Τριάντα χρόνια στη δισκογραφία, αρκετοί δίσκοι, όχι όμως τόσοι πολλοί για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα. Και όλοι ή σχεδόν όλοι τους προσωπικοί και ως προς το στίχο και ταυτόχρονα στην πλειοψηφία τους πολυσυλλεκτικοί ως προς τους ερμηνευτές. Είναι σα να παίζατε κρυφτούλι με τη δισκογραφία, να μη θελήσατε να συμβιβαστείτε ούτε με υποχρεωτικές συνεργασίες, ούτε με λογικές μάρκετινγκ που επιβάλλουν δίσκους κάθε ένα και δύο χρόνια. Έτσι είναι; Δεν είναι παράτολμο εγχείρημα αυτό για έναν καλλιτέχνη, όσο ανεξάρτητος κι αν επιδιώκει να είναι ή όσο κι αν η καλλιτεχνική του ολοκλήρωση το επιτρέπει;
Γ.Σ.: Έχω ξαναπεί πως την δισκογραφική μου περιπέτεια με όσα αυτή συνεπάγεται, την βίωσα σαν παιχνίδι, σαν ανάπαυλα, ή αν θέλετε σα μιαν ακατανόητη αλλά υποχρεωτική διαδικασία. Πολύ απλά, δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς. Ποτέ δεν αποτέλεσε αντικείμενο σπέκουλας. Η ευκολία με την οποία δημιουργούσα μια μελωδία, ισοπέδωνε ή και ακύρωνε την ίδια την σπουδαιότητα αυτής μου της ικανότητας… Ότι για πολλούς αποτελούσε διαδικασία πολλές φορές επώδυνη και άνιση, για μένα ήταν κάτι απόλυτα φυσιολογικό και για το οποίο – το σημαντικότερο – δεν προσπαθούσα. Από την στιγμή εκείνη και μετά, πολλές ήταν οι συμπεριφορές μου που παρερμηνεύτηκαν. Κάποια στιγμή που είχα εισπράξει πολύ μεγάλη δημοσιότητα, συνειδητοποίησα πόσο εύκολα αλλοτριωνόμουν, και τρόμαξα. Και όπως στην οδήγηση η τήρηση σωστών αποστάσεων σώζει ζωές, έτσι και με την δημοσιότητα, καλύτερα να σε αποζητούν παρά να σε βαριούνται.
Πολλοί καλλιτέχνες θέτουν στον εαυτό τους το δίλημμα «λυρικός» ή «λαϊκός» και συχνά κάνουν το διαχωρισμό αυτό στα έργα τους, είτε συνθετικά, είτε ενορχηστρωτικά ή ακόμη και ως προς την επιλογή ερμηνευτών ή στίχων, εφόσον αφορούν και τραγούδια. Στα δικά σας έργα –και αν κάνω λάθος διορθώστε με- αυτές οι δύο έννοιες μόνιμα συνυπάρχουν και μάλιστα δένουν αρμονικά. Είναι τυχαίο ή απλά φυσιολογικό; Γ.Σ.: Είναι θέμα ισορροπίας, «αρμονικής οικονομίας» μιας δουλειάς, και προσωπικής αίσθησης της μουσικής «χωροταξίας».
Το 2003 κυκλοφόρησε ο δίσκος σας με τον τίτλο «Codes». Ένας ιδιαίτερος δίσκος με ορχηστρικά θέματα και τη συμμετοχή της ηθοποιού Κάτιας Δανδουλάκη σε μία ιδιότυπη πρόζα, έναν θεατρικό μονόλογο. Καταρχήν, γιατί την κυρία Κάτια Δανδουλάκη; Γ.Σ.: Γιατί είναι όχι μόνο η συνέπεια προσωποποιημένη, αλλά και μια πολύ μεγάλη ηθοποιός. Και πάνω απ’ όλα άνθρωπος με βαθειά καλλιέργεια. Είναι όμως και η μοναδική αυτή ποιότητα του φωνητικού της ηχοχρώματος, καθώς επίσης και οι εξαιρετικές ισορροπίες που ξέρει να κρατά, μεταφράζοντας και ζυγίζοντας πάντα σωστά τις συγκινησιακές φορτίσεις και διανθίζοντάς τις με τις απαραίτητες σιωπές.
Εδώ, φαίνεται πως ξεφεύγετε και από το λυρικό και το λαϊκό που λέγαμε νωρίτερα και βαδίζετε σε ηλεκτρικό και ηλεκτρισμένο ήχο, με πολλές ηχητικές προσμίξεις που θεματολογικά παραπέμπει σε μία διαρκή σύγχρονη περιπλάνηση με πραγματικές αναφορές, όπως τουλάχιστον προδίδουν οι αγγλικοί τίτλοι των συνθέσεων. Πως οδηγηθήκατε στο δίσκο αυτό; Γ.Σ.: Σήμερα, η τάση στο εξωτερικό κυρίως, είναι η αναζήτηση και η αντιγραφή της ίδιας της γλώσσας του Σύμπαντος. Μπαίνουν στο στόχαστρο οι ήχοι αλλά και οι ρυθμοί του. Αν είχα την δυνατότητα και ξανάρχιζα από την αρχή, θα ακολουθούσα τον δρόμο της κοσμολογίας. Έχουμε ήδη μπει σε μια εποχή όπου σε λίγο τίποτα δεν θα είναι ίδιο με όσα γνωρίζουμε. Η ίδια η έννοια της γνώσης θα αλλάξει. Ήδη μιλούμε για ανατροπή της παραδοσιακής φυσικής, για μαθηματικούς συλλογισμούς στη θέση των υπολογισμών, για νέα παγκόσμια ηθική τάξη! Ένα πολιτισμικό άλμα συντελείται, όμως στη χώρα του Δημόκριτου όλοι ζητούν ακόμα λίγο χρόνο μέχρι να… ολοκληρώσουν φλυαρώντας σα μαϊντανοί στους ναούς του σύγχρονου πολιτισμού που είναι τα κανάλια ! Η καλλιτεχνική δημιουργία ακολουθεί κι αυτή τους ρυθμούς της εξέλιξης. Μόνο που στην Ελλάδα παραμένομε πεισματικά αγκυλωμένοι και καταδικασμένοι στις… χρυσές εποχές ! Ακόμα δεν λέει να ξεπεραστεί ούτε η εφηβεία αλλά ούτε και η κρίση της. Στην συγκεκριμένη δουλειά «Codes» στην οποία και αναφέρεστε, αναζητούσα έναν τρόπο έκφρασης που να πλησιάζει αυτές τις αναζητήσεις, που να απηχεί μια άλλη αισθητική προσέγγιση.
Αν ρίξουμε μία ματιά στη δισκογραφία, θα δούμε πως οι δίσκοι με αποκλειστικά ορχηστρικές συνθέσεις εξακολουθούν να ζουν στη σκιά των τραγουδιών, παρόλο που έχουμε να κάνουμε με πολλά και υπέροχα δημιουργήματα. Είναι στην Ελλάδα το μουσικό τοπίο σχεδόν αποκλειστικά τραγουδιστοκεντρικό; Είναι μία πάγια αδυναμία αυτή γενικότερα της μουσικής στην εποχή μας; Είναι το μάρκετινγκ; Ή έχουμε γίνει τόσο μαλθακοί που θέλουμε ακόμη και τις σκέψεις και τα συναισθήματα μας σερβιρισμένα στο πιάτο; Γ.Σ.: Η χώρα μας δεν έχει την μεγάλη μουσική παράδοση της Δύσης. Το τραγούδι κυριάρχησε και κυριαρχεί σαν εργαλείο και εκτόνωσης, και ανάτασης, και επιμόρφωσης, και στράτευσης, με αρκετή δόση καπηλείας σε όλες του αυτές τις εκδοχές. Καλλιεργήθηκε ένα αξιακό σύστημα με κεντρικό άξονα αναφοράς το τραγούδι, με πολλές εξαρτήσεις και με αρκετή δόση σοβαροφάνειας. Πολλές φορές χρησιμοποιήθηκε λειτουργώντας σαν βαλβίδα ασφαλείας στην χύτρα ενός άθλιου κράτους, προσφέροντας είτε λύτρωση μέσα από έναν μελοδραματικό παροξυσμό, είτε εκτόνωση στην λαϊκή αγανάκτηση… Μοιάζει λίγο με αφρικάνικη παγίδα, δεν καταλαβαίνεις πότε πέφτεις, αλλά γεγονός είναι ότι δεν μπορείς να ξαναβγείς.
Το 2005 κυκλοφόρησε ο δίσκος σας «Ώρες μου χρωματιστές». Δίσκος που περιλαμβάνει νέες εκτελέσεις των πιο γνωστών τραγουδιών σας, από άλλους, γνωστούς ερμηνευτές. Για παράδειγμα, ο Γιώργος Νταλάρας, τραγουδά το πασίγνωστο «Ήσουνα φεγγάρι», σε μία πολύ διαφορετική εκδοχή από την πρωτότυπη, αλλά το ίδιο αξιοπρόσεχτη. Ωστόσο, εσείς για ποιο λόγο προχωρήσατε στην έκδοση αυτή; Δε φοβηθήκατε μήπως τρωθεί η μαγεία των πρώτων εκτελέσεων; Ποια ήταν δηλαδή η καλλιτεχνική σκοπιμότητα της επιλογής των ερμηνευτών πάνω στα συγκεκριμένα τραγούδια; Θέλατε να καταγραφεί δισκογραφικά και μια άλλη διάσταση στα κομμάτια σας αυτά και πιστεύετε ότι την έδωσαν οι συγκεκριμένες φωνές;
Γ.Σ.: Η επιλογή έγινε με γνώμονα όχι μόνο την αυστηρά καλλιτεχνική, αλλά και την εμπορική απήχηση του δίσκου. Άλλο αν αυτό το τελευταίο δεν βοήθησε και τόσο. Μου έδωσε ωστόσο τη χαρά να συνεργαστώ με εξαιρετικούς καλλιτέχνες.
Την κατάσταση στη χώρα μας σήμερα πως τη βλέπετε; Για να παραφράσω έναν τίτλο τραγουδιού σας, είμαστε «μια νύχτα που δεν ξημερώνει»; Θα γίνουμε άραγε πάλι άμαξα ή θα μείνουμε κολοκύθα; Γ.Σ.: Μια κατάσταση αναλύεται σωστά όταν έχει και συνειδητοποιηθεί και απενοχοποιηθεί. Εδώ δεν συμβαίνει ούτε το ένα ούτε το άλλο. Και το σημαντικότερο, βρισκόμαστε ακόμα στην αρχή ενός μεγάλου και μοναχικού ταξιδιού μέσα στη νύχτα. Κάτι που φοβούμαι είναι ο σταδιακός εκφασισμός της ευρωπαϊκής κοινωνίας.
Ο Μάνος Χατζιδάκις είχε πει κάποτε: «Δεν έχουμε πολιτισμό και η απόδειξη είναι ότι έχουμε Υπουργείο Πολιτισμού.». Είναι αυτή η σκληρή πραγματικότητα; Γ.Σ.: Διαφωνώ με αυτό που είπε ο Μ. Χατζιδάκις γιατί ανακυκλώνει μια παρερμηνεία. Και στις εξελιγμένες κοινωνίες της Δύσης υπάρχουν υπουργεία πολιτισμού. Η παρεξήγηση εστιάζεται στην συγκεκριμένη ορολογία από τη μια, και στην δική μας γλωσσική ανεπάρκεια - στην συγκεκριμένη περίπτωση να ξεχωρίσει έννοιες - από την άλλη. Ο όρος πολιτισμός εκφράζει στην γλώσσα μας ταυτόχρονα και τον πολιτισμό, και την καλλιέργεια, δηλαδή την κουλτούρα. Συχνά ακούγεται η φράση «δεν έχετε πολιτικό πολιτισμό». Η σωστή εκδοχή θα ήταν «στερείστε πολιτικής κουλτούρας». Ο Τζακ Λανγκ είχε υπηρετήσει σαν υπουργός κουλτούρας, δηλ. πολιτισμού, επί σειρά ετών σε μια χώρα υπόδειγμα πολιτισμού όπως θεωρείται η Γαλλία. Αλλά βέβαια, εδώ το ιδιαίτερο βάρος το προσδίδει και η ίδια η προσωπικότητα του ατόμου που υπηρετεί στο συγκεκριμένο αυτό αξίωμα. Και όσον αφορά την περίπτωση του Γάλλου υπουργού, κάθε σύγκριση μοιάζει δυσανάλογη και περιττή.
Ποια είναι η γνώμη σας για τους νεότερους συνθέτες; Υπάρχουν; Κι αν ναι, υπάρχει χώρος για αυτούς; Κι αν υπάρχει, υπάρχει και χώρος για τη μουσική τους; Με άλλα λόγια, που βαδίζει η μουσική και το τραγούδι σήμερα; Γ.Σ.: Σήμερα ο κάθε δημιουργός, αναζητεί να ενταχθεί μέσα στην καινούρια αφήγηση μιας χώρας που δεν ανάπτυξε ποτέ δική της ουσιαστικά αφήγηση. Στον τόπο μας εξαφανίστηκαν ή δεν αφομοιώθηκαν ποτέ σωστά σημαντικά κεφάλαια, εκείνα που θα ήταν απαραίτητα για την σύνθεση μιας ολοκληρωμένης ανάγνωσης. Υπάρχει έλλειμμα και ενότητας και συγκρότησης. Οι λόγοι είναι πολλοί. Δεν υπήρξε ποτέ πραγματική εθνική συμφιλίωση, γιατί δεν δόθηκε η ευκαιρία για έναν ειλικρινή εθνικό διάλογο. Σύγχρονοι κοτζαμπάσηδες, πρωτοπαλίκαρα ενός διεφθαρμένου και αξιοθρήνητου κρατικού μοντέλου με φοβικά σύνδρομα και ψυχοπαθολογικά προβλήματα, πριμοδοτούν την ημιμάθεια δηλ. την υποτέλεια και τον ευτελισμό. Κάνουν την δουλειά τους αναπτύσσοντας μηχανισμούς που αποκτούν την δύναμη και τις ικανότητες μιας Λερναίας Ύδρας. Παράλληλα με την παραπολιτική, αναπτύχθηκε και η παρακαλλιτεχνία, η παραδημοσιογραφία, η παραπαιδεία… Το κοκτέιλ είναι εκρηκτικό. Γι’ αυτό και φοριέται το καπέλο της υπεροψίας με τέτοιο στόμφο. Γιατί αυτός που το φορά, βρίσκεται σε διαρκή άμυνα λόγω ανεπάρκειας.
Πως νιώθετε μέσα σε αυτό το σύστημα των καιρών μας που τρέφει την τέχνη μέσα από την υπερπροβολή και τη σαβούρα; Γιατί κάνουμε τα πάντα για μια στιγμή δημοσιότητας; Γ.Σ.: Πάντα απέφευγα όπως ο διάβολος το λιβάνι την μετάβασή μου στην… Κανόσα (*).
Είστε ακριβοθώρητος και στις ζωντανές εμφανίσεις. Δε σας λείπει η επαφή με το κοινό; Γ.Σ.: Θα ’θελα πια να έχω ένα κοινό που να αποτελείται από συνοδοιπόρους στη στράτευση για την σωτηρία στης φύσης και της κάθε μορφής ζωής. Αρκετά ασχολήθηκε με τους καλλιτέχνες. Η τέχνη στη χώρα μας έχει χάσει προ πολλού το στοίχημα με την ιστορία. Έπεται ασθμαίνουσα πίσω από κάθε λογής ξετσίπωτους και θρασείς νάρκισσους που «πριμοδοτούν» ένα παιχνίδι που αν δεν είναι εθνικά ύποπτο, είναι βαθειά νοσηρό.
«Σε γύρεψα ανάμεσα στους τσιμεντένιους σκελετούς που ορθώνονταν κι έπνιγαν τα λιγότερο ευνοούμενα προάστια, σαν κρεματόρια της φύσης… Στα καταστήματα φωτιστικών και τα γραφεία τελετών που αφθονούν σ’ αυτή τη χώρα, στα κορνιζάδικα με την πραμάτεια στιβαγμένη στα πεζοδρόμια. Μέσ’ τ’ αποπνιχτικά καλοκαιριάτικα απομεσήμερα, στο βραδυνό παζάρι της Κυριακής, στα τσαλακωμένα κουτιά των αναψυκτικών, στο εμπριμέ φουστάνι του ηλιοκαμμένου κοριτσιού που μύριζε βαρύ αποσμητικό και τσίχλα, στη χιλιάρα μηχανή που ξαπόσταινε πλάι στ’ αλουμινένιο μεγαθήριο και σου πλήγωνε τα μάτια. Σε γύρεψα πέρα απ’ την ένοχη συνείδησή μου, ανάμεσα στα πλαστικά μπαλκόνια και τη σαγρέ ομοιομορφία των προσόψεων, στα πανάκριβα ρετιρέ απ’ όπου ακούγονταν οι αφιερώσεις των ραδιοπειρατών, στις απομιμήσεις του πορτραίτου σου, σε γύρευα…, κι ας ήξερα πως σ’ είχα για πάντα χάσει. Έτσι και γώ, παιδί βγαλμένο απ’ την αρρώστια σου και απ’ τα χτυπήματα που σου δώσανε οι δολοφόνοι, άλλη γλώσσα δεν έμαθα απ’ αυτή που σου γράφω, τώρα που γίνηκε μουσική και πήρε τη μορφή σου.». Το παραπάνω το γράψατε στο ξεκίνημά σας, στο δίσκο «Έρημη πόλη». Σήμερα, σχεδόν τριάντα χρόνια μετά, εξακολουθεί να σας εκφράζει; Γ.Σ.: Αυτά τα λόγια μοιάζουν λίγο με το χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου. Η ζωή του νεοέλληνα λεηλατήθηκε από την χειρότερη μορφή καπιταλιστικής αδηφαγίας που υπήρξε ποτέ. Η Αθήνα και η κάθε σύγχρονη ελληνική πόλη προκαλεί τον σύγχρονο πολιτισμένο κόσμο και τις αξίες του. Μιλούμε για τερατογένεση, κανείς όμως δεν ασχολείται με το πρόβλημα. Οι νέες γενιές, επειδή δεν γνώρισαν την ομορφιά, εκδικούνται καταστρέφοντας. Η νεώτερη αρχιτεκτονική της χώρας αποτελεί χαστούκι για τον κάθε Ικτίνο. Δεν έχει σχέση ούτε με την παράδοση της χώρας ούτε και της Δύσης. Αλλά ούτε καν της Ανατολής. Μέσα από αυτή την «γραφή» ο ιστορικός του μέλλοντος θα μπορεί να ξετυλίξει το κουβάρι μιας εθνικής τραγωδίας που δεν έχει προηγούμενο. Και σίγουρα θα χρειαστούν και ψυχαναλυτές, και ψυχίατροι, αλλά και εγκληματολόγοι. Και τότε μόνο η ιστορική αλήθεια θα μπορέσει να διατυπωθεί σωστά αλλά και να πάει η χώρα ένα βήμα μπρος.
Τελειώνοντας και αφού σας ευχαριστήσω για αυτή την πραγματικά ενδιαφέρουσα κουβέντα, θα ήθελα να σας ρωτήσω: Αν ήσασταν στη θέση μου, τι τίτλο θα θέλατε να βάλετε στη συνέντευξη αυτή; Γ.Σ.: Μα… τελειώσαμε κιόλας ; ΠΑΡΑΚΑΛΩ ΔΩΣΤΕ ΜΟΥ ΕΝΑ ΛΕΠΤΟ ΑΚΟΜΗ ΓΙΑ ΝΑ… ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΩ !!! |