Ο παππούς σου ήταν ο πρώτος άνθρωπος που σε έφερε σε επαφή με τον κόσμο της μουσικής. Ήταν η μοναδική σου επιρροή στα παιδικά σου χρόνια; Απόστολος Ρίζος: Όχι, δεν ήταν η μοναδική μου επιρροή. Ήταν, όμως, η βασικότερη. Τα πρώτα μου ακούσματα ήταν από μια κασέτα του παππού μου όπου τραγουδούσε ένας Ρώσος τροβαδούρος. Θυμάμαι είχε ματωμένη, βραχνή φωνή και έπαιζε κιθάρα. Ήταν πολύ παλιά , δεν είχε καν ετικέτες. Έτσι, δεν έμαθα ποτέ ποιος ήταν αυτός ο τρομερός τροβαδούρος. Όταν ήμουνα έξι χρονών, γυρνώντας από το σχολείο, πήγαινα στον παππού μου και ασχολούμασταν μονάχα με την μουσική. Είχε στο σπίτι του μια κιθάρα. Μου άρεσε πάντα σαν σχήμα και σαν ήχος. Απ’ αυτόν έμαθα τα πρώτα μου ακόρντα στην κιθάρα και τα πρώτα μου τραγούδια. Ο παππούς μου, εκτός από τσαγκάρης ήταν και μέλος μιας παρέας κανταδόρων που παίζαν σε ταβέρνες. Επίσης, έπαιζε εξαιρετική φυσαρμόνικα. Ήταν σίγουρα μια από τις ασυνείδητες επιρροές που δέχτηκα. Αυτός είναι και ο λόγος που την χρησιμοποιώ στις μουσικές μου. Μου αρέσει πολύ ο ήχος της. Όταν πέθανε ο παππούς μου συνέχισα να ασχολούμαι με την μουσική μαζί με έναν φίλο της παρέας αυτής των κανταδόρων. Ύστερα όμως, άκουσα σε μεγάλο βαθμό ελληνικό τραγούδι. Τραγούδια της μεταπολίτευσης, παλιά λαϊκά, παραδοσιακό τραγούδι αλλά και κλασσικό ροκ, ιταλικό τραγούδι. Επίσης ερχόταν ένας θείος μου από την Γερμανία και μας έφερνε δίσκους. Στην εφηβεία, κυρίως, περνούσα πολλές ώρες παίζοντας και γράφοντας τραγούδια.
Στην ηλικία των 15 έπαιζες μόνος σου ή με μπάντες. Ήσουν συνειδητοποιημένος από αυτή την ηλικία ότι θα το έκανες επαγγελματικά; Α. Ρ.: Δεν είχα σκεφτεί να ασχοληθώ επαγγελματικά με το τραγούδι. Πάντοτε έπαιζα μουσική και προσπαθούσα να μεταφέρω στην κιθάρα μου μελωδίες. Στα τραγούδια έβρισκα έναν τόπο που όχι μόνο περνούσα όμορφα αλλά συντελούσε και στην διαμόρφωση του χαρακτήρα μου. Η συναναστροφή μου με την μουσική αποτελεί ένα από τα ισχυρότερα σημεία της παιδείας και της μόρφωσής μου. Από τα 15 μου, λοιπόν, άρχισα να παίζω μπροστά σε κοινό τα τραγούδια που αγαπούσα. Δεν ήμουνα πολύ καλός στις διασκευές γιατί πάντα είχα μια διάθεση να ξεκινάω από κάτι και να προσπαθώ να το κάνω κάτι διαφορετικό. Κάτι με την δική μου ταυτότητα. Με αυτό τον τρόπο άρχισα να γράφω και τα πρώτα μου κομμάτια. Άλλα δεν είχα σκεφτεί ότι η μουσική θα γίνει η δουλειά μου γιατί πάντοτε υπήρχε στην ζωή μου. Αβίαστα και φυσικά. Στα 22 σου χρόνια κυκλοφορεί η πρώτη σου δισκογραφική δουλειά με τον Νίκο Ζούδιαρη. Πιστεύεις ότι ήρθε νωρίς ένα τόσο μεγάλο βήμα στην ελληνική δισκογραφία; Α. Ρ.: Δεν μπορώ να σου απαντήσω σε αυτό. Ήταν μια πολύ ευτυχής σύμπτωση. Τραγουδούσα τότε στην μουσική σκηνή «Χαμάμ» στο πλευρό του Γιώργου Ζήκα και του Τάκη Μπουρμά. Εκεί με άκουσε πρώτη φορά ο Νίκος Ζούδιαρης. Είχα μεγάλη αγωνία και άγχος όταν τον γνώρισα. Δοκίμαζε τότε το «Τι να θυμηθώ». Αυτό το τραγούδι στάθηκε αφορμή για να τραγουδήσω εγώ τα κομμάτια του δίσκου του με τίτλο «Ένας κύκνος κλαίει». Μπορώ να πω ότι υπήρχε μια φυσική ροή. Ήταν κατά κάποιο τρόπο φυσική συνέπεια της πορείας μου από την στιγμή που βρισκόμουν έξω και έπαιζα μουσική. Εκείνο το διάστημα ανακάλυψα μέσα μου κάποια κομμάτια τα οποία δεν είχα δει πριν και μέσα από αυτή την διαδικασία άρχισα να τα βλέπω πρώτη φορά. Μπορεί ακόμη, και να μην ήθελα να συμφιλιωθώ μαζί τους πριν μπω στην συγκεκριμένη διαδικασία. Σαν ένα είδος αντίδρασης επειδή δεν ήθελα να παίζω μουσική επαγγελματικά. Η ζωή, όμως, με έφερε σε αυτό το δρόμο. Τον Μάιο κυκλοφόρησες την καινούργια σου δισκογραφική δουλειά με τίτλο «Τι είδες που δεν είδα εγώ». Κάθε τραγούδι αντιπροσωπεύει και μια σκηνή μιας ερωτικής ιστορίας. Πως προέκυψε το συγκεκριμένο concept; Α. Ρ.: Κάποια στιγμή πήρα απόφαση να τελειώσω τις σπουδές μου στο Πολυτεχνείο με αφορμή τον στρατό και διάφορες άλλες συγκυρίες που ζούσα. Εκείνο το διάστημα άρχισα να θυμάμαι κάποια κομμάτια που είχα γράψει στην εφηβεία μου. Στην συνέχεια έγραψα και κάποια άλλα, καινούργια. Έχοντας, λοιπόν, έναν πυρήνα τεσσάρων κομματιών και με δεδομένη την αγάπη που έχω για τους θεματικούς δίσκους ξεκίνησα να ετοιμάζω το καινούργιο άλμπουμ. Τα υπόλοιπα τραγούδια του δίσκου γράφτηκαν για την ιστορία αυτή. Είναι το χρονικό μιας ερωτικής σχέσης δυο ανθρώπων αλλά όχι σε ένα επιφανειακό επίπεδο. Ο έρωτας είναι το δραματικό του στοιχείο. Επί της ουσίας έχει να κάνει με την βαθειά επικοινωνία που μπορεί να έχουν δυο άνθρωποι όταν ζούνε κάτι κοινό. Το ερωτικό στοιχείο το έβαλα για δραματουργικούς λόγους. Στον δίσκο αυτό υπάρχει η οπτική πλευρά του ενός μόνο. Μιλάει όμως και για τους δυο. Έτσι προέκυψε και ο τίτλος του δίσκου. Στο τέλος ο ήρωας εμφανίζεται να έχει πλήρη επίγνωση του τι έχει συμβεί μεταξύ τους. Το τελευταίο τραγούδι του δίσκου, το «Περάσαν χρόνια», είναι το επιμύθιο της ιστορίας αλλά και το παράθυρο προς το μέλλον. Όλο αυτό έχει σαν βάση μια διάθεση αυτογνωσίας παρά αυτοκριτικής ή απολογισμού. Είναι η πιο προσωπική σου δουλειά καθώς υπογράφεις τους στίχους, την μουσική και την ενορχήστρωση των τραγουδιών. Είναι πιο εύκολο να ερμηνεύεις τραγούδια που είναι εξ ολοκλήρου δικά σου; Α. Ρ.: Πάντα έμπαινα στην διαδικασία να γράφω μουσική, στίχους και να τραγουδάω. Όλα αυτά λειτουργούν σαν συγκοινωνούντα δοχεία. Δεν σημαίνει ότι αφιερώνω ίδιο χρόνο σε καθένα από αυτά αλλά υπήρχαν πάντα και τα τρία. Όταν μπαίνω, λοιπόν, στην διαδικασία να τραγουδήσω ένα τραγούδι που έχει γράψει κάποιος άλλος, δεν λειτουργώ μόνο στο εκτελεστικό κομμάτι. Έχοντας γνώση και εμπειρία στο δημιουργικό κομμάτι της μουσικής έρχομαι πιο κοντά στον πυρήνα της δημιουργίας και του άλλου δημιουργού χωρίς να στέκομαι μόνο σε ένα εκτελεστικό επίπεδο. Γι’ αυτό το λόγο όποιο τραγούδι έχω τραγουδήσει χαίρομαι πάρα πολύ που το έχω τραγουδήσει. Πάντα λειτουργούσα σε μια τραγουδοποιητική βάση είτε ένα τραγούδι είναι δικό μου είτε όχι. Οπότε δεν ήταν για μένα θέμα χρόνου πότε θα εκδώσω δικά μου κομμάτια. Όταν προέκυψε αυτή η ιστορία, προσπάθησα να την καταγράψω, να την ηχογραφήσω και να την παρουσιάσω. Συμπάσχω με τα τραγούδια που ερμηνεύω. Δεν θα πω ένα κομμάτι μόνο για να το πω. Ούτε θα βιαστώ να βγάλω έναν προσωπικό δίσκο αν δεν με εκφράζει απόλυτα. Η δισκογραφία, σαν έννοια, δεν θέλω να υπάρχει στην ζωή μου ως βιογραφικό. Θέλω να είναι κομμάτι της ζωή μου.
Οι στίχοι σου συνδέονται με μια ιδιαίτερη, μελαγχολική γραφή που αναφέρεται στον έρωτα. Στο μέλλον θα δούμε στίχους με πιο κοινωνικοπολιτικά μηνύματα; Α. Ρ.: Σαν πρώτη αίσθηση συμβαίνει αυτό στον δίσκο. Ακόμη κι αν έχει ως κώδικα τον έρωτα υπάρχει πολύ βαθειά πολιτική τοποθέτηση. Στον δίσκο υπάρχει η αντιμετώπιση των πραγμάτων με την προσωπική μου ματιά. Και αυτό συμβαίνει με αφορμή τον έρωτα. Σε πρώτο επίπεδο να ακούγεται κάτι πολιτικό το θεωρώ πολύ δύσκολο να γίνει. Αν μπω στην διαδικασία να το κάνω δεν θα ήθελα να προέρχεται από θυμό και από οργή. Θα ήθελα να γίνει μετά από αυτά τα συναισθήματα. Δεν μου αρκεί απλά να θυμώσω ή να καταγγείλω. Γιατί αυτό θα το συζητήσω και θα το φωνάξω και στο δρόμο. Δεν χρειάζεται να το τραγουδήσω. Μπορεί να υπάρχουν πολιτικά μηνύματα διατυπωμένα με άλλο τρόπο και όχι απαραίτητα με την μορφή τραγουδιού. Θεωρώ ότι τα πιο μεγάλα πολιτικά τραγούδια είναι εκείνα που έχουν κάποιο ήρωα με τον οποίο μπορούν να ταυτιστούν οι άνθρωποι. Αυτά τα τραγούδια έχουν στοιχεία της κοινωνικής συμπεριφοράς μιας ολόκληρης εποχής. Όταν γίνεται με εξαιρετικό ποιητικό λόγο όπως έχει γίνει από κάποιους σπουδαίους ποιητές μας, έχει πάρα πολύ ενδιαφέρον. Αλλά πιο μεγάλο ενδιαφέρον για μένα έχουν τα ίδια τα ποιήματα. Είναι ωραία η συγκυρία όταν συνδυάζονται. Για μένα, όμως, δεν είναι και απαραίτητο. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι διαφωνώ με αυτές τις απόπειρες. |