137 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
13.11.2019
Ορφέας | Main Feed
Μιχάλης Τσαντίλας

Η πρώτη μου ουσιαστική επαφή με το έργο του Θάνου Μικρούτσικου έγινε με μάλλον ασυνήθιστο τρόπο. Σε μια από τις πολλές μονοήμερες εξορμήσεις μου, παρέα με τον πατέρα και τον αδερφό μου, στην Αθήνα και σε μια, επίσης τακτική, επίσκεψη στο βιβλιοπωλείο του Νάκα στη Ναυαρίνου, αγόρασα το βιβλίο με τις παρτιτούρες των τραγουδιών από τις Γραμμές Των Οριζόντων για πιάνο, κιθάρα και φωνή. Ίσως είχα ακούσει από πριν 1-2 από αυτά, αλλά ουσιαστικά μου ήταν άγνωστα – μου έφτανε η προτροπή του πατέρα μου για να το επιλέξω. Έτσι, τους επόμενους μήνες, ανακάλυψα το A Bord De L’ Aspasia, τον Λύχνο Του Αλλαδίνου, τους Εφτά Νάνους Στο S/S Cyrenia και τα υπόλοιπα κομμάτια, μέσα από τα σημάδια πάνω στο πεντάγραμμο.
Όταν μου έγινε η πρόταση από τον Ορφέα για μια συνέντευξη, αρνήθηκα ευγενικά. Δεν ήταν ότι δεν ήθελα να συναντήσω τον Μικρούτσικο – κάθε άλλο. Ένιωθα όμως ότι δεν θα μπορούσα να κάνω όσο καλύτερα μπορούσα τη «δουλειά» μου, τη στιγμή που δεν γνώριζα πλήρως το έργο του – η αγάπη μου για ένα μέρος της εργασίας και προσφοράς του στην ελληνική μουσική θεωρούσα ότι δεν ήταν αρκετή. Όταν όμως ο συνάδελφος – και σαφώς πιο καλός γνώστης του αντικειμένου – που είχε τελικά αναλάβει, δήλωσε ξαφνική αδυναμία να παραστεί στον συμφωνημένο τόπο και χρόνο, ο κλήρος έπεσε και πάλι σε μένα. Και αυτή τη φορά, όσο κι αν δεν πιστεύω στη μοίρα, κατάλαβα ότι δεν μπορούσα να της ξανακλείσω την πόρτα.
Συναντήθηκα με τον Θάνο Μικρούτσικο στο σπίτι του, στον προσωπικό του χώρο, την Παρασκευή 26 Φεβρουαρίου, στις 6 το απόγευμα ακριβώς. Ένα πιάνο, ατέλειωτες στίβες από παρτιτούρες, τοίχοι γεμάτοι βιβλία και δίσκους, ένα γραφείο, ένα μίνι σύστημα ηχογράφησης αναμένο και έτοιμο προς χρήση, ένας καναπές και μια πολυθρόνα. Καθήσαμε και τα είπαμε. Μία ώρα και κάτι αργότερα, αποχαιρετώντας τον, ένοιωθα πλήρης και τυχερός. Διάβολε, πόσοι είχαν ή θα έχουν την τύχη να κάνουν μια κουβέντα όπως την παρακάτω μαζί του;

Να ξεκινήσουμε από την πρόσφατη δισκογραφική συνεργασία σας με τα Υπόγεια Ρεύματα. Ποια χαρακτηριστικά, ποιες ποιότητες του συγκροτήματος σας έκαναν να πείτε ναι στην πρότασή τους;
Θ.Μ.: Εγώ, σε γενικές γραμμές, ανεξάρτητα από αυτή την ιστορία με τα Υπόγεια Ρεύματα, είμαι πάρα πολύ θετικός με πολλές προσπάθειες από τραγουδοποιούς ή συγκροτήματα της επόμενης από μένα γενιάς. Έχω μια διαφορετική ίσως αντίληψη από ορισμένους συναδέλφους μου, πιστεύω ότι η επόμενη από τη γενιά στην οποία ανήκω είναι πολύ σημαντική, ανεξάρτητα από το πώς λειτουργούν τα πράγματα – δεν πρέπει να μπλέκουμε το ταλέντο των ανθρώπων με τις λειτουργίες των πραγμάτων. Δηλαδή, στη δική μου και στην προηγούμενη από μένα γενιά (Θεοδωράκης, Χατζιδάκις), τα πράγματα ήταν πολύ πιο καθολικά, δηλαδή λειτουργούσαμε με ακροατήριο θεωρητικά όλο τον ελλαδικό χώρο. Μετά το 1980, για πολύ συγκεκριμένους κοινωνικούς λόγους, η χώρα κατακερματίστηκε σε στρώματα με αποτέλεσμα να βγουν τραγουδοποιοί που εξέφραζαν κάποια στρώματα. Αυτή είναι η εξήγηση γιατί η επόμενη από μας γενιά έφτιαξε ανθρώπους που λειτουργούσαν, αν θέλετε, με μικρότερη εμβέλεια από τη δικιά μας. Αυτό όμως δεν πρέπει να το μπερδεύουμε με το ταλέντο, το οποίο μπορεί μερικές φορές να ήταν και μεγαλύτερο από το δικό μας, ανεξάρτητα από τη λειτουργία τη δικιά μας. Αυτή λοιπόν είναι η θέση μου – ίσως δεν θα βρείτε εύκολα ανθρώπους της γενιάς μου να την υποστηρίζουν κι εγώ την υποστηρίζω πολλά χρόνια. Τώρα, από ‘κει και πέρα, γνωρίζοντας αρκετά το μετά από μένα, γιατί μου αρέσει να ακούω, να ψάχνω κτλ., όπως όταν ήμουν μικρός έψαχνα και το πριν από μένα βεβαίως, είχα διακρίνει και ξεχωρίσει, από τα συγκροτήματα της λεγόμενης ροκ ελληνικής σκηνής, τα Υπόγεια Ρεύματα, πολύ πριν τους γνωρίσω. Εκτός από ορισμένα τραγούδια τους ή τον ήχο τους, με είχε περισσότερο εντυπωσιάσει το γεγονός ότι μπήκαν σε όλη αυτή την ιστορία έχοντας λάβει υπόψιν τους το πριν απ’ αυτούς. Για παράδειγμα, στον πρώτο τους δίσκο, το 1994, έχουν μελοποιήσει ένα κείμενο του Μπόρχες. Σε επόμενες δουλειές τους ποίηση Ελλήνων ποιητών (Καρυωτάκη, Παλαμά κλπ.) που ήταν ένα χαρακτηριστικό της δικιάς μου γενιάς. Είχα καταλάβει λοιπόν ότι αυτά τα παιδιά μάς είχαν λάβει υπόψιν τους κι αυτό, ξέρετε, είναι πάρα πολύ θετικό γιατί στην Τέχνη δεν υπάρχει παρθενογέννεση. Εάν δεν λάβεις υπόψη σου τι υπάρχει πριν από σένα δεν μπορείς να το συνεχίσεις και να το διευρύνεις.
Έτσι λοιπόν είχα μια θετική άποψη όταν μου τηλεφώνησαν – δεν γνωριζόμασταν μέχρι τότε. Ήρθαν λοιπόν ακριβώς εδώ που κάθεστε, και μου είπαν “εκτιμούμε τη δική σας μουσική πάρα πολύ και θέλουμε να κάνουμε μία δουλειά επάνω στα τραγούδια σας, κυρίως τραγούδια που βγάζουν περισσότερο, πιο συγκεκριμένα, έναν πολιτικό λόγο”. Και μάλιστα το ‘χαν προσδιορίσει στη δουλειά μου της δεκαετίας του ’70 (Πολιτικά Τραγούδια, Μουσική Πράξη Στον Μπρεχτ). Τους είπα ότι ευχαρίστως, με μεγάλη μου χαρά θα ακούσω τη δουλειά τους – τότε είχαν κάνει κάποιες πρώτες προσπάθειες. Τους είπα μόνο ότι αν θέλουν να είναι πιο ολοκληρωμένο το όλο πράγμα, πρέπει να κοιτάξουν και τραγούδια μου, που έχουν πολιτική σημασία, που γράφτηκαν και μετά το 1980 αλλά και μετά το 1990. Μάλιστα τους είπα “ελάτε σε 15 μέρες, θα σας δώσω εγώ ακόμα 80 τραγούδια που έχουν τέτοια χαρακτηριστικά, να τα κοιτάξετε και να επιλέξετε ό,τι θέλετε εσείς”. Ήρθαν μετά από δύο βδομάδες, πήραν το υλικό και σε αυτή τη συζήτηση μού πρότειναν και κάτι άλλο: να συμμετέχω κι εγώ. Δηλαδή, όχι μόνο να παίξω πιάνο αλλά να συμμετέχω και στη διαδικασία αυτή. Το βρήκα πολύ ενδιαφέρον. Όλα αυτά έγιναν αυτοματοποιημένα και έτσι ξεκίνησε όλη αυτή η ιστορία
.

Άρα η επιλογή των τραγουδιών έγινε από κοινού;
Θ.Μ.: Ναι, η τελική επιλογή των τραγουδιών έγινε από κοινού.

Δεν φοβηθήκατε ότι ίσως η παρουσία σας δεν θα άφηνε το γκρουπ να κάνει αυτό που ήθελε ακριβώς;
Θ.Μ.: Καταρχήν, η πρόταση ήταν απ’ τα παιδιά. Από εκεί και πέρα όμως – εάν με γνωρίζατε ίσως καλύτερα θα ήταν περιττή η ερώτηση – δεν υπάρχει περίπτωση να καταπιέσω.

Εννοούσα έμμεσα, στο μυαλό των παιδιών...
Θ.Μ.: Αυτός ο κίνδυνος υπήρχε προφανώς – όπως το διατυπώνετε τώρα είναι πολύ σωστή η ερώτηση – όμως και τα παιδιά έχουν πολύ ισχυρές προσωπικότητες. Όπως τα γνώρισα μέσα σε αυτή τη χρονιά που πέρασε, δεν είναι μόνο καλοί μουσικοί. Δεν θυμάμαι στα 40 χρόνια της πορείας μου να είχα καλύτερους συνομιλητές – και δεν εννοώ μόνο στη μουσική. Ξέρετε, εμείς οι συνθέτες, οι μουσικοί, οι τραγουδιστές, πολλές φορές βλέπουμε τον κόσμο περικυκλωμένο από ήχους και βλέπουμε όλα τα πράγματα μέσα από αυτό το πρίσμα. Αυτό έχει μεν τα καλά του, αφού αυτή είναι η δουλειά μας και όσο περισσότερο δουλεύουμε με ήχους είναι καλό, την ίδια στιγμή όμως, αν δεν μπορείς να μιλήσεις για ποίηση, για κινηματογράφο, για θέατρο, για κοινωνικά ζητήματα ή οτιδήποτε άλλο, είσαι μονόχνωτος, μονοεπίπεδος. Τα παιδιά αυτά είναι πολυεπίπεδα, είναι συνομιλητές απίστευτοι. Και ακριβώς αυτό, αλλά και ο δικός μου τρόπος που δεν καταπιέζει κανέναν, άφησε τα πράγματα να εξελιχθούν με ιδανικό τρόπο ώστε αυτοί στα περισσότερα τραγούδια έδωσαν κατευθύνσεις, συζητήσαμε κάποια πράγματα, ισορρόπησαν κάπου με τη δική μου παρουσία, τη δική μου παρέμβαση και το δικό μου παίξιμο, και έγινε μια δουλειά που ναι μεν προέρχεται από τα Υπόγεια Ρεύματα ως προς την αρχική κατεύθυνση αλλά τελικά φέρει τη σφραγίδα όλων μας. Κι αυτό ίσως είναι ακόμα καλύτερο.

Ακούγοντας τον δίσκο, και μη γνωρίζοντας όλα τα κομμάτια, μου έκανε εντύπωση το πόσο σύγχρονος και τωρινός ακούγεται. Ήταν ένα ακόμα κίνητρο για τη συνεργασία αυτή το να έρθει ένα νεανικό κοινό σε επαφή με αυτά τα τραγούδια;
Θ.Μ.: Όχι. Μακάρι βέβαια ένα νεότατο κοινό να έρχεται σε επαφή με τη μουσική μου – ποιος δεν το θέλει αυτό; Και υπάρχουν δουλειές, πρόχειρα μου έρχεται στο μυαλό ο Καββαδίας μου, που στις τρεις εκδόσεις του έχει και τις τρεις γενιές, και τους 60άρηδες, και τους 40άρηδες και τους 20άρηδες και είμαι απόλυτα πεπεισμένος ότι θα πάρει και την τέταρτη γενιά. Από αυτή την πλευρά είμαι χορτασμένος. Εκείνο όμως που έχει σημασία κι εδώ είναι πολύ σπουδαίο αυτό που έκαναν τα Υπόγεια Ρεύματα, είναι το εξής: αν πάρετε ένα τραγούδι από αυτά τα 15 που ακούσατε στον δίσκο, π.χ. τη Ρόζα Λούξεμπουργκ, στην πρωτότυπη εκδοχή του ’76, δεν ξέρω αν θα βρείτε αυτή πιο φρέσκια. Τι θέλω να πω: βεβαίως το υλικό είναι φρέσκο, ηχητικά είναι εξαιρετική η δουλειά που έχουν κάνει όλοι, κι εγώ μαζί, αλλά κυρίως τα παιδιά. Αλλά, αν με ρωτούσατε σε ανύποπτο χρόνο και ανεξάρτητα από τη δουλειά που κάναμε με τα Υπόγεια Ρεύματα, “ρε Μικρούτσικε, τι πιστεύεις ότι έχεις προσφέρει στο ελληνικό τραγούδι” - γενικά πολύ δύσκολη ερώτηση, κατά κανόνα δεν την κάνουν στον συνθέτη ή στον δημιουργό γιατί είναι δύσκολο να μιλήσει αλλά μετά από τόσα χρόνια θα μπορούσε ίσως να μου την κάνει κάποιος – θα σας απαντούσα ένα πράγμα: αυτό που μου παραδόθηκε από τους προηγούμενους προσπάθησα και το διήυρηνα στη φόρμα. Αν πάρετε τον δίσκο μου Καντάτα Για Τη Μακρόνησο, του 1975, αποτελείται από 15 μέρη. Τα 7 από αυτά είναι ατονικά – απίστευτο πράγμα και για σήμερα, πόσω μάλλον για τότε. Ήταν αυτό που πρότεινα και πρόσφερα στο ελληνικό τραγούδι. Στη Ρόζα Λούξεμπουργκ, που βγήκε το ’76 στα Τροπάρια Για Φονιάδες, η σύνθεση της μπάντας ήταν 4 κλαρινέτα, τρομπέτα, κόρνο, τρομπόνι, ηλεκτρική κιθάρα, ηλεκτρικό μπάσο και ντραμς. Ίσως ήταν το πιο προχωρημένο τζαζ-ροκ κομμάτι που βγήκε ποτέ στο ελληνικό τραγούδι γενικότερα. Αν είχαμε εδώ τα παιδιά και τα ρωτούσατε “εσείς τι βρήκατε στον Μικρούτσικο” – έχω ακούσει να το λένε γι’ αυτό παίρνω το θάρρος να μιλήσω εκ μέρους τους – θα έλεγαν ότι επειδή ακριβώς ήταν πολυφορμικός σε σχέση με τον κυρίαρχο ήχο εκείνης της εποχής, βάλαμε ένα στοίχημα να δούμε πώς μπορούμε εμείς να καταφέρουμε να κάνουμε μια ροκ εκδοχή με πολλές κατευθύνσεις. Και εδώ είναι που θα τους έδινα εγώ προσωπικά βραβείο Grammy, για το εγονός ότι πήραν πολλές διαφορετικές φόρμες που εγώ έκανα τότε και προσπάθησαν όχι να χτυπηθούν με αυτές, να τις κάνουν καλύτερες ή να τις κάνουν πιο σύγχρονες, αλλά να κάνουν κάτι αντίστοιχο βασισμένο στη ροκ εκδοχή στην οποία ανήκουν. Βέβαια λέγοντας ροκ ανοίγουμε ένα μεγάλο κεφάλαιο, κάποτε να το συζητήσουμε, σε άλλη συνέντευξη.

Γιατί όχι και τώρα;
Θ.Μ.: Ροκ μουσική δεν είναι δύο ηλεκτρικές κιθάρες, ηλεκτρικό μπάσο και ντραμς. Αυτή είναι μια φόρμα συγκεκριμένης περιόδου. Ροκ είναι ένα είδος ελευθερίας πάνω στη μουσική, ένα είδος έκφρασης της δραματικής συγκυρίας που, ανάλογα με τον τόπο και τον χρόνο, ως φόρμα βγαίνει με διαφορετικό τρόπο. Αυτό σαν παρατήρηση.

Κάνατε και ζωντανές εμφανίσεις με το γκρουπ...
Θ.Μ.: Κάναμε μέχρι τώρα 25 και ετοιμαζόμαστε να κάνουμε τις 8 τελευταίες αυτής της περιόδου στο Κύτταρο.

Στις οποίες παραστάσεις χρησιμοποιείτε και προβολή βίντεο και εικόνων. Δημοσιεύτηκε στο μπλογκ Μουσικά Προάστια (www.mousikaproastia.com) ένα άρθρο του δημοσιογράφου Κωνσταντίνου Μαργιόλη που μεταξύ άλλων αναρωτιέται: “Όμως γιατί μας χαλάτε τα δικά μας όνειρα με αυτό τον καταιγισμό εικόνων στις συναυλίες; Τι μόδα είναι αυτή που έχει ξεφυτρώσει τελευταία και πόσο ακόμα θα την ανεχόμαστε;” Με λίγα λόγια, υπήρξαν κάποιοι που αναρωτήθηκαν γιατί οι καλλιτέχνες μας επιβάλλουν τις εικόνες τους.
Θ.Μ.: Καλά... Και γιατί μας επιβάλλουν τον ήχο, και γιατί μας επιβάλλουν τον στίχο, και γιατί μας επιβάλλουν το οτιδήποτε. Αυτό θα μπορούσε να ειπωθεί για όλα. Είχε διαβάσει κάτι και ο Γρηγόρης (Κλιούμης) και μου το είπε – περισσότερο απαντώ σε αυτά που μου μετέφερε εκείνος, πιθανόν να αναφέρομαι στο ίδιο άρθρο. Έγραφε κάποιος: “εμάς τα τραγούδια μάς αρέσουν αλλά γιατί πρέπει να μας πάνε προς αυτή την κατεύθυνση που η εικόνα επιβάλλει;” - κάπως έτσι μου το είπε. Αυτή η παρατήρηση καταρχήν είναι νόμιμη και έχει βάση. Αυτό που είπαμε να κάνουμε δεν είχε την πρόθεση να εξηγήσει το τραγούδι ή να το συμπληρώσει. Είναι νόμιμη και έχει γίνει πολλές φορές η σύμμειξη κάποιων τεχνών: υπάρχει μουσική με χορό, με μονολόγους κτλ. – χωρίς να είναι θέμα μόνο συγκεκριμενοποίησης κάποιου αφηρημένου πράγματος όσο μείξης διαφορετικών στοιχείων. Εμείς λοιπόν λειτουργήσαμε με τους εξής δύο τρόπους που και για μας είναι νόμιμοι: σε μερικά τραγούδια, αυτό που έγινε με την εικόνα δεν ήταν επεξηγηματικό, ήταν μια αντίστιξη. Στο Άννα, Μην Κλαις που είναι ένα ιδιαιτέρως πολιτικό τραγούδι – “θα γυρέψουμε βερεσέ απ’ τον μπακάλη” - μετά από μία διαδοχή εικόνων πολιτικών προσώπων διαφορετικών εποχών ερχόταν μια διαδοχή προσώπων, κυρίως από φιλμ του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, τότε που πέσανε για πρώτη φορά τα αέρια, για να καταλήξει αντιστικτικά με μία συγκλονιστική χορεύτρια, μία από τις πιο διάσημες Ρωσίδες χορεύτριες προ 40-50 χρόνων, με την οποία αυτοσχεδίαζα εγώ κάθε φορά στο πιάνο, με τις κινήσεις της. Καμία σχέση δηλαδή με απλή επεξήγηση των στίχων. Το ίδιο συνέβη και με τα περισσότερα τραγούδια της παράστασης. Υπήρχαν όμως 4-5 τραγούδια όπου θεωρήσαμε ότι έπρεπε να παίξουμε με τη λογική του κάμερα-στυλό. Είναι μια εποχή, στη δεκαετία του ’20, στη νεαρά τότε Σοβιετική Ένωση, όπου, μετά τον Άιζενσταιν, τον μάγο του κινηματογράφου, μια ομάδα με επικεφαλής τον Dziga Vertov, βγήκαν με μια κάμερα στον δρόμο και έπαιρναν, κάνοντας πολύ γρήγορο μοντάζ, κινήσεις με πρόσωπα – και αυτό δεν ήταν ρεαλισμός, δημιουργούσε μάλλον έναν περίεργο εξπρεσιονισμό. Με αυτή την οπτική γωνία, προσπαθήσαμε με αυτά τα 4-5 ιδιαίτερα τραγούδια, το Blues On The Road για παράδειγμα, να αναφερθούμε σε καυτά γεγονότα της εποχής, ανάλογα με το κείμενο. Εκεί υπήρχε μία συνάφεια ντοκυμαντερίστικη. Θέλω να πω με αυτά τα παραδείγματα ότι αυτή ήταν η δική μας πρόθεση, είναι νόμιμη απ’ τη μεριά μας, πρόκειται για μια επιπρόσθετη διάσταση στο ακρόαμα αλλά είναι νομιμότατο, όπως το εισπράττω εγώ, και αυτό που έγραψε ο φίλος στο μπλογκ του, το λέω πολύ έντιμα. Και πάντως, υπήρξαν και παραστάσεις που κάναμε χωρίς το βίντεο, λόγω πολύ δυνατού αέρα, και η παράσταση πήγε εξίσου καλά.

Μιας και μιλάμε για τις ζωντανές εμφανίσεις, εσείς βγάζετε μεγάλη ένταση πάνω στη σκηνή. Βγάζετε έναν άλλο εαυτό εκεί ή η ίδια ένταση σάς χαρακτηρίζει και στην καθημερινότητά σας;
Θ.Μ.: Μιχάλη, έχω γεννηθεί το 1947 – τον Απρίλιο γίνομαι 63. Εάν σου πω ότι έχω κάνει γύρω στις 4,000 με 5,000 συναυλίες, ότι έχω 64 cd, ότι έχω γράψει μουσική για 85 θεατρικά έργα μεγάλης διάρκειας, εδώ και στο εξωτερικό, ότι έχω γράψει 70 έργα κλασικής και πειραματικής μουσικής, ότι όλο αυτό έχει συνοδευτεί από χιλιάδες συνεντεύξεις, ότι έχω ασχοληθεί 20 χρόνια ενεργά με την πολιτιστική διαχείριση, θα έπρεπε λογικά να είχα συνταξιοδοτηθεί 3-4 φορές. Αυτό σημαίνει μια καθημερινή εργασία άνευ προηγουμένου. Την ίδια στιγμή όμως έχω 4 παιδιά και είμαι κοντά τους, είμαι τύπος της παρέας, έχω κάνει ταξίδια... Απορώ κι εγώ τώρα που σου τα λέω πού στο διάολο βρίσκονται αυτά τα 24ωρα.
Άρα ενέργεια υπάρχει. Βεβαίως όμως βγαίνει κάτι περίεργο πάνω στη σκηνή. Μου βγαίνει ένα πράγμα απογειωτικό μερικές φορές, ειδικά όταν παίζω τους 7 Νάνους στο πιάνο, χάνομαι – κι αυτό δεν είναι σχήμα λόγου, συμβαίνει. Μπορεί να το παίξω σε ένα πολύβουο θέατρο ή μουσική σκηνή και ξαφνικά στο μισό λεπτό να γίνει η απόλυτη σιγή, κάτι ηλεκτρίζει το πράγμα, κάτι ηλεκτρίζει κι εμένα και υπάρχει ένα απογειωτικό πράγμα. Θα σου πω κιόλας ότι, εάν τώρα τελειώσουμε τη συνέντευξη και σου παίξω πιάνο, θα παίξω καλά γιατί είμαι καλός πιανίστας, αλλά δεν θα πετύχω ποτέ αυτά που πετυχαίνω στην παράσταση, ακόμα και δεξιοτεχνικά, ειδικά σε αυτό το τραγούδι αλλά και σε κάποια άλλα πράγματα. Είναι σαν σε κάθε παράσταση να βάζω στόχο – δεν το πετυχαίνω πάντα – να ξεπερνάω τις καταγεγραμμένες μου δυνατότητες. Αυτό λοιπόν έχει μία ιδιαίτερη ένταση η οποία σπάνια δεν περνάει από κάτω και γι’ αυτό βλέπεις αυτό το πράγμα. Μπορώ να πω ένα αστείο;


Βεβαίως!
Θ.Μ.: Πριν τρία χρόνια ήμουν με τον Κούτρα και τη Ρίτα Αντωνοπούλου στον Σταυρό Του Νότου. Ήταν ένα πολύ επιτυχημένο, απ’ όλες τις πλευρές, πρόγραμμα. Τελειώνουμε κατά τις 3 η ώρα τα ξημερώματα και είμαι μούσκεμα από τον ιδρώτα και αλλάζω ρούχα. Κατεβαίνω κάτω, πλάκωσε κι ο κόσμος κτλ. Έβγαζα την μπλούζα μου κι είχα μια πετσέτα, χαιρετούσα τον κόσμο, φωτογραφίες, αυτόγραφα, γυμνός από τη μέση και πάνω, απλώς τυλιγμένος με μια πετσέτα.
Όταν φεύγει ο κόσμος, έχει μείνει μες στο καμαρίνι ένα παιδί συμπαθέστατο, ευγενέστατο, 23-24 χρόνων. Πάω να πάρω την μπλούζα μου, τον βλέπω και ρωτάω: “Θέλετε κάτι;” Μου λέει: “Μπορώ να σας ρωτήσω κάτι;” “Ευχαρίστως”. Λέει: “Συγνώμη, είμαι αγενής”. “Όχι αγόρι μου, ρώτησέ με ό,τι θέλεις, δεν έχω πρόβλημα”. “Πώς να σας το πω όμως, φοβάμαι ότι θα παρεξηγηθώ”. “Βρε ρώτα με ό,τι θέλεις!” “Συγχωρήστε με για την αγένειά μου”. Λέω: “Πες μου τι θέλεις”. Λέει: “Παίρνετε κάτι;” Λέω: “Όχι”. Με το “όχι”, λέει: “Συγχωρήστε με κύριε Μικρούτσικε, ήξερα ότι δεν θα μου απαντήσετε”. “Ρε παιδάκι μου, όχι!” “Καλά κύριε Μικρούτσικε, συγνώμη, είμαι αγενέστατος, είμαι ηλίθιος, συγχωρέστε με, σας αγαπώ πάρα πολύ, δεν θέλω να σας ρωτήσω τίποτα”. “Βρε όχι!” του λέω. “Εντάξει κύριε Μικρούτσικε, εντάξει, εντάξει...” οπότε του πιάνω το χέρι και του λέω: “Σου λέω όχι, πίνω μόνο νερό!” οπότε μου απαντά το εξής απίστευτο: “Πέστε το! Κάτι σας ρίχνουν!” (τρανταχτά γέλια) Απίστευτο! Να πούμε όμως ότι στο Κύτταρο θα είναι και ο Γιάννης Κούτρας. Θέλω να πω δυο λέξεις.

 



Πολύ ευχαρίστως.
Θ.Μ.: Αποφασίσαμε το πρώτο μέρος να αφορά την κοινή μας δουλειά με τα Υπόγεια Ρεύματα, τον δίσκο Τους Έχω Βαρεθεί. Στο δεύτερο μέρος θα υπάρξει μια καινούργια σύμπραξη, Μικρούτσικος-Υπόγεια Ρεύματα-Γιάννης Κούτρας και θα παίξουμε αρκετό Καββαδία αλλά και τραγούδια άλλων συναδέλφων μας, αδερφούς Κατσιμίχα κλπ., φτιαγμένα πάλι από μένα και τα Υπόγεια Ρεύματα και με τραγουδιστή τον Γιάννη. Το θεωρώ σημαντικό γιατί από τους ανθρώπους της γενιάς μου και εν πάσει περιπτώσει από τους τραγουδιστές του «έντεχνου» νεοελληνικού τραγουδιού – σχηματικά, γιατί οι ταμπέλες με ενοχλούν – θεωρώ ότι ο πιο ροκ είναι ο Γιάννης Κούτρας. Με την έννοια και της φωνής αλλά και της χειρονομίας της σκηνικής. Οπότε αυτές οι 8 παραστάσεις, για μένα, θα έχουν ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον – ελπίζω και για τον κόσμο.

 

Ήθελα να μιλήσουμε λίγο για την δισκογραφία, η οποία τα τελευταία χρόνια βρίσκεται συνεχώς σε φθίνουσα πορεία. Ένας τρόπος που βρέθηκε ως υποκατάστατο είναι οι κυκλοφορίες cd μέσω των εφημερίδων. Έχει γίνει πολλή συζήτηση, άλλοι το βρίσκουν θετικό, άλλοι όχι. Εσείς δώσατε την άδειά σας πρόσφατα να κυκλοφορήσουν κάποια τραγούδια σας μέσω της Ελευθεροτυπίας και μάλιστα είστε ο μόνος που θυμάμαι να εμφανίζεται σε σχετικό τηλεοπτικό σποτ και να το ανακοινώνει. Ήθελα την άποψή σας για όλα αυτά.
Θ.Μ.: Κατ’ αρχήν, έχω μια πιο συνολική από σας άποψη, όχι για την φθίνουσα πορεία της δισκογραφίας αλλά για την πλήρη εξαφάνισή της. Μάλιστα στην δεκαετία του ’90, προ 10-15 χρόνων, είχα στείλει πολλές επιστολές στον τότε πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο της Minos-EMI, όπου του έκρουα τον κώδωνα του κινδύνου και του έλεγα ότι κάποια στιγμή η δισκογραφία όπως την ξέρουμε δεν θα υπάρχει. Οι επιστολές είναι 12. Στις πρώτες 10 οι απαντήσεις του ήταν σχεδόν ίδιες, του τύπου “δεν έχεις δίκιο”. Το 2004, όταν πια δεν έστελνα καμιά επιστολή, φάγαμε ένα βράδυ και μου είπε ότι έχω απόλυτο δίκιο. Εγώ δεν ήμουν προφήτης, έκανα αναλύσεις. Και ο βασικός λόγος για τον οποίο συμβαίνουν όλα αυτά είναι η αλλαγή στις κοινωνικές σχέσεις των ανθρώπων και στον τρόπο που βιώνουν την καθημερινότητά τους. Εξηγούμαι με ένα παράδειγμα: όταν έβγαλα το ’79 τον Σταυρό Του Νότου, αλλά και άλλοι συνάδελφοί μου, ο Σαββόπουλος, οι συνθέτες και οι τραγουδοποιοί εκείνης της εποχής, ένα παιδί στην ηλικία σου έπαιρνε τον δίσκο και έπαιρνε τηλέφωνο πέντε φίλους του και έλεγε: “Παιδιά, βγήκε ο τελευταίος δίσκος του Μικρούτσικου. Σαββάτο βράδυ σπίτι, ελάτε, θα τον ακούσουμε 2-3 φορές, και έχει και πίτσα με μπύρα”. Αυτό το πράγμα, τον ελεύθερο χρόνο μου να τον «σπαταλώ» στο τραγούδι, που ήταν η αιχμή του δόρατος, ή στο καλό βιβλίο, ή στο θέατρο ή στο σινεμά κτλ. αυτή τη στιγμή έχει πλήρως αντικατασταθεί από άλλες λειτουργίες – θα φτάσω και στο διαδίκτυο.
Ο τρόπος δηλαδή που βιώνουν οι άνθρωποι την καθημερινότητά τους και ειδικότερα οι νεότεροι, γιατί πάντοτε αυτοί ήταν, να το πω χυδαία, το φιλέτο για τη δισκογραφία, άλλαξε άρδην. Αυτός ήταν ο βασικός λόγος. Τώρα, η λειτουργία των δισκογραφικών εταιρειών ως προς τις εφημερίδες με τα premiums από το 1996-97 στην Ελλάδα, ο Νιγηριανός με το πειρατικό παλιότερα και το κατέβασμα από το διαδίκτυο τα τελευταία 5 χρόνια, ήρθαν και έδεσαν για να τελειώσει πλήρως η δισκογραφία. Εγώ έζησα τον χρυσό και τον πλατινένιο στις 50,000 και 100,000 και τώρα είναι 6,000 και 12,000. Εγώ αμύνθηκα μέχρι τέλους στο ζήτημα των εφημερίδων. Δεν έδινα ποτέ άδεια παρά μόνο σπάνια. Μια φορά έβγαλα τον δίσκο με τα ποιήματα της Κικής Δημουλά, όπου εκείνη απήγγελε κι εγώ έπαιζα πιάνο, στο τελευταίο τεύχος του ΜΕΤΡΟ, ως χειρονομία προς την Κική Δημουλά, να γνωστοποιηθεί η δουλειά της περισσότερο. Και στο Echo&Artis, ένα καλλιτεχνικό περιοδικό που ήθελα να βοηθήσω, είχα δώσει κάποια τραγούδια μου. Δεν έδινα ποτέ σε εφημερίδες, ποτέ σε περιοδικά, αρνιόμουν πάντα. Δεν υπήρχε πια λόγος, πριν 6 μήνες, όταν όλα είχαν καταρρεύσει, να αρνηθώ και προσπάθησα να βγάλω κάποια χρήματα κάνοντας εγώ τη συζήτηση με την Ελευθεροτυπία κτλ. Εάν κάναμε τη συζήτηση πριν 8 χρόνια δεν θα είχε περιεχόμενο διότι δεν είχα δώσει και δεν έδινα. Βέβαια, μέσα στην απόλυτη κατάρρευση, να το πω κι αυτό γιατί είναι θετικό, ο δίσκος με τα Υπόγεια Ρεύματα έγινε χρυσός – ό,τι σημαίνει χρυσός αυτή την εποχή. Σε ό,τι αφορά το διαδίκτυο, υπάρχει ένα πρόβλημα. Πρέπει να ξέρουν όλα τα παιδιά – βεβαίως μιλάμε σε μια εποχή με τέτοια οικονομική κρίση που ό,τι και να πούμε μάλλον δεν θα μας ακούσει κανένας – ότι όταν κατεβάζεις ένα cd, ζημιά στον Μικρούτσικο πια δεν κάνεις, έχει κάνει τ’ άντερά του. Ζημιά όμως κάνεις σε έναν 25άρη που ξεκινάει τα πρώτα βήματά του αφού αν βγάλει με τις εναπομείνασες εταιρείες έναν δίσκο και πουλήσει 1000 αντίτυπα, δεν θα βγάλει δεύτερο. Θα το κάνει σε home studio και αυτό μειώνει την ποιότητα, θα είναι όλα συνθεσάιζερ και τρέχα βρέστο. Άρα λοιπόν, κάποιοι συνειδητοποιημένοι άνθρωποι θα πρέπει να ξέρουν ότι πρέπει με κάποιο τρόπο να στηρίξουν. Και πρέπει να πούμε εδώ ότι, πλην των γνωστών τραγουδιστών του ελαφροποπ ή και λίγων τραγουδιστών του έντεχνου νεοελληνικού τραγουδιού, το live για μας δεν γίνεται στα κοσμικά κέντρα και εκεί που είναι τα χρήματα, αλλά στις μουσικές σκηνές που μπαίνεις με 15 ευρώ. Άρα δυσκολεύουν πολύ τα πράγματα και κάπως πρέπει να βρεθεί μια στήριξη αν θέλουμε αυτή η αλυσίδα που ξεκίνησε από τον Τσιτσάνη το 1950 και καταλήγει σήμερα στη Monika ή δεν ξέρω σε ποιον πιτσιρικά το 2010, κάπως να συνεχιστεί. Γιατί αλλοίμονο αν συνεχίζεται μόνο το Όλα Καλά του Σάκη Ρουβά.


Σχεδόν σε όλες τις ανασκοπήσεις της δεκαετίας 2000-2009, ο δίσκος σας Ο Άμλετ Της Σελήνης βρίσκεται ανάμεσα σε αυτούς που ξεχώρισαν. Πώς νιώθετε γι’ αυτό; Θεωρείτε ότι υπάρχουν και άλλα έργα σας από αυτή την περίοδο που άξιζαν τέτοια θέση;
Θ.Μ.: Τώρα που το λέτε, χαίρομαι. Βέβαια, Ο Άμλετ Της Σελήνης, το 2002 που βγήκε, μου είχε κάνει τρομακτική εντύπωση γιατί, όχι η συντριπτική πλειοψηφία αλλά το σύνολο των περιοδικών και των εφημερίδων, είχαν γράψει ύμνους. Δεν θυμάμαι ένα, μου ήρθαν ξέρω ‘γω 100 αποκόμματα, να ήταν έτσι κι έτσι. Ήταν μια απόλυτη αποδοχή. Άρα λοιπόν ήταν φανερό ότι αν οι ίδιοι είχαν μείνει σε αυτά που έγραφαν θα το ψήφιζαν και τώρα. Εγώ βέβαια σε αυτό είμαι επίσης χορτασμένος, φίλτατε, λόγω της ιστορίας του Καββαδία που έχει λειτουργήσει ως Καββαδιομάνια και μάλιστα σε τρεις γενιές. Θυμάμαι πριν 15 χρόνια είχε γίνει μια ψηφοφορία για τους καλύτερους δίσκους του ελληνικού τραγουδιού και είχε βγει ουσιαστικά πρώτος. Είχε βγει τυπικά δεύτερος γιατί άλλοι ψήφισαν τον Σταυρό Του Νότου που βγήκε 2ος και άλλοι τις Γραμμές Των Οριζόντων που βγήκε 7ος – μοιράστηκαν δηλαδή οι ψήφοι. Αν τις πρόσθετες, έβγαινε μακράν πρώτος. Χαίρομαι με αυτά αλλά και στις συναυλίες, είτε είναι Μέγαρο-Ηρώδειο, είτε είναι σε μουσική σκηνή, είτε καλοκαιρινές, είτε είναι μικρές είτε πολύ μεγάλες, έκανα ας πούμε στη Λευκωσία τον Καββαδία και ήταν 8500 χιλιάδες κόσμος, μπροστά πολλοί 16άρηδες που είχαν στη μπλούζα τους στίχους από ποιήματα του Καββαδία, όχι τα πιο δημοφιλή όπως ο Γουίλυ, η Θεσσαλονίκη, Το Μαχαίρι αλλά π.χ. τον Λύχνο Του Αλαδίνου. Υπάρχει αυτή η τρέλα η οποία είναι εξηγήσιμη.

Θέλετε να μου την εξηγήσετε;
Θ.Μ.: Οι λόγοι είναι δύο. Θα πω πρώτα αυτόν που αφορά εμένα, δεν είναι αξιολογικό, ίσως ο δεύτερος είναι ο σημαντικότερος. Είναι η μοναδική δουλειά μου και ίσως η μοναδική δουλειά στο έντεχνο ελληνικό τραγούδι μετά τη μεταπολίτευση, το 1974, που η μουσική είναι μουσική εν εξελίξει. Μην το μπερδέψετε, δεν εννοώ άλλη ενορχήστρωση. Είναι μια μουσική που εξελίσσεται με βάση τον αρχικό πυρήνα. Εάν θα δείτε τις τρεις βασικές ηχογραφήσεις, ή αν μείνουμε σε περιόδους που δεν ηχογραφήθηκαν αλλά παίχτηκαν πάρα πολύ δημοσίως, θα δείτε ότι τα περισσότερα από τα αρχικά τραγούδια πολλές φορές έχουν αλλάξει, άλλοτε μελωδικά, άλλοτε αρμονικά, σαφέστατα ρυθμικά, έχουν προστεθεί ελεγχόμενοι αυτοσχεδιασμοί και επομένως μιλάμε για μια μουσική που εξελίσσεται συνεχώς, σαν στη γέννα του αυτό το υλικό να είχε απ’ την αρχή το στοιχείο αυτό. Κι αυτό μου βγήκε φυσιολογικά, δεν το αποφάσισα διανοητικά.
Έτσι, εμφανίζεται ας πούμε σε σένα, σε σχέση με τον πατέρα σου, ένας άλλος ήχος που σε κάνει να αισθάνεσαι πολύ οικεία. Ο πατέρας σου μπορεί ενδεχομένως να προτιμά τον παλιότερο ήχο διότι τον έχει ταυτίσει με τις μνήμες του, αυτό όμως είναι άλλο. Ο βασικός όμως λόγος είναι ο ίδιος ο λόγος του Καββαδία. Ο Καββαδίας έβγαλε την πρώτη του ποιητική συλλογή, το Μαραμπού, το 1933. Έβγαλε τρεις ποιητικές συλλογές, ολιγογράφος ήταν, ένα μυθιστόρημα, τη Βάρδια, και μια σειρά διηγημάτων. Αυτά τα 5-6 πράγματα, μέχρι το ’75 που πέθανε, είχαν πουλήσει, περίπου, όλα μαζί 10,000 αντίτυπα. Το νούμερο δεν ήταν κακό για ποίηση αλλά ούτε και μεγάλο. Το ’79 εκδίδεται Ο Σταυρός Του Νότου.
Από τότε μέχρι σήμερα που μιλάμε – τα στοιχεία είναι του 2007 – τα βιβλία του Καββαδία έχουν πουλήσει 280,000 και οι τρεις εκδόσεις της δουλειάς μου πρέπει να κοντεύουν το 1,100,000. Τι συνέβη; Ο ποιητής της θάλασσας; Ο ποιητής των ναυτικών; Τι έγινε ρε παιδί μου; Όλοι οι Έλληνες αποφάσισαν να γίνουν ναυτικοί – όσο κι αν είμαστε ναυτικός λαός; Διότι οι φιλόλογοι, μέχρι το ’80, τον Καββαδία τον είχαν ως ελάσσονα ποιητή, μερικοί κακοπροαίρετοι ως στιχοπλόκο ημερολογίου, και οι περισσότεροι έλεγαν ότι είναι ένας ποιητής που ασχολείται με τη θάλασσα και τη ζωή των ναυτικών, χοντρικά. Μετά τη μελοποίηση και μετά από ένα κείμενό μου στο λογοτεχνικό περιοδικό Η Λέξη, το 1983, υπήρξε μια εκτόξευση. Εγώ όλη αυτή την τρέλα έπρεπε να την εξηγήσω, όχι μόνο να την χαρώ και να την ζήσω. Διαβάζοντας πάρα πολύ, σε βάθος, την ποίησή του και ταυτιζόμενος με τον Καββαδία, είδα ότι ο τύπος αυτός, ο Κεφαλλονίτης, ο κοντός, που γεννήθηκε στο Χαρμπίν της Μογγολίας πριν 100 χρόνια, ναι μεν μιλούσε με πεδίο τη θάλασσα και τους ναυτικούς αλλά βασικά απευθυνόταν στην εκάστοτε νέα γενιά και της έλεγε: “Να σου πω! Φύγε από αυτή τη βαρβαρότητα! Φυγή! Σπάσε το τσόφλι! Ξεπέρασε τις καταγεγραμμένες σου δυνατότητες! Χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία!” Δηλαδή βούτα αυτό το ζώο, που είναι το πιο ανθεκτικό όλων των εποχών στον πλανήτη μια και υπάρχει 400 εκατομμύρια χρόνια πριν τους δεινόσαυρους, δάμασέ το, αυτό το απίστευτο ζώο, αυτό τον βασιλιά, και χόρεψε στο φτερό του – δηλαδή κατάκτησε το αδύνατο. Αυτό καταλαβαίνει ο 16άρης! Που σήμερα μπορεί να έγινε 60άρης, να είναι 40άρης ή 20άρης ή να είναι τριών ετών και να το πιάνει. Εκεί λοιπόν να αναζητηθεί γιατί αυτή η τρέλα – ούτε εξωτικό ταξίδι είναι στη μέση. Ταυτόχρονα, αν διαβάσεις την ποίησή του με ένα τέτοιο μάτι, και μου πεις: “ρε συ Μικρούτσικε, αν δεν ήσουνα μουσικός αλλά ζωγράφος, πώς θα το ζωγράφιζες;” Θα έφτιαχνα ένα πλοίο σαν αυτά του Θεόφιλου, με πολλή λεπτομέρεια, θα έβαζα πάνω ναύτες σαν του Τσαρούχη, πολύ τυπικούς, θα πετούσαν γλάροι και ανάμεσά τους θα μπορούσες να διακρίνεις μια πέστροφα και μια τσιπούρα να πετάνε. Είναι ανατρεπτικός, είναι εξπρεσιονιστής και σε ορισμένους στίχους σουρεαλιστής. Καθόλου αυτό που νομίζανε και αυτό είναι η βασική εξήγηση για αυτή την «τρέλα» που με κάνει υπερήφανο και κυρίως συγκινημένο και ευτυχισμένο
.

Θυμάμαι στο σχολείο, η καθηγήτριά μας, μέσα από τα δικά σας τραγούδια μάς δίδαξε τον Καββαδία...
Θ.Μ.: Είχα πάει προχτές να παρακολουθήσω την παράσταση του Πασχαλίδη που ξεκίνησε στον Σταυρό Του Νότου και έρχεται ένας άνθρωπος 40-45 χρόνων: “να σας σφίξω το χέρι. Ξέρετε, σας οφείλω πολλά”. “Ευχαριστώ πολύ” του λέω.
Λέει: “εκτός όλων των άλλων, σας οφείλω και το ότι όταν ήμουν 6 χρόνων και δεν μπορούσα να πω το ρο, με έβαλε ο πατέρας μου και τραγούδησα πάνω από 150 φορές Το Μαχαίρι. Και μ’ αυτό διορθώθηκα”. (γέλια)

Έχετε πει: “Δεν υπάρχει μεγάλος καλλιτέχνης χωρίς εμμονές”. Οι δικές σας εμμονές ποιες είναι;
Θ.Μ.: Το υποστηρίζω αυτό και μάλιστα στους μεγάλους συνθέτες της λεγόμενης κλασικής μουσικής κατά περιόδους θέλω να ψάχνω να βρω ποιες είναι οι εμμονές τους. Τις εμμονές αυτές μερικές φορές τις βλέπω σε αυτούς ηχητικά. Να σου πω μια δική μου εμμονή που κατέληξε σε ένα έργο το οποίο λένε οι ειδικοί ότι είναι σημαντικό, το Διπλό Κοντσέρτο Για Βιολί,
Πιάνο Και Ορχήστρα Εγχόρδων. Σε αυτό το έργο, χωρίς να είναι τρικ αυτό ή παιχνίδι, ξεκίνησα από το τρίτο μέρος, το τέλος, πήγα στο δεύτερο και έφτασα στο πρώτο. Γιατί το έκανα αυτό; Συνέχεια εκείνη την περίοδο είχα μια εμμονή, πώς θα μπορέσω να εκφράσω με πολλά έγχορδα και σε ένα ολόκληρο κομμάτι 10 λεπτών, δηλαδή τετρακόσια μουσικά μέτρα, το γρήγορο, ακανόνιστο, ασύμμετρο πέταγμα της μύγας. Με ταλαιπωρούσε 2-3 χρόνια, ήταν εμμονή. Αυτό προσπάθησα να κάνω και να λύσω τη μεταφυσική αυτή εμμονή μου. Αλλά όταν λέμε εμμονές εννοούμε και αυτές που μπορεί να υπάρχουν και στην προσωπική σου ζωή. Όλοι έχουμε εμμονές ακόμα και στη μεθοδολογία, να αναλύεις τα πράγματα με έναν ορισμένο τρόπο, με χρώματα ή, το πιο εύκολο, να έχεις εμμονές με τον Παναθηναϊκό. (γέλια)

Πήγαμε καλά χτες το βράδυ (ο Παναθηναϊκός είχε επικρατήσει με σκορ 1-3 μέσα στο Ολύμπικο της Ρώμης και είχε προκριθεί πανηγυρικά στις 16 καλύτερες ομάδες του Europa League)...
Θ.Μ.: Σκίσαμε! Νίνης και Σισέ χτες το βράδυ ήταν όνειρο, ένα πράγμα απίστευτο. Κανονικά έπρεπε να είμαστε 10 βαθμούς μπροστά στο πρωτάθλημα.

Πράγματι. Να πάμε λίγο και στην πολιτική. Ζούμε ως χώρα τον τελευταίο καιρό μία κατάσταση που μοιάζει να έχει βγει από τον χειρότερο εφιάλτη μας. Είμαστε ο περίγελος της Ευρώπης, οι Γερμανοί μάς σέρνουν τα εξ αμάξης κλπ. Τα αξίζουμε τελικά όλα αυτά;
Θ.Μ.: Έτσι όπως μου κάνεις την ερώτηση η απάντηση είναι αυτονόητη: βέβαια δεν τα αξίζουμε. Από ‘κει και πέρα, το πολιτικό σύστημα πολλαπλώς έχει φτάσει σε αδιέξοδο στην Ελλάδα. Μην κοιτάς που δεν φαίνεται στον ορίζοντα μια άλλη λύση ή που μετά την κατάρρευση του λεγόμενου υπαρκτού σοσιαλισμού το ’89, παγκοσμίως δεν φαίνεται να υπάρχει μια άλλη λύση. Ο καπιταλισμός αλώνισε στη χειρότερη μορφή του μεταξύ 2000-2008 με την ακροδεξιά του Μπους, τοπικοί πόλεμοι πάρα πολλοί, σαν ένας μεγάλος κατακερματισμένος πόλεμος. Ποιος φανταζόταν το ’99 ότι άλλες ευρωπαϊκές χώρες και οι Αμερικανοί θα βομβαρδίσουν μια ευρωπαϊκή χώρα όπως η Γιουγκοσλαβία; Αν το έλεγες 5-6 χρόνια νωρίτερα, θα σου έλεγαν ότι είσαι τρελός για δέσιμο. Ο καπιταλισμός λοιπόν κέρδισε και έκανε ό,τι ήθελε. Στα τέλη της δεκαετίας του ’90 απελευθερώθηκαν κι οι αγορές, με αποτέλεσμα να υπάρξει μια απίστευτη κερδοσκοπία η οποία έφτασε να δημιουργήσει μέσα στα τελευταία 2 χρόνια αυτή την παγκόσμια οικονομική κρίση.
Η Ελλάδα, με ελάχιστες μικροπροσπάθειες ως εξαιρέσεις, ακολούθησε τον μονόδρομο όλων των υπολοίπων χωρών, με πιο αδύναμη οικονομία, κυρίως όμως με πιο αδύναμη βάση ενός συστήματος που βασιζόταν στα ρουσφέτια και στη γραφειοκρατία, με αποτέλεσμα τα προβλήματα που είχαν όλες οι άλλες χώρες, εδώ να είναι πολύ μεγαλύτερα. Ήρθε και μια Νέα Δημοκρατία τα τελευταία 5-6 χρόνια – γιατί τα προβλήματα που μόλις ανέφερα αφορούν τα τελευταία 30 χρόνια – η οποία έδωσε κάποιες κλωτσιές κάκιστης διαχείρισης – η χειρότερη διαχείριση από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο τουλάχιστον – με αποτέλεσμα το χρέος των 180 δισεκατομμυρίων ευρώ, που ήδη ήταν μεγάλο αλλά διαχειρίσιμο, να εκτοξευθεί στα 300 εκατομμύρια ευρώ. Μέσα στα πλαίσια του καπιταλιστικού συστήματος – γιατί εκτός του ουδείς ρωτάει τι και πώς – δυστυχώς αυτή η ιστορία έτσι όπως εξελίσσεται και αυτό που πρέπει να γίνει είναι μονόδρομος. Γι’ αυτό ο κόσμος, για μια ακόμη φορά, έδειξε μια φοβερή ωριμότητα και κάνει μια προσπάθεια να δούμε αν θα βγούμε τουλάχιστον σε επίπεδο διαχείρισης από αυτή την κρίση. Τώρα αν αυτό, μετά από 3-4 χρόνια – το λέω για να πάρουμε θάρρος όλοι μας – μπορέσει να μας κάνει τουλάχιστον να διορθώσουμε ορισμένες εγγενείς δυσχέρειες, θα είναι κέρδος.
Φαίνεται ότι θα μπορούσε να τεθεί κάτι τέτοιο και αν γινόταν δε νομίζω ότι θα μπορούσαν να επαναληφθούν γνωστά φαινόμενα όπως παλαιότερα κι αυτό είναι κάπως θετικό. Το θετικό όμως ξέρεις ποιο θα ‘τανε και δεν το βλέπω; Θα ήταν μια κοινωνία χωρίς βαρβαρότητες, χωρίς την τερατώδη ανισότητα, μια κοινωνία που θα μου λέει: “είσαι αριστερός ρε Θάνο;” “Είμαι αριστερός”. “Γιατί είσαι αριστερός και τι σημαίνει αυτό;” Ένα πράγμα είναι: θέλω όλοι οι άνθρωποι να ζουν σε μια κοινωνία που να ξεκινάνε απ’ την ίδια γραμμή. Πού θα καταλήξει ο καθένας δεν ξέρω, δεν είμαι ο δογματικός και ανόητος να πω ότι ο χαζός με τον έξυπνο, όλοι, κόψε-ράψε, το ίδιο. Όμως το παιδί που καθαρίζει τα τζάμια και δεν μπορεί να πάει στο σχολείο ή που δεν έχει να φάει είναι το ίδιο με το δικό μου που μπορεί να πάει σε ένα καλό σχολείο, που μπορεί να έχει δυο δασκάλους, που μπορεί να έχει το καλοκαίρι τις διακοπές του; Δεν είναι κρίμα; Τι φταίει το παιδάκι το άλλο; Αυτή η κοινωνία λοιπόν είναι μια κοινωνία τραγικής ανισότητας και βαρβαρότητας. Δε μ’ αρέσει, δεν τη θέλω! Μέσα μου την αντιπαλεύω. Αν όμως με ρωτήσεις “γιατί μιλάς και πότε μιλάς;”, εκεί σηκώνω τα χέρια ψηλά. Δυστυχώς...

Αν μου επιτρέπετε, έχω και μια ερώτηση που είναι κάπως προβοκατόρικη. Διάβασα μια σχετικά παλιά (1997) συνέντευξη που έδωσε ο Διονύσης Σαββόπουλος στον Σταύρο Θεοδωράκη για το περιοδικό Men στην οποία λέει: “Λοιπόν, όσο φτηνό βρίσκω το στίχο: «Μείνε μαζί μου έγκυος...», άλλο τόσο φτηνό βρίσκω το στίχο: «Πώς να ημερέψει ο νους μ’ ένα σεντόνι...» Περνάει ως πρωτοπορία αλλά είναι μαϊμού.” Επίσης, ο Δήμος Μούτσης, σε τηλεοπτική συνέντευξή του στην εκπομπή Έχει Γούστο της Μπήλιως Τσουκαλά, σχετικά πρόσφατα, είπε ότι το “Κι εσύ λαέ βασανισμένε, μην ξεχνάς τον Ωροπό” δεν είναι Τέχνη αλλά κάτι άλλο. Μέσω των σχολίων σας για αυτές τις απόψεις, ήθελα τη δική σας απάντηση στο
αιώνιο ερώτημα: “Τι είναι Τέχνη”.

Θ.Μ.: Μου κάνουν εντύπωση αυτά τα πράγματα και τα θεωρώ και παλιομοδίτικα. Το Ερωτικό του Αλκαίου, το οποίο έχει περάσει τρεις γενιές, είναι νομίζω ένα τραγούδι συγκυρίας και από πλευράς κειμένου, όπως είναι το Δε Λες Κουβέντα των Μούτση-Τριπολίτη ή το Διδυμότειχο Μπλουζ των Μαχαιρίτσα-Σπυρόπουλου ή το Γυρίζω Τις Πλάτες Μου Στο Μέλλον του Τσακνή κ.ά. Είναι τραγούδια τα οποία μετά από 300-400 χρόνια θα λειτουργούν ως αρχαιολογικά ευρήματα με την έννοια ότι οι τότε θα μπορούν να μάθουν και πώς ζούσαμε, ποιες ήταν οι συνθήκες, ακούγοντάς τα. Έχουν ιστορική σημασία. Δεν έχουν κάνει όλοι οι συνθέτες τραγούδια συγκυρίας και ίσως και 2-3 απ’ τους καλύτερους να μην έχουν κάνει. Αν ρωτούσες τώρα τον Σαββόπουλο, πιθανότατα θα το έπαιρνε πίσω αυτό. Ο Δήμος ο Μούτσης είναι ένας ταλαντούχος συνθέτης. Βεβαίως, θυμάμαι μια συνέντευξη που έδωσε, όχι πολύ παλιά, πριν 6-7 χρόνια, σε ερώτηση πώς του φαίνεται η επόμενη από τη δική του γενιά είπε ότι δεν έχει γραφτεί τίποτα σημαντικό με εξαίρεση ίσως λίγο τον Μαχαιρίτσα. Ε, δε λέγεται αυτή η κουβέντα! Οι απίστευτοι Χάρης και Πάνος Κατσιμίχας, θα μου επιτρέψει ο αγαπητός Δήμος, είναι τουλάχιστον ίσοι με αυτόν! Ο Λαυρέντης (Μαχαιρίτσας), ο Νίκος Πορτοκάλογλου, ο Διονύσης Τσακνής, ο (Σωκράτης) Μάλαμας, ο Ορφέας Περίδης, ο Χρήστος Θηβαίος, ο Αλκίνοος Ιωαννίδης, ο Νίκος Ζούδιαρης, ο Μίλτος Πασχαλίδης, ο Φοίβος Δεληβοριάς – και να με συγχωρήσουν οι άλλοι 10 που τους ξέχασα – είναι μια ομάδα μεταξύ 1985 και 1998 που έχουν δώσει αριστουργηματικά πράγματα και έχουν διευρύνει το τραγούδι μας από εκεί που το αφήσαμε εμείς. Δεν μπορεί να λέγονται τέτοιες κουβέντες! Και το τελευταίο, για να μη νομίζεις ότι θέλω να αφήσω τίποτα αναπάντητο: εάν εννοούσε ο Μούτσης ότι ένα πολιτικό μήνυμα δεν είναι αναγκαία καλλιτεχνικό έργο, θα συμφωνήσω.
Όχι όμως γι’ αυτό το τραγούδι. Είναι τραγούδια μιας εποχής του δρόμου που έπαιξαν το ρόλο τους και έχουν τη σημασία τους. Δεν είμαι υπέρ τού “μην αγγίζετε το Μίκη και το Μάνο” αλλά, όταν μιλάμε για το Μίκη Θεοδωράκη, πρέπει να ξέρουμε επίσης τον συγκλονιστικό όγκο των έργων που έγραψε (Raven, Επιζών, Canto General, Άξιον Εστί, είναι εκατοντάδες τα έργα). Είναι μια σειρά μπαλάντες που αφορούν τον αγώνα και την επανάσταση του δρόμου, έχουν συνδεθεί με τη μνήμη του κόσμου, είναι μιας μορφής τραγούδι, δεν κατάλαβα τώρα! Δεν πήγε αυτό τον κύκλο τραγουδιών να τον παίξει με τη συμφωνική ορχήστρα του Βερολίνου ο άνθρωπος! Ίσως λέμε κάποια πράγματα για να εντυπωσιάσουμε.
Θα μπορούσε χωρίς παραδείγματα να πει αυτό που λέω κι εγώ, ότι το θέμα δεν κάνει την Τέχνη. Την Τέχνη την κάνει – και σου απαντάω και στην τελευταία ερώτηση που μου έκανες – ο τρόπος που διαχειρίζεσαι ως φόρμα ένα θέμα. Το περιεχόμενο πρέπει να προκύπτει από τη φόρμα. Αν ήθελε να είναι κακός κανείς με το Μούτση – εγώ πιστεύω ότι είναι σπουδαίος συνθέτης τραγουδιών-τραγουδοποιός – θα του έλεγε: “εγώ, που σου είπα ότι το Δε Λες Κουβέντα είναι τραγούδι συγκυρίας που θα λειτουργήσει ως αρχαιολογικό εύρημα, δε μπορώ να είμαι περήφανος για το «Άσπρα, κόκκινα, κίτρινα, μπλε, καραβάκια στο ταξίδι δε με παίρνετε, καλέ»”. Αλλά δεν πρέπει να το πω γιατί είναι ένα χαρούμενο τραγουδάκι που μπορεί να το ψιθυρίσει κάποια 25χρονη. Είναι κάτι. Υπογράφεται απ’ τον ίδιο. Δε μένω σ’ αυτό, είναι μια στιγμούλα. Θα κάτσω να ασχοληθώ με αυτό, όταν έχω ένα Μούτση που έχει κάνει του κόσμου τους σημαντικούς κύκλους τραγουδιών; Και οι δύο λειτούργησαν λίγο επιπόλαια.

Ακούτε τις παλαιότερες δουλειές σας; Και αν το κάνετε, εντοπίζετε αδυναμίες και πράγματα που θα θέλατε να αλλάξετε;
Θ.Μ.: Εδώ θα σας ξαναπάω στη συνολική πορεία μου και προσφορά μου και το δεύτερο πράγμα που θα σας έλεγα εάν με ρωτούσατε, πέραν της φόρμας, είναι ότι ασχολήθηκα – κι αυτό δεν είναι αξιολογικό – με ένα πολύ μεγάλο μέρος του φάσματος της μουσικής: όπερες, συμφωνικά έργα, μουσική δωματίου, μουσική για θέατρο, μουσική με αυτοσχεδιασμούς, δηλαδή στα όρια της τζαζ, και όλων των ειδών το τραγούδι, κύκλους τραγουδιών κλπ. Αντιλαμβάνεστε ότι ένας αριθμός έργων, συνολικά 300, δεν είναι εύκολο να κάθεσαι να το ξανακούς – παρόλα αυτά, στις μνήμες μου σαφώς επιστρέφω πολλές φορές. Σε αυτό που με ρωτήσατε όμως, ναι, είναι σίγουρο ότι θα διορθώνονταν σελίδες. Έχω ένα παράδειγμα, σε ένα συμφωνικό μου έργο που έγραψα το 1989, το The Hell Of A Season, το οποίο είναι και αγαπητό στις ορχήστρες του εξωτερικού, υπάρχουν 6-7 σελίδες, δηλαδή περί το 1.5 λεπτό, το οποίο προσωπικά αν το έγραφα σήμερα θα το άλλαζα.
Όμως έχω πάρει την εξής απόφαση φίλτατε: λέω: “Πού το έγραψες;” 75 χιλιόμετρα έξω απ’ το Παρίσι, ένα δασάκι πολύ ωραίο, θυμάμαι και τα απογεύματα και τον ήλιο που έδυε, ένα ωραίο κρασί που έπινα μετά. “Πόσο έκανες να το γράψεις;” Δεκαπέντε μέρες. “Ήσουν ωραία τότε;” Πάρα πολύ ωραία! Πολύ ωραίο ταξίδι στην παρτιτούρα, στο δάσος, με τους σκύλους το βράδυ. “Καλώς το έγραψες έτσι. Δε διορθώνεις τίποτα γιατί αυτός ήσουνα τότε, απλώς σε ένα καινούργιο έργο κοίτα να μην επαναλάβεις αυτές τις σελίδες”.

Ήθελα το σχόλιό σας και για τη νέα γενιά δημιουργών, της οποίας ολοένα και μεγαλύτερο μέρος επιλέγει μια διαφορετική από τη μητρική της γλώσσα για να εκφραστεί – είχαμε πρόσφατα και τη μεγάλη επιτυχία της Monika. Πώς βλέπετε αυτό το φαινόμενο;
Θ.Μ.: Κατ’ αρχήν πρέπει να σας πω ότι η Monika μού αρέσει πολύ και θεωρώ ότι έχει στοιχεία πρωτογενή. Άκουσα το cd της αρκετές φορές και μού άρεσε πάρα πολύ. Μάλιστα ήθελα να βρω το τηλέφωνό της να τη συγχαρώ και προσωπικά γιατί δε μ’ αρέσει να τα φυλάω για μένα ή να είμαι τσιγκούνης – της το έχω ανταποδώσει λέγοντας αυτά που σας λέω αρκετές φορές δημοσίως. Περιμένω βέβαια να ακούσω και τη 2η και την 3η δουλειά γιατί με μία δουλειά δεν μπορείς να έχεις ένα οριστικό συμπέρασμα αν και πιστεύω το κορίτσι αυτό έχει ταλέντο και έχει κάτι έντονο. Συνολικά τώρα, μπορώ να καταλάβω τη διάθεση των νέων, και έτσι όπως μεγάλωσαν τα τελευταία χρόνια, να θέλουν κιόλας να θεωρούν τα αγγλικά – γιατί κυρίως στα αγγλικά γράφουν – μια γλώσσα που τους είναι οικεία, μια γλώσσα με την οποία επικοινωνούν με άλλα πράγματα που γίνονται έξω και που θα μπορούσαν εν δυνάμει να επικοινωνήσουν και το υλικό τους, μιας και όπως ξέρεις η ελληνική είναι μια γλώσσα ανάδελφη. Σε ένα παγκοσμιοποιημένο τοπίο, σε ένα παγκοσμιοποιημένο δίκτυο όπως είναι το ίντερνετ, μπορώ να το καταλάβω αλλά δεν πρέπει να ζήσουν μόνο μέσα από το ίντερνετ.
Ξέρεις, τα πιο πέρα δασάκια είναι καταπληκτικά, με ένα περπάτημα δηλαδή στο δρόμο και μεγαλώνοντας ίσως λίγο όλες αυτές τις απίστευτες ομορφιές αυτής της χώρας που είναι συνυφασμένες και με την ιστορία της – δεν είμαι σωβινιστής, δε μιλάω μόνο για την ιστορία 2000 χρόνων, μιλάω και για την τρέχουσα περίοδο – θα καταλάβει κανείς ότι ενώ είμαστε μέλη ενός παγκόσμιου χωριού, ενώ είμαστε μέλη ενός δικτύου όλοι, την ίδια στιγμή έχουμε ορισμένες ιδιαιτερότητες γιατί είμαστε ο κόμβος Δύσης και Ανατολής. Και η γοητεία μας έχει να κάνει ακριβώς με το ότι το ένα μας χέρι είναι δυτικό και το άλλο ανατολικό. Όταν αυτό γίνει κατανοητό, τότε αυτόματα θα προκύψει ότι υπάρχει ένα πλούτος της γλώσσας που πρέπει να συνεχιστεί. Δεν είναι δυνατόν να αφήσεις ως τελευταίο εκφραστή σου τον Καβάφη ή τον Ρίτσο, είσαι υποχρεωμένος να το συνεχίσεις. Αλλοίμονο μας αν και οι επόμενοι ποιητές γράφουν στα αγγλικά – ας μεταφραστούν στα αγγλικά αλλά όχι και να γράφουν. Δεν είναι ένα τεχνικό ζήτημα, είναι ένα ζήτημα καθημερινής ζωής. Ενώ λοιπόν καταλαβαίνω το γιατί, πιστεύω ότι τα πιο ταλαντούχα από αυτά τα παιδιά θα πρέπει να ασχοληθούν και με την ελληνική γλώσσα. Κι ο τρόπος που θα ασχοληθούν με αυτή θα είναι κυρίως μέσω των ποιητών μας, να διαβάσουν την ποίηση, να διαβάσουν πολύ Καρυωτάκη, είναι απίστευτος, κι όχι μόνο, κι ας διαβάσουν κι ορισμένους από μας που μελοποιήσαμε ποιητές και υπάρχει μια πολυμορφία που αν δεν θέλουν να τη δουν ως παρόν, τουλάχιστον ας τη δουν ως κοντινό παρελθόν.

Έχετε κάνει δίσκους με μεγάλους ερμηνευτές των προηγούμενων γενεών – στο μυαλό μου έρχονται ο Γιώργος Νταλάρας και ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου – των οποίων εδώ και χρόνια οι δισκογραφικές εργασίες, κατά γενική ομολογία, υπολείπονται αισθητά σε ποιότητα σε σχέση με το παρελθόν. Θα κάνατε ξανά κάποιο δίσκο με αυτούς τους ερμηνευτές; Είναι κάτι που πολλοί θα περίμεναν με αγωνία.
Θ.Μ.: Έχω κάνει δουλειές με πάρα πολλούς ερμηνευτές. Θα προσθέσεις σε αυτούς τον Μητσιά, το Μητροπάνο, την Αλεξίου, τον Γιάννη Κούτρα, από το εξωτερικό τη Milva κ.ά. Όπως κάνω και με καινούργιους όπως η Ρίτα Αντωνοπούλου. Νομίζω η συνεργασία μου με κάποιους μεγάλους τραγουδιστές έχει κλείσει. Ούτε εγώ μπορώ να τους προσφέρω τίποτα, ούτε αυτοί. Εξακολουθούν να μου είναι συμπαθείς κάποιοι απ’ αυτούς, ο Βασίλης π.χ. είναι ένα πάρα πολύ καλό παιδί. Εάν συζητήσουμε για μια σειρά πράγματα που κάνουν, δεν θα είμαι πολύ μακριά από τη δική σας άποψη – όσο τους ξέρω δηλαδή. Θα προτιμούσα κι εγώ να είχαν κάνει πολύ καλύτερα πράγματα. Αλλά ακόμα κι αν είχαν κάνει καλύτερα πράγματα, εγώ κυνηγάω πάντα το καινούργιο όπως το κυνήγησα την εποχή που ήμουν 20 χρονών. Δεν πήγα να κάνω με τον Μπιθικώτση, το οποίο ήταν εύκολο, πιστέψτε με. Αν δείτε την πορεία μου, ανακαλύπτω τον Γιάννη Κούτρα 20 χρονών, που δεν είχε τραγουδήσει ποτέ και τίποτα, και του δίνω ένα έργο πολύ δύσκολο, τη Μουσική Πράξη Στον Μπρεχτ – μετά πήρε τον Καββαδία. Η πορεία μου δείχνει ότι κοιτάζω συνεχώς προς τις νεότερες γενιές κάθε φορά. Το 2006 ανακάλυψα μια κοπέλα, τη Ρίτα Αντωνοπούλου, η οποία είναι πάρα πολύ δυναμική περίπτωση και ελπίζω ότι τα επόμενα 4-5 χρόνια μπορεί να κάνει σημαντικά πράγματα, με την έννοια ότι η φωνητική αλλά και θεατρική της χειρονομία αξίζει πολύ – και η κοπέλα είναι 30 και κάτι. Μου αρέσει επίσης η συνεργασία με ορισμένους από τους τραγουδοποιούς που έχουν πολύ καλή φωνή. Τραγούδησαν στον Καββαδία ο Χάρης και ο Πάνος Κατσιμίχας, τραγούδησε στη συνέχεια ο Λαυρέντης (Μαχαιρίτσας), ο οποίος είχε μια πολύ ιδιαίτερη φωνή, ο (Χρήστος) Θηβαίος με τον Άμλετ Της Σελήνης, συνεργάστηκα με τον (Μίλτο) Πασχαλίδη, ο οποίος έχει μια ιδιαίτερη φωνή, για μια σειρά άλλα πράγματα. Αυτός είναι ο χώρος κι αυτό είναι που κοιτάω. Πρέπει να σου πω ότι, παρόλη τη δυσκολία του χρόνου, γιατί έχω πάρα πολλή δουλειά, δεν αφήνω τις ευκαιρίες, όσο μπορώ, και ακούω και πολύ καινούργια παιδιά που μου στέλνουν ντέμο. Τώρα συμμετείχα στην ανακάλυψη μιας κοπέλας 24 χρονών, της Άννας Λινάρδου, που την παρουσίασα στον τελευταίο δίσκο της Ελευθεροτυπίας, με τα ανέκδοτα κομμάτια, και τώρα, με μεγάλη μου χαρά την είδα με τον Πασχαλίδη στον Σταυρό Του Νότου να είναι εξωφρενικά καλή. Με τέτοια πρόσωπα θέλω να δουλέψω.

Κλείνοντας, ήθελα να σας ρωτήσω, μετά από τόσα χρόνια, τόσες δουλειές, τόσες συναυλίες, τι είναι αυτό που σας κάνει να θέλετε να συνεχίσετε;
Θ.Μ.: Εκείνο που δεν είναι, είναι ένας ακόμα πλατινένιος ή χρυσός δίσκος, μια ακόμα ορχήστρα να παίξει τη μουσική μου ή κάτι τέτοιο. Με τίποτα! Γιατί όντως είναι πάρα πολλά αυτά που έχω κάνει. Θα σου δώσω δυο απαντήσεις, και οι δυο είναι έντιμες. Την πρώτη σου την έχω δώσει με τον Καββαδία: γιατί κι εγώ θέλω να ξεπερνάω τις καταγεγραμμένες μου δυνατότητες και το κάνω μέσα από τη μουσική. Η δεύτερη απάντηση είναι πιο προσωπική κι είναι απολύτως ειλικρινής. Κάποια στιγμή, όταν μεγαλώσεις, θα αρχίσεις να σκέφτεσαι το θέμα του θανάτου – και πρέπει να συμφιλιωθείς μαζί του γιατί αλλιώς κάηκες. Αυτή η περιπέτεια του ανθρώπου στη Γη δεν είναι περίεργο ότι απ’ την αρχή έχει ένα συγκεκριμένο τέλος; Και πιάνω τον εαυτό μου να μιλάει γι’ αυτή την περιπέτεια του ανθρώπου σα να είναι ένας πυγμαχικός αγώνας 15 γύρων. Απέναντί σου ο Χρόνος, ψηλός πυγμάχος, 3 μέτρα, με κάτι χερούκλες, κι εσύ στο 1.70, χοντρούλης, με τα γαντάκια σου. Και ξέρεις ότι στον 15ο θα σε ρίξει νόκ άουτ. Τελειώνει. Ε, λοιπόν, μέσα από τη μουσική, θέλω σε κάθε γύρο να τον κερδίζω στα σημεία.
Οι απόψεις και οι σκέψεις των συνεργατών του Ορφέα δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τη γνώμη του περιοδικού.
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΥ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Κάθε μου λέξη μια σταγόνα αίμα.
Μίλτος Σαχτούρης

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

14/11/1949 Γεννήθηκε ο τραγουδοποιός Βαγγέλης Γερμανός
14/11/1952 Γεννήθηκε στην Αθήνα η τραγουδίστρια Δήμητρα Γαλάνη
14/11/1989 Ο Μάνος Χατζιδάκις ίδρυσε την Ορχήστρα των Χρωμάτων

ΤΥΧΑΙΑ TAGS