο, την Παρασκευή 26 Φεβρουαρίου, στις 6 το απόγευμα ακριβώς. Ένα πιάνο, ατέλειωτες στίβες από παρτιτούρες, τοίχοι γεμάτοι βιβλία και δίσκους, ένα γραφείο, ένα μίνι σύστημα ηχογράφησης αναμένο και έτοιμο προς χρήση, ένας καναπές και μια πολυθρόνα. Καθήσαμε και τα είπαμε. Μία ώρα και κάτι αργότερα, αποχαιρετώντας τον, ένοιωθα πλήρης και τυχερός. Διάβολε, πόσοι είχαν ή θα έχουν την τύχη να κάνουν μια κουβέντα όπως την παρακάτω μαζί του; |
Να ξεκινήσουμε από την πρόσφατη δισκογραφική συνεργασία σας με τα Υπόγεια Ρεύματα. Ποια χαρακτηριστικά, ποιες ποιότητες του συγκροτήματος σας έκαναν να πείτε ναι στην πρότασή τους; Εννοούσα έμμεσα, στο μυαλό των παιδιών... Στις οποίες παραστάσεις χρησιμοποιείτε και προβολή βίντεο και εικόνων. Δημοσιεύτηκε στο μπλογκ Μουσικά Προάστια (www.mousikaproastia.com) ένα άρθρο του δημοσιογράφου Κωνσταντίνου Μαργιόλη που μεταξύ άλλων αναρωτιέται: “Όμως γιατί μας χαλάτε τα δικά μας όνειρα με αυτό τον καταιγισμό εικόνων στις συναυλίες; Τι μόδα είναι αυτή που έχει ξεφυτρώσει τελευταία και πόσο ακόμα θα την ανεχόμαστε;” Με λίγα λόγια, υπήρξαν κάποιοι που αναρωτήθηκαν γιατί οι καλλιτέχνες μας επιβάλλουν τις εικόνες τους. |
Μιας και μιλάμε για τις ζωντανές εμφανίσεις, εσείς βγάζετε μεγάλη ένταση πάνω στη σκηνή. Βγάζετε έναν άλλο εαυτό εκεί ή η ίδια ένταση σάς χαρακτηρίζει και στην καθημερινότητά σας;
![]() Πολύ ευχαρίστως. Θ.Μ.: Αποφασίσαμε το πρώτο μέρος να αφορά την κοινή μας δουλειά με τα Υπόγεια Ρεύματα, τον δίσκο Τους Έχω Βαρεθεί. Στο δεύτερο μέρος θα υπάρξει μια καινούργια σύμπραξη, Μικρούτσικος-Υπόγεια Ρεύματα-Γιάννης Κούτρας και θα παίξουμε αρκετό Καββαδία αλλά και τραγούδια άλλων συναδέλφων μας, αδερφούς Κατσιμίχα κλπ., φτιαγμένα πάλι από μένα και τα Υπόγεια Ρεύματα και με τραγουδιστή τον Γιάννη. Το θεωρώ σημαντικό γιατί από τους ανθρώπους της γενιάς μου και εν πάσει περιπτώσει από τους τραγουδιστές του «έντεχνου» νεοελληνικού τραγουδιού – σχηματικά, γιατί οι ταμπέλες με ενοχλούν – θεωρώ ότι ο πιο ροκ είναι ο Γιάννης Κούτρας. Με την έννοια και της φωνής αλλά και της χειρονομίας της σκηνικής. Οπότε αυτές οι 8 παραστάσεις, για μένα, θα έχουν ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον – ελπίζω και για τον κόσμο.
Ήθελα να μιλήσουμε λίγο για την δισκογραφία, η οποία τα τελευταία χρόνια βρίσκεται συνεχώς σε φθίνουσα πορεία. Ένας τρόπος που βρέθηκε ως υποκατάστατο είναι οι κυκλοφορίες cd μέσω των εφημερίδων. Έχει γίνει πολλή συζήτηση, άλλοι το βρίσκουν θετικό, άλλοι όχι. Εσείς δώσατε την άδειά σας πρόσφατα να κυκλοφορήσουν κάποια τραγούδια σας μέσω της Ελευθεροτυπίας και μάλιστα είστε ο μόνος που θυμάμαι να εμφανίζεται σε σχετικό τηλεοπτικό σποτ και να το ανακοινώνει. Ήθελα την άποψή σας για όλα αυτά. |
Θυμάμαι στο σχολείο, η καθηγήτριά μας, μέσα από τα δικά σας τραγούδια μάς δίδαξε τον Καββαδία... Έχετε πει: “Δεν υπάρχει μεγάλος καλλιτέχνης χωρίς εμμονές”. Οι δικές σας εμμονές ποιες είναι; |
Αν μου επιτρέπετε, έχω και μια ερώτηση που είναι κάπως προβοκατόρικη. Διάβασα μια σχετικά παλιά (1997) συνέντευξη που έδωσε ο Διονύσης Σαββόπουλος στον Σταύρο Θεοδωράκη για το περιοδικό Men στην οποία λέει: “Λοιπόν, όσο φτηνό βρίσκω το στίχο: «Μείνε μαζί μου έγκυος...», άλλο τόσο φτηνό βρίσκω το στίχο: «Πώς να ημερέψει ο νους μ’ ένα σεντόνι...» Περνάει ως πρωτοπορία αλλά είναι μαϊμού.” Επίσης, ο Δήμος Μούτσης, σε τηλεοπτική συνέντευξή του στην εκπομπή Έχει Γούστο της Μπήλιως Τσουκαλά, σχετικά πρόσφατα, είπε ότι το “Κι εσύ λαέ βασανισμένε, μην ξεχνάς τον Ωροπό” δεν είναι Τέχνη αλλά κάτι άλλο. Μέσω των σχολίων σας για αυτές τις απόψεις, ήθελα τη δική σας απάντηση στο αιώνιο ερώτημα: “Τι είναι Τέχνη”. Θ.Μ.: Μου κάνουν εντύπωση αυτά τα πράγματα και τα θεωρώ και παλιομοδίτικα. Το Ερωτικό του Αλκαίου, το οποίο έχει περάσει τρεις γενιές, είναι νομίζω ένα τραγούδι συγκυρίας και από πλευράς κειμένου, όπως είναι το Δε Λες Κουβέντα των Μούτση-Τριπολίτη ή το Διδυμότειχο Μπλουζ των Μαχαιρίτσα-Σπυρόπουλου ή το Γυρίζω Τις Πλάτες Μου Στο Μέλλον του Τσακνή κ.ά. Είναι τραγούδια τα οποία μετά από 300-400 χρόνια θα λειτουργούν ως αρχαιολογικά ευρήματα με την έννοια ότι οι τότε θα μπορούν να μάθουν και πώς ζούσαμε, ποιες ήταν οι συνθήκες, ακούγοντάς τα. Έχουν ιστορική σημασία. Δεν έχουν κάνει όλοι οι συνθέτες τραγούδια συγκυρίας και ίσως και 2-3 απ’ τους καλύτερους να μην έχουν κάνει. Αν ρωτούσες τώρα τον Σαββόπουλο, πιθανότατα θα το έπαιρνε πίσω αυτό. Ο Δήμος ο Μούτσης είναι ένας ταλαντούχος συνθέτης. Βεβαίως, θυμάμαι μια συνέντευξη που έδωσε, όχι πολύ παλιά, πριν 6-7 χρόνια, σε ερώτηση πώς του φαίνεται η επόμενη από τη δική του γενιά είπε ότι δεν έχει γραφτεί τίποτα σημαντικό με εξαίρεση ίσως λίγο τον Μαχαιρίτσα. Ε, δε λέγεται αυτή η κουβέντα! Οι απίστευτοι Χάρης και Πάνος Κατσιμίχας, θα μου επιτρέψει ο αγαπητός Δήμος, είναι τουλάχιστον ίσοι με αυτόν! Ο Λαυρέντης (Μαχαιρίτσας), ο Νίκος Πορτοκάλογλου, ο Διονύσης Τσακνής, ο (Σωκράτης) Μάλαμας, ο Ορφέας Περίδης, ο Χρήστος Θηβαίος, ο Αλκίνοος Ιωαννίδης, ο Νίκος Ζούδιαρης, ο Μίλτος Πασχαλίδης, ο Φοίβος Δεληβοριάς – και να με συγχωρήσουν οι άλλοι 10 που τους ξέχασα – είναι μια ομάδα μεταξύ 1985 και 1998 που έχουν δώσει αριστουργηματικά πράγματα και έχουν διευρύνει το τραγούδι μας από εκεί που το αφήσαμε εμείς. Δεν μπορεί να λέγονται τέτοιες κουβέντες! Και το τελευταίο, για να μη νομίζεις ότι θέλω να αφήσω τίποτα αναπάντητο: εάν εννοούσε ο Μούτσης ότι ένα πολιτικό μήνυμα δεν είναι αναγκαία καλλιτεχνικό έργο, θα συμφωνήσω. Όχι όμως γι’ αυτό το τραγούδι. Είναι τραγούδια μιας εποχής του δρόμου που έπαιξαν το ρόλο τους και έχουν τη σημασία τους. Δεν είμαι υπέρ τού “μην αγγίζετε το Μίκη και το Μάνο” αλλά, όταν μιλάμε για το Μίκη Θεοδωράκη, πρέπει να ξέρουμε επίσης τον συγκλονιστικό όγκο των έργων που έγραψε (Raven, Επιζών, Canto General, Άξιον Εστί, είναι εκατοντάδες τα έργα). Είναι μια σειρά μπαλάντες που αφορούν τον αγώνα και την επανάσταση του δρόμου, έχουν συνδεθεί με τη μνήμη του κόσμου, είναι μιας μορφής τραγούδι, δεν κατάλαβα τώρα! Δεν πήγε αυτό τον κύκλο τραγουδιών να τον παίξει με τη συμφωνική ορχήστρα του Βερολίνου ο άνθρωπος! Ίσως λέμε κάποια πράγματα για να εντυπωσιάσουμε. Θα μπορούσε χωρίς παραδείγματα να πει αυτό που λέω κι εγώ, ότι το θέμα δεν κάνει την Τέχνη. Την Τέχνη την κάνει – και σου απαντάω και στην τελευταία ερώτηση που μου έκανες – ο τρόπος που διαχειρίζεσαι ως φόρμα ένα θέμα. Το περιεχόμενο πρέπει να προκύπτει από τη φόρμα. Αν ήθελε να είναι κακός κανείς με το Μούτση – εγώ πιστεύω ότι είναι σπουδαίος συνθέτης τραγουδιών-τραγουδοποιός – θα του έλεγε: “εγώ, που σου είπα ότι το Δε Λες Κουβέντα είναι τραγούδι συγκυρίας που θα λειτουργήσει ως αρχαιολογικό εύρημα, δε μπορώ να είμαι περήφανος για το «Άσπρα, κόκκινα, κίτρινα, μπλε, καραβάκια στο ταξίδι δε με παίρνετε, καλέ»”. Αλλά δεν πρέπει να το πω γιατί είναι ένα χαρούμενο τραγουδάκι που μπορεί να το ψιθυρίσει κάποια 25χρονη. Είναι κάτι. Υπογράφεται απ’ τον ίδιο. Δε μένω σ’ αυτό, είναι μια στιγμούλα. Θα κάτσω να ασχοληθώ με αυτό, όταν έχω ένα Μούτση που έχει κάνει του κόσμου τους σημαντικούς κύκλους τραγουδιών; Και οι δύο λειτούργησαν λίγο επιπόλαια. Ακούτε τις παλαιότερες δουλειές σας; Και αν το κάνετε, εντοπίζετε αδυναμίες και πράγματα που θα θέλατε να αλλάξετε; Θ.Μ.: Εδώ θα σας ξαναπάω στη συνολική πορεία μου και προσφορά μου και το δεύτερο πράγμα που θα σας έλεγα εάν με ρωτούσατε, πέραν της φόρμας, είναι ότι ασχολήθηκα – κι αυτό δεν είναι αξιολογικό – με ένα πολύ μεγάλο μέρος του φάσματος της μουσικής: όπερες, συμφωνικά έργα, μουσική δωματίου, μουσική για θέατρο, μουσική με αυτοσχεδιασμούς, δηλαδή στα όρια της τζαζ, και όλων των ειδών το τραγούδι, κύκλους τραγουδιών κλπ. Αντιλαμβάνεστε ότι ένας αριθμός έργων, συνολικά 300, δεν είναι εύκολο να κάθεσαι να το ξανακούς – παρόλα αυτά, στις μνήμες μου σαφώς επιστρέφω πολλές φορές. Σε αυτό που με ρωτήσατε όμως, ναι, είναι σίγουρο ότι θα διορθώνονταν σελίδες. Έχω ένα παράδειγμα, σε ένα συμφωνικό μου έργο που έγραψα το 1989, το The Hell Of A Season, το οποίο είναι και αγαπητό στις ορχήστρες του εξωτερικού, υπάρχουν 6-7 σελίδες, δηλαδή περί το 1.5 λεπτό, το οποίο προσωπικά αν το έγραφα σήμερα θα το άλλαζα. Όμως έχω πάρει την εξής απόφαση φίλτατε: λέω: “Πού το έγραψες;” 75 χιλιόμετρα έξω απ’ το Παρίσι, ένα δασάκι πολύ ωραίο, θυμάμαι και τα απογεύματα και τον ήλιο που έδυε, ένα ωραίο κρασί που έπινα μετά. “Πόσο έκανες να το γράψεις;” Δεκαπέντε μέρες. “Ήσουν ωραία τότε;” Πάρα πολύ ωραία! Πολύ ωραίο ταξίδι στην παρτιτούρα, στο δάσος, με τους σκύλους το βράδυ. “Καλώς το έγραψες έτσι. Δε διορθώνεις τίποτα γιατί αυτός ήσουνα τότε, απλώς σε ένα καινούργιο έργο κοίτα να μην επαναλάβεις αυτές τις σελίδες”. Ήθελα το σχόλιό σας και για τη νέα γενιά δημιουργών, της οποίας ολοένα και μεγαλύτερο μέρος επιλέγει μια διαφορετική από τη μητρική της γλώσσα για να εκφραστεί – είχαμε πρόσφατα και τη μεγάλη επιτυχία της Monika. Πώς βλέπετε αυτό το φαινόμενο; Θ.Μ.: Κατ’ αρχήν πρέπει να σας πω ότι η Monika μού αρέσει πολύ και θεωρώ ότι έχει στοιχεία πρωτογενή. Άκουσα το cd της αρκετές φορές και μού άρεσε πάρα πολύ. Μάλιστα ήθελα να βρω το τηλέφωνό της να τη συγχαρώ και προσωπικά γιατί δε μ’ αρέσει να τα φυλάω για μένα ή να είμαι τσιγκούνης – της το έχω ανταποδώσει λέγοντας αυτά που σας λέω αρκετές φορές δημοσίως. Περιμένω βέβαια να ακούσω και τη 2η και την 3η δουλειά γιατί με μία δουλειά δεν μπορείς να έχεις ένα οριστικό συμπέρασμα αν και πιστεύω το κορίτσι αυτό έχει ταλέντο και έχει κάτι έντονο. Συνολικά τώρα, μπορώ να καταλάβω τη διάθεση των νέων, και έτσι όπως μεγάλωσαν τα τελευταία χρόνια, να θέλουν κιόλας να θεωρούν τα αγγλικά – γιατί κυρίως στα αγγλικά γράφουν – μια γλώσσα που τους είναι οικεία, μια γλώσσα με την οποία επικοινωνούν με άλλα πράγματα που γίνονται έξω και που θα μπορούσαν εν δυνάμει να επικοινωνήσουν και το υλικό τους, μιας και όπως ξέρεις η ελληνική είναι μια γλώσσα ανάδελφη. Σε ένα παγκοσμιοποιημένο τοπίο, σε ένα παγκοσμιοποιημένο δίκτυο όπως είναι το ίντερνετ, μπορώ να το καταλάβω αλλά δεν πρέπει να ζήσουν μόνο μέσα από το ίντερνετ. Ξέρεις, τα πιο πέρα δασάκια είναι καταπληκτικά, με ένα περπάτημα δηλαδή στο δρόμο και μεγαλώνοντας ίσως λίγο όλες αυτές τις απίστευτες ομορφιές αυτής της χώρας που είναι συνυφασμένες και με την ιστορία της – δεν είμαι σωβινιστής, δε μιλάω μόνο για την ιστορία 2000 χρόνων, μιλάω και για την τρέχουσα περίοδο – θα καταλάβει κανείς ότι ενώ είμαστε μέλη ενός παγκόσμιου χωριού, ενώ είμαστε μέλη ενός δικτύου όλοι, την ίδια στιγμή έχουμε ορισμένες ιδιαιτερότητες γιατί είμαστε ο κόμβος Δύσης και Ανατολής. Και η γοητεία μας έχει να κάνει ακριβώς με το ότι το ένα μας χέρι είναι δυτικό και το άλλο ανατολικό. Όταν αυτό γίνει κατανοητό, τότε αυτόματα θα προκύψει ότι υπάρχει ένα πλούτος της γλώσσας που πρέπει να συνεχιστεί. Δεν είναι δυνατόν να αφήσεις ως τελευταίο εκφραστή σου τον Καβάφη ή τον Ρίτσο, είσαι υποχρεωμένος να το συνεχίσεις. Αλλοίμονο μας αν και οι επόμενοι ποιητές γράφουν στα αγγλικά – ας μεταφραστούν στα αγγλικά αλλά όχι και να γράφουν. Δεν είναι ένα τεχνικό ζήτημα, είναι ένα ζήτημα καθημερινής ζωής. Ενώ λοιπόν καταλαβαίνω το γιατί, πιστεύω ότι τα πιο ταλαντούχα από αυτά τα παιδιά θα πρέπει να ασχοληθούν και με την ελληνική γλώσσα. Κι ο τρόπος που θα ασχοληθούν με αυτή θα είναι κυρίως μέσω των ποιητών μας, να διαβάσουν την ποίηση, να διαβάσουν πολύ Καρυωτάκη, είναι απίστευτος, κι όχι μόνο, κι ας διαβάσουν κι ορισμένους από μας που μελοποιήσαμε ποιητές και υπάρχει μια πολυμορφία που αν δεν θέλουν να τη δουν ως παρόν, τουλάχιστον ας τη δουν ως κοντινό παρελθόν. Έχετε κάνει δίσκους με μεγάλους ερμηνευτές των προηγούμενων γενεών – στο μυαλό μου έρχονται ο Γιώργος Νταλάρας και ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου – των οποίων εδώ και χρόνια οι δισκογραφικές εργασίες, κατά γενική ομολογία, υπολείπονται αισθητά σε ποιότητα σε σχέση με το παρελθόν. Θα κάνατε ξανά κάποιο δίσκο με αυτούς τους ερμηνευτές; Είναι κάτι που πολλοί θα περίμεναν με αγωνία. Θ.Μ.: Έχω κάνει δουλειές με πάρα πολλούς ερμηνευτές. Θα προσθέσεις σε αυτούς τον Μητσιά, το Μητροπάνο, την Αλεξίου, τον Γιάννη Κούτρα, από το εξωτερικό τη Milva κ.ά. Όπως κάνω και με καινούργιους όπως η Ρίτα Αντωνοπούλου. Νομίζω η συνεργασία μου με κάποιους μεγάλους τραγουδιστές έχει κλείσει. Ούτε εγώ μπορώ να τους προσφέρω τίποτα, ούτε αυτοί. Εξακολουθούν να μου είναι συμπαθείς κάποιοι απ’ αυτούς, ο Βασίλης π.χ. είναι ένα πάρα πολύ καλό παιδί. Εάν συζητήσουμε για μια σειρά πράγματα που κάνουν, δεν θα είμαι πολύ μακριά από τη δική σας άποψη – όσο τους ξέρω δηλαδή. Θα προτιμούσα κι εγώ να είχαν κάνει πολύ καλύτερα πράγματα. Αλλά ακόμα κι αν είχαν κάνει καλύτερα πράγματα, εγώ κυνηγάω πάντα το καινούργιο όπως το κυνήγησα την εποχή που ήμουν 20 χρονών. Δεν πήγα να κάνω με τον Μπιθικώτση, το οποίο ήταν εύκολο, πιστέψτε με. Αν δείτε την πορεία μου, ανακαλύπτω τον Γιάννη Κούτρα 20 χρονών, που δεν είχε τραγουδήσει ποτέ και τίποτα, και του δίνω ένα έργο πολύ δύσκολο, τη Μουσική Πράξη Στον Μπρεχτ – μετά πήρε τον Καββαδία. Η πορεία μου δείχνει ότι κοιτάζω συνεχώς προς τις νεότερες γενιές κάθε φορά. Το 2006 ανακάλυψα μια κοπέλα, τη Ρίτα Αντωνοπούλου, η οποία είναι πάρα πολύ δυναμική περίπτωση και ελπίζω ότι τα επόμενα 4-5 χρόνια μπορεί να κάνει σημαντικά πράγματα, με την έννοια ότι η φωνητική αλλά και θεατρική της χειρονομία αξίζει πολύ – και η κοπέλα είναι 30 και κάτι. Μου αρέσει επίσης η συνεργασία με ορισμένους από τους τραγουδοποιούς που έχουν πολύ καλή φωνή. Τραγούδησαν στον Καββαδία ο Χάρης και ο Πάνος Κατσιμίχας, τραγούδησε στη συνέχεια ο Λαυρέντης (Μαχαιρίτσας), ο οποίος είχε μια πολύ ιδιαίτερη φωνή, ο (Χρήστος) Θηβαίος με τον Άμλετ Της Σελήνης, συνεργάστηκα με τον (Μίλτο) Πασχαλίδη, ο οποίος έχει μια ιδιαίτερη φωνή, για μια σειρά άλλα πράγματα. Αυτός είναι ο χώρος κι αυτό είναι που κοιτάω. Πρέπει να σου πω ότι, παρόλη τη δυσκολία του χρόνου, γιατί έχω πάρα πολλή δουλειά, δεν αφήνω τις ευκαιρίες, όσο μπορώ, και ακούω και πολύ καινούργια παιδιά που μου στέλνουν ντέμο. Τώρα συμμετείχα στην ανακάλυψη μιας κοπέλας 24 χρονών, της Άννας Λινάρδου, που την παρουσίασα στον τελευταίο δίσκο της Ελευθεροτυπίας, με τα ανέκδοτα κομμάτια, και τώρα, με μεγάλη μου χαρά την είδα με τον Πασχαλίδη στον Σταυρό Του Νότου να είναι εξωφρενικά καλή. Με τέτοια πρόσωπα θέλω να δουλέψω. Κλείνοντας, ήθελα να σας ρωτήσω, μετά από τόσα χρόνια, τόσες δουλειές, τόσες συναυλίες, τι είναι αυτό που σας κάνει να θέλετε να συνεχίσετε; Θ.Μ.: Εκείνο που δεν είναι, είναι ένας ακόμα πλατινένιος ή χρυσός δίσκος, μια ακόμα ορχήστρα να παίξει τη μουσική μου ή κάτι τέτοιο. Με τίποτα! Γιατί όντως είναι πάρα πολλά αυτά που έχω κάνει. Θα σου δώσω δυο απαντήσεις, και οι δυο είναι έντιμες. Την πρώτη σου την έχω δώσει με τον Καββαδία: γιατί κι εγώ θέλω να ξεπερνάω τις καταγεγραμμένες μου δυνατότητες και το κάνω μέσα από τη μουσική. Η δεύτερη απάντηση είναι πιο προσωπική κι είναι απολύτως ειλικρινής. Κάποια στιγμή, όταν μεγαλώσεις, θα αρχίσεις να σκέφτεσαι το θέμα του θανάτου – και πρέπει να συμφιλιωθείς μαζί του γιατί αλλιώς κάηκες. Αυτή η περιπέτεια του ανθρώπου στη Γη δεν είναι περίεργο ότι απ’ την αρχή έχει ένα συγκεκριμένο τέλος; Και πιάνω τον εαυτό μου να μιλάει γι’ αυτή την περιπέτεια του ανθρώπου σα να είναι ένας πυγμαχικός αγώνας 15 γύρων. Απέναντί σου ο Χρόνος, ψηλός πυγμάχος, 3 μέτρα, με κάτι χερούκλες, κι εσύ στο 1.70, χοντρούλης, με τα γαντάκια σου. Και ξέρεις ότι στον 15ο θα σε ρίξει νόκ άουτ. Τελειώνει. Ε, λοιπόν, μέσα από τη μουσική, θέλω σε κάθε γύρο να τον κερδίζω στα σημεία. |
Οι απόψεις και οι σκέψεις των συνεργατών του Ορφέα δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τη γνώμη του περιοδικού.
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου
Η γνώμη σας ... Προσθήκη σχολίου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΑΝΑ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟ
Έλενα Κοσμά
Έλλη Ρουμπέν
Βασίλης Χαρδαλιάς
Γιώργος Τζαγάκης
Γιώτα Παπαβασιλείου
Δημήτρης Βαγενάς
Δόμνα Κουντούρη
Δώρα Παπαδοπούλου
Ειρήνη Κουλούρη
Εύη Αργυρίου
Θεοδόσης Βαφειάδης
Θύμιος Λυμπέρης
Ιωάννα Φατιόνα Χύζμο
Καλή Βανδώρου
Κατερίνα Κοφινά
Κώστας Λαδόπουλος
Κώστας Πατσαλής
Μιχάλης Τσαντίλας
Τάσος Π. Καραντής
Χρύσα Σωφρονά
ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΤΟΥ/ΤΗΣ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΥ
ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
- Μανώλης Φάμελλος: Το πάθος κάνει τη διαφορά
- Κατερίνα Κυρμιζή, Νίκος Γρηγοριάδης: Έχουμε ερωτική σχέση με τη μουσική
- Διονύσης Τσακνής: Δεν συναγωνίζομαι κανέναν παρά μόνο τον εαυτό μου
- Νίκος Πορτοκάλογλου: Πάνω στη Στροφή
- Σάννυ Χατζηαργύρη (Sunny Side Of The Razor): «Οι πράξεις θα καθορίσουν τη ζωή σου»
- Κώστας Παρίσης (Υπόγεια Ρεύματα): «Η λογική μας είναι η παρέα»
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ
ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ
ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝΘα ήθελα μια κοινωνία που θα έχει μια γραμμή – οριζόντια – για όλα τα παιδιά που γεννιούνται. Να είναι όλα ίσα στην εκκίνηση. Όταν μου λένε αν είμαι αριστερός, αυτό τους απαντώ.
|
ΑΤΖΕΝΤΑ ΜΟΥΣΙΚΩΝ ΕΚΔΗΛΩΣΕΩΝ |










Η πρώτη μου ουσιαστική επαφή με το έργο του Θάνου Μικρούτσικου έγινε με μάλλον ασυνήθιστο τρόπο. Σε μια από τις πολλές μονοήμερες εξορμήσεις μου, παρέα με τον πατέρα και τον αδερφό μου, στην Αθήνα και σε μια, επίσης τακτική, επίσκεψη στο βιβλιοπωλείο του Νάκα στη Ναυαρίνου, αγόρασα το βιβλίο με τις παρτιτούρες των τραγουδιών από τις Γραμμές Των Οριζόντων για πιάνο, κιθάρα και φωνή. Ίσως είχα ακούσει από πριν 1-2 από αυτά, αλλά ουσιαστικά μου ήταν άγνωστα – μου έφτανε η προτροπή του πατέρα μου για να το επιλέξω. Έτσι, τους επόμενους μήνες, ανακάλυψα το A Bord De L’ Aspasia, τον Λύχνο Του Αλλαδίνου, τους Εφτά Νάνους Στο S/S Cyrenia και τα υπόλοιπα κομμάτια, μέσα από τα σημάδια πάνω στο πεντάγραμμο.
Άρα η επιλογή των τραγουδιών έγινε από κοινού;
Γιατί όχι και τώρα;
Σχεδόν σε όλες τις ανασκοπήσεις της δεκαετίας 2000-2009, ο δίσκος σας Ο Άμλετ Της Σελήνης βρίσκεται ανάμεσα σε αυτούς που ξεχώρισαν. Πώς νιώθετε γι’ αυτό; Θεωρείτε ότι υπάρχουν και άλλα έργα σας από αυτή την περίοδο που άξιζαν τέτοια θέση;
Πιάνο Και Ορχήστρα Εγχόρδων. Σε αυτό το έργο, χωρίς να είναι τρικ αυτό ή παιχνίδι, ξεκίνησα από το τρίτο μέρος, το τέλος, πήγα στο δεύτερο και έφτασα στο πρώτο. Γιατί το έκανα αυτό; Συνέχεια εκείνη την περίοδο είχα μια εμμονή, πώς θα μπορέσω να εκφράσω με πολλά έγχορδα και σε ένα ολόκληρο κομμάτι 10 λεπτών, δηλαδή τετρακόσια μουσικά μέτρα, το γρήγορο, ακανόνιστο, ασύμμετρο πέταγμα της μύγας. Με ταλαιπωρούσε 2-3 χρόνια, ήταν εμμονή. Αυτό προσπάθησα να κάνω και να λύσω τη μεταφυσική αυτή εμμονή μου. Αλλά όταν λέμε εμμονές εννοούμε και αυτές που μπορεί να υπάρχουν και στην προσωπική σου ζωή. Όλοι έχουμε εμμονές ακόμα και στη μεθοδολογία, να αναλύεις τα πράγματα με έναν ορισμένο τρόπο, με χρώματα ή, το πιο εύκολο, να έχεις εμμονές με τον Παναθηναϊκό. (γέλια)
Όχι όμως γι’ αυτό το τραγούδι. Είναι τραγούδια μιας εποχής του δρόμου που έπαιξαν το ρόλο τους και έχουν τη σημασία τους. Δεν είμαι υπέρ τού “μην αγγίζετε το Μίκη και το Μάνο” αλλά, όταν μιλάμε για το Μίκη Θεοδωράκη, πρέπει να ξέρουμε επίσης τον συγκλονιστικό όγκο των έργων που έγραψε (Raven, Επιζών, Canto General, Άξιον Εστί, είναι εκατοντάδες τα έργα). Είναι μια σειρά μπαλάντες που αφορούν τον αγώνα και την επανάσταση του δρόμου, έχουν συνδεθεί με τη μνήμη του κόσμου, είναι μιας μορφής τραγούδι, δεν κατάλαβα τώρα! Δεν πήγε αυτό τον κύκλο τραγουδιών να τον παίξει με τη συμφωνική ορχήστρα του Βερολίνου ο άνθρωπος! Ίσως λέμε κάποια πράγματα για να εντυπωσιάσουμε. 