195 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
17.06.2019
Ορφέας | Main Feed

Συνεντεύξεις

Τάσος Π. Καραντής

«Βαμμένα κόκκινα μαλλιά», «Η πρόβα του νυφικού», «Ο μεγάλος θυμός», πασίγνωστες κι επιτυχημένες τηλεοπτικές σειρές, αλλά, συνάμα, μουσικές και τραγούδια που αγαπήθηκαν και τραγουδήθηκαν από το ευρύ κοινό. Πίσω απ’ όλες αυτές τις μεγάλες επιτυχίες κρύβεται ένας σεμνός άνθρωπος κι ένας πολύπλευρος δημιουργός, ο Βασίλης Δημητρίου. Πρόσφατα, τα «Μουσικά Σύνολα» της ΕΡΤ τίμησαν τα 40χρονα του γνωστού συνθέτη , με μια μοναδική συναυλία στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών και με αφορμή το σημαντικό αυτό μουσικό γεγονός ο Βασίλης Δημητρίου “ξετύλιξε”, μέσα από τη συνέντευξή του στον «ΟΡΦΕΑ», όλη τη μουσική διαδρομή του μέχρι σήμερα.

Ένα ζεστό ανοιξιάτικο πρωινό βρεθήκαμε στον προσωπικό του χώρο, όπου, πίνοντας καφέ δίπλα στο πιάνο του, απολαύσαμε την αφήγησή του, που ήταν το ίδιο ωραία, σαν τα τραγούδια και τις μουσικές του.

Μέσα από μνήμες και γεγονότα, αναφέρθηκε στα πρώτα του βήματα, στην εποχή του “Νέου Κύματος”, στη δισκογραφία και τα γνωστότερα τραγούδια του, στα σήριαλ που υπέγραψε τη μουσική τους, στις τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές εκπομπές που επιμελήθηκε κι, εν γένει, στο πολυσύνθετο καλλιτεχνικό του έργο που διέπεται από την πεποίθησή του πως η μουσική είναι μία κι αδιαίρετη.

Η κουβέντα μας ξεκίνησε από το παρελθόν κι ολοκληρώθηκε στο μέλλον, αφού ο Βασίλης Δημητρίου μας ανακοίνωσε πως θα υπογράψει τη μουσική στην τηλεοπτική μεταφορά του βιβλίου της Διδώς Σωτηρίου «Ματωμένα χώματα», που ετοιμάζεται, σε σκηνοθεσία του Κώστα Κουτσομύτη, για το κανάλι του ALPHA, ενώ, μας εκμυστηρεύτηκε τις πολιτικές ανησυχίες του, που εστιάζονται στο γεγονός, πως αυτό που λείπει σήμερα απ’ τον κόσμο, είναι η ελπίδα!

 

Αρχίσατε, από τα σχολικά σας χρόνια, να σπουδάζετε - στο Ελληνικό Ωδείο - μουσική, ενώ, παράλληλα, ήσασταν μαθητής σε νυχτερινό Γυμνάσιο και τα πρωινά εργαζόσασταν ως εμποροϋπάλληλος. Τι ήταν αυτό που έκανε έναν έφηβο, που το πρωί δούλευε, το βράδυ πήγαινε σχολείο, να θέλει να μάθει μουσική στο ωδείο; Πως γεννήθηκε αυτή η αγάπη σας για τη μουσική;
Β.Δ.: Στη ζωή μας έρχονται πράγματα ξαφνικά, μπαίνουν μπροστά μας και μας ανοίγουν ή μας κλείνουν δρόμους.Η μουσική μου άρεσε από πάντα, όπως αρέσει, πιστεύω, σ’ όλο τον κόσμο η μουσική και το τραγούδι. Πρέπει να πω, ότι εγώ δεν είχα καμιά επαφή, επικοινωνία και σχέση με την κλασική μουσική. Άλλωστε τότε δεν υπήρχε κι η πληροφόρηση που ’χουμε σήμερα. Η κλασική μουσική ήταν η μουσική μιας άλλης τάξης, ενδεχομένως και κάποιων, λίγων, ακόμα ανθρώπων. Εγώ ανήκα σε μια πολλή φτωχή οικογένεια, που δεν είχε τα μέσα, ούτε πικάπ, ούτε τίποτα. Με το ραδιοφωνάκι την έβγαζα κι αυτό το απέκτησα πολύ αργά.Εν πάση περιπτώσει, η μουσική μ’ άρεσε. Επίσης, μου άρεσε πάρα πολύ - επειδή από μικρός πήγαινα και ντυνόμουνα παπαδάκι - η λειτουργία, γιατί πήγαινα σε μια εκκλησία, στον Άγιο Γιάννη, Γαργαρέτας που είχε καλλίφωνους παπάδες και ψαλτάδες. Καταπληκτικούς.
Αυτά τα δύο, σε συνδυασμό με την επιθεώρηση – αφού, στα 14 μου, ανακάλυψα τις εκπληκτικές επιθεωρήσεις στο “ΑΚΡΟΠΟΛ”, στο “ΒΕΜΠΟ” και στο “ΠΕΡΟΚΕ” – μ’ έκαναν να νιώσω ότι ήθελα να γίνω μουσικός. Και, μάλιστα, δεν ήθελα να γίνω μουσικός για να παίζω ένα όργανο, αλλά για να γράφω μουσική! Κάτι μέσα μου δούλευε. Έτσι λοιπόν αποφάσισα να πάω να μάθω μουσική. Και τότε, όταν πήγα στο ωδείο, ανακάλυψα, υποχρεωτικά, και τη λεγόμενη κλασική μουσική. Το βασικό όργανο που έμαθα ήταν το πιάνο.

Βασίλης Δημητρίου: Ζωγραφίζοντας στο χαρτί | Διαβάστε το πορτραίτο του συνθέτη
Στα μέσα της δεκαετίας του ’60 ξεκινά η μουσική σας περιπλάνηση, ως επαγγελματία πλέον μουσικού, που θα εξελιχθεί σ’ ένα μουσικό οδοιπορικό στις μπουάτ της Πλάκας την εποχή του Νέου Κύματος. Περιγράψτε μας λίγο το μουσικό αλλά και το κοινωνικοπολιτικό κλίμα αυτής της περιόδου.
Β.Δ.: Συγκεκριμένα απ’ το ’66. Ήταν τελείως διαφορετικό το κλίμα εκείνης της εποχής, δεν ξέρω αν έχει νόημα να μιλάμε για το παρελθόν, αλλά επικρατούσε ένα κλίμα αγώνων για μια αλλαγή. Τότε οι άνθρωποι είχαν μια ελπίδα, σήμερα είναι όλοι απελπισμένοι ή σιωπηρά αδιάφοροι. Έχουν βολευτεί όλοι ή νομίζουν πως έχουν βολευτεί. Κι οι διαμαρτυρίες που κάνουν είναι, πολλές φορές, άνευ λόγου. Σπανίως διαμαρτύρονται γιατί διεκδικούν κάτι ουσιαστικό. Τότε όμως ο κόσμος αγωνιζόταν για να έρθει μια άλλη μέρα. Κι αυτό δε γινόταν μόνο στην Ελλάδα, αλλά σ’ όλο τον κόσμο. Ήταν ο Μάης του ’68, ήταν οι χίπις της Αμερικής. Σ’ όλο τον κόσμο υπήρχε ένας αναβρασμός. Είχε μπει μια νέα γενιά που διεκδικούσε άλλα πράγματα.
Τότε λοιπόν βγήκαν κι οι μπουάτ της Πλάκας. Εκεί μέσα, εμφανίστηκε το τραγούδι του Χατζιδάκι και του Θεοδωράκη, που ήταν τότε, τη δεκαετία του ’60, πρωτόγνωρο, αλλά μην ακούτε και μη νομίζετε ότι είχε και τρομερή απήχηση στις μπουάτ της Πλάκας, δεν έτρεχε ο κόσμος σε ουρές, σ’ ένα – δυο μαγαζιά πηγαίνανε κι ήταν σχεδόν οι ίδιοι. Για να μη μυθοποιούμε κι ωραιοποιούμε πάντα τα πράγματα.
Βασίλης ΔημητρίουΓια να μη σας πω ότι η μεγάλη πελατεία των μπουάτ ήταν η μεγαλοαστική τάξη και κάποιοι ψιλιασμένοι νέοι άνθρωποι που διαβάζανε και γράφανε, ας τους πούμε διανοούμενους της Αριστεράς. Μεγαλοαστική τάξη κι Αριστεροί, δηλαδή τα δυο άκρα. Αυτοί ήταν οι θαμώνες κι φανατικοί των μπουάτ της Πλάκας. Και, βέβαια, υπήρχε εκεί και το τραγούδι της άλλης πλευράς, του Νέου Κύματος, που ήταν ο Σπανός, ο Μαυρουδής, όλα αυτά τα νέα παιδιά που εμφανίστηκαν εκείνη την περίοδο.
Εγώ εκεί δούλεψα με την Καίτη Χωματά και με άλλους πολλούς καλλιτέχνες, αλλά αναφέρω τη Χωματά, γιατί αυτή ήταν το πρώτο όνομα τότε. Δούλεψα, επίσης, με τον Μητσιά, καθώς και με το Γιώργο Μαρίνο, που εμφανίστηκε για πρώτη φορά μαζί με εμένα τότε στις μπουάτ της Πλάκας.
Ως πιανίστας δούλευα μέχρι το ’71, που σταμάτησα κι ασχολήθηκα μονάχα με το γράψιμο.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’70 γνωρίζετε τη Ραλλού Μάνου και γράφετε το πρώτο σας χορόδραμα («Άστραψε η ανατολή») και, με αφορμή αυτή τη δουλειά σας, υπογράφετε συμβόλαιο με την ΕΜΙΑΛ – COLUMBIA και κάνετε τις πρώτες μεγάλες επιτυχίες σας με τη Δήμητρα Γαλάνη. Ταυτόχρονα, σταματάτε να εργαζόσαστε ως πιανίστας στις μπουάτ και ξεκινάτε τον καινούριο σας δρόμο. Ήταν, εξαρχής, αυτό το όνειρό σας, να αφοσιωθείτε στη σύνθεση και να περάσετε στη δισκογραφία;
Β.Δ.: Εμένα δε με ενδιέφερε να γίνω ένας σολίστας του πιάνου. Γι’ αυτό και δεν κυνήγησα και πολύ το σολιστικό μέρος του πιάνου. Ήταν μια χρυσή ευκαιρία για μένα να φύγω απ’ τη βραδινή δουλειά και να μείνω στο σπίτι μου να γράφω.

Έχετε γράψει τραγούδια, μουσική για θέατρο, τηλεόραση, ραδιόφωνο, κινηματογράφο και χορό, καθώς και έργα στο ιδίωμα της σύγχρονης μουσικής για μικρά και μεγάλα σύνολα ή σόλο όργανα. Σ’ όλη αυτή τη μεγάλη γκάμα που σας χαρακτηρίζει σα συνθέτη υπάρχει κάποιο πρωταγωνιστικό πρόσωπο;
Β.Δ.: Όχι. Γιατί, από πολύ νωρίς είχα καταλάβει ότι η μουσική είναι μία κι αδιαίρετη. Τα είδη της, τα ύφη της αλλάζουν κι έχουν να κάνουν με τις ανάγκες της στιγμής. Δηλαδή αυτή τη στιγμή που μιλάμε και πίνουμε καφέ, δε θα μας συντροφεύσει, ενδεχομένως, ένα λαϊκό τραγούδι, αλλά κάτι πιο απαλό, που μπορεί να είναι ένας Μότσαρτ, αλλά και μια μουσική από τον κινηματογράφο κ.λπ. Όταν όμως θέλουμε να γλεντήσουμε, σαφώς δε θα βάλουμε τον Σιμπέλιους, θα βάλουμε τον Τσιτσάνη ή τον Μουζάκη.
Αυτό λοιπόν ποτέ δεν το κατάλαβα μες στα ωδεία κι είναι και το μεγάλο μειονέκτημά τους, ότι δε διδάσκουν όλα τα είδη της μουσικής, εκτός από κάποια ιδιωτικά, που, το κάνουν τα τελευταία χρόνια. Τώρα τελευταία άρχισαν και διδάσκουν και τα λεγόμενα παραδοσιακά όργανα και έτσι υποχρεωτικά από δίπλα δείχνουν και κάποιο δημοτικό κομμάτι ,αλλά οργανωμένα και μεθοδικά η παραδοσιακή μουσική και όλα τα άλλα είδη της μουσικής δεν διδάσκονται και νομίζω είναι ένα μεγάλο λάθος.
Γιατί όλη η μουσική πατάει πάνω στην παράδοση. Όλες οι κλασικές μουσικές, αν πάρετε τα θέματα του Μπετόβεν, του Μότσαρτ, είναι λαϊκές μουσικές, δημοτικά, λαϊκά μοτίβα που τα λέγανε οι τροβαδούροι εκείνης της εποχής. Μοτιβάκια δηλαδή πολύ απλά κι εύκολα κι αυτά τα πήραν οι άνθρωποι εκείνοι, με άλλη έμπνευση, και τα επεξεργάστηκαν μ’ έναν διαφορετικό τρόπο. Αυτό δε σημαίνει ότι εκείνα τα πρώτα θέματα δεν έχουν καμιά αξία. Δηλαδή ο “Μενούσης” δεν είναι κάτι λιγότερο, από ένα κλασικό κομμάτι του Καλομοίρη. Ο Καλομοίρης πήρε τέτοια θέματα και στα ωδεία τα σνομπάρουνε, όπως και τη ροκ μουσική. Αυτή όμως είναι η πηγή. Λοιπόν, εγώ ποτέ δεν κατάλαβα γιατί λένε την κλασική μουσική σοβαρή μουσική. Η λαϊκή μουσική δεν είναι σοβαρή; Σοβαρό είναι ένα είδος μουσικής, όταν είναι καλό.
Ήταν πεποίθησή μου από πολύ νωρίς, ότι δεν είναι ένα είδος της μουσικής καλύτερο από ένα άλλο, αλλά χρησιμότερο – κάποια στιγμή – από ένα άλλο. Τα διαφορετικά είδη μουσικής γράφονταν για τις διαφορετικές ανάγκες των ανθρώπων.

Υπήρξαν μουσικά είδη, ρεύματα και συνθέτες που σας άρεσαν ιδιαίτερα και σας επηρέασαν ως δημιουργό;
Βεβαίως. Πάντα με επηρέαζαν κι ακόμα με επηρεάζουν και τα ρεύματα της μουσικής –όταν εμφανίζονται– και τα πρόσωπα τα εμπνευσμένα. Ο καθένας βάζει ένα λιθαράκι μέσα μου. Για μια στιγμή είναι αγαπημένο μου ένα είδος μουσικής και για άλλη κάποιο άλλο, τελείως διαφορετικό.

Η δισκογραφία σας είναι μεγάλη, με τραγούδια-επιτυχίες κι οι συνεργασίες σας ζηλευτές, με τους σπουδαιότερους ποιητές, στιχουργούς και ερμηνευτές. Υπάρχουν κάποιες δουλειές σας και κάποια ονόματα, απ’ αυτά με τα οποία συνεργαστήκατε, στα οποία θα θέλατε, για κάποιον ιδιαίτερο λόγο, να σταθείτε περισσότερο, ή και ονόματα, στιχουργοί κι ερμηνευτές, που επιθυμείτε να συνεργαστείτε μαζί τους;
Όλα είναι τραγούδια μου, είναι παιδιά μου και τα αγαπάω όλα εξίσου. Μπορεί κάποια να τα ξεχωρίζω περισσότερο, κάποια να ήταν και πιο πετυχημένα από κάποια άλλα, αλλά δε τα διώχνεις τα παιδιά σου! Είχα κι εγώ την τύχη να δουλέψω με σπουδαίους και μεγάλους ερμηνευτές κι υπάρχουν κι άλλοι που δεν έτυχε να δουλέψω, ενώ θα ήθελα, αλλά αυτό δεν εξαρτάται πάντα από μένα, αλλά κι από άλλους πολλούς παράλληλους παράγοντες. Είναι κι οι συγκυρίες, είναι κι οι στιγμές.

Πως γράφετε συνήθως τα τραγούδια σας; Πάνω στη φωνή ενός τραγουδιστή;
Δε θέλω να γράφω πάνω σ’ ένα τραγουδιστή, γιατί, εγώ τουλάχιστον, όταν πάω να γράψω για τη φωνή ενός τραγουδιστή, θα παγιδευτώ στα προηγούμενά του, στον τρόπο που έχει πει άλλα τραγούδια του ίσως και στο ύφος άλλων τραγουδιών. Γι’ αυτό, όχι. Μπορεί, ενδεχομένως, την ώρα που γράφω ένα τραγούδι να περνάει απ’ το μυαλό μου μια φωνή, η φωνή του τάδε ή της δείνα, αλλά δεν ξεκινάω με μια φωνή.

.. από πολύ νωρίς είχα καταλάβει ότι η μουσική είναι μία κι αδιαίρετη. Τα είδη της, τα ύφη της αλλάζουν κι έχουν να κάνουν με τις ανάγκες της στιγμής. Δηλαδή αυτή τη στιγμή που μιλάμε και πίνουμε καφέ, δε θα μας συντροφεύσει, ενδεχομένως, ένα λαϊκό τραγούδι, αλλά κάτι πιο απαλό, που μπορεί να είναι ένας Μότσαρτ, αλλά και μια μουσική από τον κινηματογράφο κ.λπ. Όταν όμως θέλουμε να γλεντήσουμε, σαφώς δε θα βάλουμε τον Σιμπέλιους, θα βάλουμε τον Τσιτσάνη ή τον Μουζάκη ...

Μια από τις μεγάλες πλευρές του έργου σας είναι η μουσική και τα τραγούδια που γράψατε για δεκάδες τηλεοπτικές σειρές, αρκετές απ’ τις οποίες είναι απ’ τις καλύτερες της ελληνικής τηλεόρασης. Στα πλαίσια αυτά, παρατηρώ, ότι τα πιο μεγάλα τραγούδια - επιτυχίες σας, στη δισκογραφία, βγήκαν από δουλειές σας που έγιναν για τις ανάγκες ενός σήριαλ κι όχι από “κύκλους τραγουδιών”. Πως το εξηγείτε εσείς αυτό; Έπαιξε ρόλο η δύναμη της τηλεοπτικής εικόνας ή η υπόθεση ενός έργου αποτελεί ισχυρή πηγή έμπνευσης που “γεννάει” καλά τραγούδια;
Στα πρώτα τραγούδια της δισκογραφίας μου συνεργάστηκα – εκτός από τους ήδη φτασμένους, σαν το Διονυσίου και τον Καλατζή – κυρίως με τα νέα τότε παιδιά, όπως με τη Γαλάνη, που τότε πρωτοξεκίνησε, με την Αλεξίου, με το Μητσιά κ.ά. Πέρα απ’ αυτές τις συνεργασίες μου όμως, υπήρχαν κι άλλοι κύκλοι τραγουδιών μου, με πολύ ωραία τραγούδια, που νομίζω ότι δεν είχαν τύχη στην ερμηνεία, δεν κάναμε σωστή επιλογή, δε λέω ότι έφταιγαν οι τραγουδιστές, ενδεχομένως κι αυτών να μην τους πήγαιναν τα συγκεκριμένα τραγούδια. Πιστεύω ότι αν είχαν άλλες ερμηνείες, αν τα ’χαν πει άλλοι ερμηνευτές θα είχαν καλύτερη τύχη. Αλλά ας μη μείνουμε εκεί.
dhmhtriou_interview_4.jpg Στις τηλεοπτικές σειρές η τηλεόραση έχει μια δύναμη να σπρώχνει πιο γρήγορα ένα έργο. Δεν μπορεί να σπρώξει όμως τίποτα αν δεν έχει μια αξία. Τα “Βαμμένα κόκκινα μαλλιά”, το “Πεπρωμένο”, δε γίνανε τόσο μεγάλες επιτυχίες επειδή ακούστηκαν στην τηλεόραση, έγιναν τόσο γρήγορα, γιατί, ενδεχομένως, θα ήθελαν δυο μήνες κι έγιναν σε μια μέρα, αλλά τίποτα που δεν αξίζει δεν μπορεί να το σπρώξει η τηλεόραση.
Εγώ καθιέρωσα το τραγούδι στην τηλεόραση από το ’77 που κάναμε το “Κόντρα στον άνεμο” με τον Κουτσομύτη. Από τότε μέχρι σήμερα όλοι βάζουν στους τίτλους ένα τραγούδι, προσπαθώντας να κάνουν μια επιτυχία. Κι αυτό είναι το βασικό λάθος τους, γιατί προσπαθούν να κάνουν την επιτυχία, όμως η επιτυχία δεν ξέρεις πως γίνεται. Και γι’ αυτό και κανένας – εκτός από δυο – τρία τραγούδια το πολύ – δεν έχει κάνει επιτυχία. Εγώ σε τρία σήριαλ έβαλα τραγούδια, στα “Βαμμένα κόκκινα μαλλιά” με το Νταλάρα, στη “Πρόβα του νυφικού” με τη Μαρινέλλα και στο “Μεγάλο θυμό”, που έγινε επιτυχία η “Αγάπη” με το Θηβαίο. Έτυχε κι έβγαλα και στα τρία μεγάλες επιτυχίες. Αλλά αυτό είναι μια τύχη. Και να σας πω και κάτι, εγώ ποτέ όταν γράφω δεν σκέφτομαι πώς να κάνω μια επιτυχία, σκέφτομαι πως θα γράψω ένα τραγούδι που να ’ναι αναγνωρίσιμο και να το αγκαλιάσει ο κόσμος. Δηλαδή το στοίχημα είναι, θα κάτσει καλά στο αυτί του κόσμου;

Ένα πρόσωπο που αποτελεί, κυριολεκτικά, το “άλλο σας μισό” στις συνεργασίες σας για την τηλεόραση είναι ο σκηνοθέτης Κώστας Κουτσομύτης; Πως προέκυψε αυτή η καλλιτεχνική χημεία μαζί του;
Έτυχε και βρεθήκαμε κάποια στιγμή και κάναμε παρέα. Του ’χα ζητήσει να σκηνοθετήσει μια εκπομπή που έκανα στην τηλεόραση, τα “Τραγούδια στο συρτάρι”, εκεί γνωριστήκαμε καλά, μετά συνεργαστήκαμε στο ραδιόφωνο – αυτός σκηνοθετούσε κι εγώ έκανα το μουσικό επιμελητή – και κατόπιν δουλέψαμε και στην τηλεόραση με τα σήριαλ.

«Βαμμένα κόκκινα μαλλιά», «Η εκτέλεση», «Η πρόβα του νυφικού», η «Παλίρροια», «Ο μεγάλος θυμός» … Τηλεοπτικές σειρές, μουσικές και τραγούδια που αγαπήθηκαν από το ευρύ κοινό. Υπάρχει κάποια που την ξεχωρίζετε, που είναι η περισσότερο αγαπημένη σας και γιατί;
Όχι. Είναι όλα τους παιδιά μου.

... κι είμαι κι ένας άνθρωπος που παρατηρεί τα πράγματα και τα γεγονότα, που έχει τις μνήμες του και δεν τις ξεχνάει, που συντηρεί τη μνήμη της καταγωγής του. Και την κατάλληλη στιγμή, όλα αυτά ξεπετάγονται από το σκληρό δίσκο του κεφαλιού μου. Δε χρειάζεται να κλικάρω εγώ!

Εγώ θα ήθελα να σταθώ στα «Βαμμένα κόκκινα μαλλιά», σ’ ένα, κατά τη γνώμη μου, από τα καλύτερα σήριαλ της ελληνικής τηλεόρασης και σ’ έναν από τους καλύτερους δίσκους της δεκαετίας του ’90 – κι όχι μόνο – που κοσμούν τη δισκογραφία μας. Πως γράφτηκαν αυτά τα τραγούδια; Τι σας ενέπνευσε; Και πως τα βλέπετε σήμερα, με την απόσταση του χρόνου;
Το καλύτερο σήριαλ, για μένα, ήταν ο “Κίτρινος Φάκελος”. Και δεν είναι τυχαίο ότι έχει παιχτεί και τόσες πολλές φορές. Ήταν η καλύτερη τηλεοπτική παραγωγή που ’χει γίνει από καταβολής ελληνικής τηλεόρασης. Ήταν αγγλικού επιπέδου τηλεόραση. Τα “Βαμμένα κόκκινα μαλλιά” ήταν μια σπουδαία παραγωγή, όπως παλιότερα είχαμε κάνει σπουδαίες παραγωγές για την κρατική τηλεόραση, όπως ο “Κατάδικος” κι ο “Καπνισμένος ουρανός”. Η κρατική τηλεόραση έκανε πολύ σπουδαίες παραγωγές παλιότερα. Δυστυχώς τα ιδιωτικά κανάλια δεν έφτασαν στο επίπεδο της κρατικής τηλεόρασης. Κάνανε μεμονωμένα κάποιες καλές παραγωγές.
Βεβαίως τα “Βαμμένα κόκκινα μαλλιά” ήταν μια μεγάλη λαϊκή παραγωγή, όπου
βασίστηκε σε ένα ωραίο βιβλίο του Μουρσελά που ’χε ανταπόκριση και που το απέδωσε πολύ ωραία ο Κουτσομύτης κι ο Γκούφας, που έγραψε το σενάριο. Τώρα, όσον αφορά τα τραγούδια απ’ τα “Βαμμένα κόκκινα μαλλιά”, ποτέ ένας δημιουργός δεν μπορεί να δει τα τραγούδια του όπως ένας ακροατής. Βασίλης ΔημητρίουΕγώ τα βλέπω όπως τα ’βλεπα και τότε. Ένας άλλος, που δεν έχει αυτή τη σχέση που ’χω εγώ με τα τραγούδια αυτά, μπορεί να τα κρίνει, αλλά ποτέ ο ίδιος ο συνθέτης, ο ίδιος ο στιχουργός, δεν θα έχει αντικειμενική κρίση. Εν πάση περιπτώσει, τα τραγούδια τα έγραψα με βάση το σενάριο κι έτσι ώστε να είμαι μέσα στο κλίμα της εποχής, που το ’ξερα, γιατί το πρόλαβα και το έζησα. Ήταν αληθινά τραγούδια. Δεν πήγα να κάνω μίμηση εποχής, απλά έδωσα το κλίμα της με το δικό μου τρόπο.

Θα ήθελα, επίσης, να σταθώ και στο «Πεπρωμένο», που, για πολλούς, είναι το κορυφαίο σας τραγούδι. Ποια είναι η “ιστορία” του. Πως γράφτηκε;
Βασίλης Δημητρίου - Γιώργος ΝταλάραςΌπως όλοι οι άνθρωποι, έχω κι εγώ φορτωμένο σκληρό δίσκο. Κι είμαι κι ένας άνθρωπος που παρατηρεί τα πράγματα και τα γεγονότα, που έχει τις μνήμες του και δεν τις ξεχνάει, που συντηρεί τη μνήμη της καταγωγής του. Δεν είμαι απ’ αυτούς τους γιάπηδες που θέλουν μα ξεχάσουν την καταγωγή τους. Και την κατάλληλη στιγμή, όλα αυτά ξεπετάγονται από το σκληρό δίσκο του κεφαλιού μου. Δε χρειάζεται να κλικάρω εγώ! Τώρα το “Πεπρωμένο”, πρέπει να είναι το κορυφαίο μου τραγούδι, γιατί αυτό πια έπαψε να έχει ονοματεπώνυμο, πέρασε στην κατηγορία των ανώνυμων δημοτικών και λαϊκών τραγουδιών.
Ένα άλλο μεγάλο τραγούδι που ’χω γράψει, τελείως διαφορετικό, είναι η “Μαρία με τα κίτρινα” κι αυτό πήγε πιο μακριά από το “Πεπρωμένο” κι ακόμα και σήμερα τραγουδιέται σ’ όλο τον κόσμο. Έχει βγει σε εκατοντάδες γλώσσες. Το άκουσα σε μια εκπομπή στην τηλεόραση, που το τραγουδούσαν, δίπλα μας, στα Σκόπια και, πριν λίγο καιρό, ένας πρέσβης το “αντάμωσε” σε μια γιορτή στο Τιμόρ της Ασίας! Σε μια εκδήλωση των ντόπιων, όταν είδαν ότι ήταν ο Έλληνας πρέσβης, του τραγούδησαν στα ελληνικά τη “Μαρία με τα κίτρινα”! Βλέπεις πως ενώνει τον κόσμο η μουσική;

Ο βασικός ερμηνευτής της σειράς τραγουδιών από τα «Βαμμένα κόκκινα μαλλιά»(«Το πεπρωμένο», «Κάτω από γέφυρες», «Αμαρτωλή», «Τούτος ο τόπος», «Βαμμένα κόκκινα μαλλιά» κ.ά.) είναι ο Γιώργος Νταλάρας. Θα ήθελα να μου μιλήσετε για τη συνεργασία σας μ’ αυτόν το μεγάλο τραγουδιστή.
Εγώ με το Νταλάρα έχω μια πολλή καλή σχέση. Είναι ένας άνθρωπος υπερβολικά συνεπής. Το ρολόι του είναι πάντα λίγο πιο πριν κουρντισμένο, όπως και το ημερολόγιό του είναι κάνα – δυο μέρες πριν. Ο Νταλάρας θέλει δουλειά, άμα του δίνεις δουλειά είναι ευτυχισμένος! Δώστου να δουλέψει! Μη του πεις δεν θέλουμε άλλο. Εκεί αρρωσταίνει! Του πρότεινα να τραγουδήσει αυτά τα τραγούδια, γιατί κατάλαβα ότι ήταν ίσως ο μοναδικός κι ο καταλληλότερος κι αποδείχτηκε ότι είχα δίκιο. Γιατί, ομολογουμένως, έπαιξε καταλυτικό ρόλο η ερμηνεία του στην επιτυχία των τραγουδιών. Και για τα τραγούδια, αλλά και γι’ αυτόν, έκανε πολύ μεγάλες επιτυχίες μ’ αυτά τα τραγούδια.

Βασίλης ΔημητρίουΣτις περισσότερες από τις μεγαλύτερες επιτυχίες σας έχετε γράψει τους στίχους ο ίδιος. Ποιο είναι το στιχουργικό πρόσωπο του Βασίλη Δημητρίου;
Δεν έχω τη διάθεση να γράφω στίχους, τυχαίνει και μου ’ρχονται κι έτσι τους γράφω εγώ. Δεν ξεκινάω δηλαδή να γράψω εγώ τους στίχους, γιατί εγώ συνεργάστηκα με μεγάλους στιχουργούς, με το Μάνο Ελευθερίου, το Δημήτρη Χριστοδούλου , το Βαγγέλη Γκούφα, το Νίκο Γκάτσο κ.ά. Με το Μάνο Ελευθερίου έχω γράψει πολλά τραγούδια, τρεις δίσκοι μου κυκλοφορούν με τραγούδια του Μάνου. Κι ίσως να είμαι ο μοναδικός συνθέτης που ’χω γράψει τόσο πολλά τραγούδια με το Μάνο, μπορεί άλλοι να έχουν κάνει μεγαλύτερες επιτυχίες, αλλά εγώ έχω γράψει ίσως τα περισσότερα μαζί του. Από τα “Βαμμένα κόκκινα μαλλιά” και μετά ανακάλυψα ότι μπορώ να γράφω και στίχους. Τυχαίνει και μου βγαίνουν μερικές φορές, καθώς γράφω ένα τραγούδι.

Στη μουσική της σειράς «Ο μεγάλος θυμός», μελοποιήσατε Έλληνες ποιητές. Ποια είναι η σχέση σας με την ποίηση;
Ναι, εκεί δεν είχα διάθεση, δε μου ’βγαινε να γράψω εγώ τους στίχους. Στο “Μεγάλο θυμό” υπήρχε ένα γκρουπ νεολαιίστικο που παίζανε μουσική και γράφανε τραγούδια. Και θυμήθηκα τη δική μου καταγωγή, τη δική μου γενιά, το “νέο κύμα” , όταν μελοποιούσαμε πολύ σπουδαίους ποιητές, οι στίχοι των τραγουδιών μας ήταν ποίηση. Ήθελα να βγει λοιπόν ότι αυτοί οι άνθρωποι μελοποιούν γνωστούς ποιητές. Και πήρα και μελοποίησα γνωστούς ποιητές. Κι εκεί έκανα μια μεγάλη επιτυχία, την “Αγάπη”(“Πόσο πολύ σ’ αγάπησα”) της Κατίνας Παϊζη κι έβγαλα ένα σπουδαίο ερμηνευτή, το Θηβαίο. Αυτό είναι ένα από τα σπουδαία τραγούδια μου. Κι αυτό είχε την τύχη του, γιατί το είπε ένας σπουδαίος ερμηνευτής. Δεν ήταν τόσο πολύ γνωστός τότε, είχε ένα συγκρότημα τους “Συνήθεις Υπόπτους” κι απογειώθηκε μ’ αυτό το τραγούδι, αλλά το απογείωσε κιόλας, γιατί κύλαγε η φωνή του. Ο Θηβαίος γράφει πολύ ωραία τραγούδια κι είναι ωραίος ερμηνευτής, έχει ωραίο χρώμα φωνής.
Τώρα, όσον αφορά τη σχέση μου με την ποίηση, ναι διαβάζω πάρα πολύ ποίηση, όπως διαβάζω γενικά, όπως μ’ αρέσει πολύ κι ο κινηματογράφος, μ’ αρέσουν οι τέχνες γενικά κι οι καλλιτέχνες, οι καλοί ταβερνιάρηδες, οι καλοί μάγειροι, οι καλοί οινοποιοί …

Μια ξεχωριστή και πρωτοπόρα πλευρά σας είναι οι εκπομπές σας στην τηλεόραση («Τα τραγούδια στο συρτάρι» / 1979) και στο ραδιόφωνο(«Τα τραγούδια του αύριο» / 1983), όπου παρουσιάζατε ανέκδοτα μουσικά έργα Ελλήνων δημιουργών. Πως προέκυψαν αυτές οι εκπομπές και ποιες στιγμές τους θα ξεχωρίζατε; Θα κάνατε σήμερα κάτι ανάλογο, ειδικά για την ελληνική τηλεόραση, όπου λείπουν παντελώς τέτοιες εκπομπές;
Βασίλης ΔημητρίουΣήμερα δεν έχω την όρεξη να το κάνω και τη διάθεση. Κάνω μια εκπομπή στο ραδιόφωνο, κάθε Κυριακή μεσημέρι, τη “Μαγεία της Αυλαίας”, που μου τρώει πάρα πολύ χρόνο. Παρουσιάζω θεατρικά έργα, ό,τι παίζεται στις θεατρικές σκηνές.
Τότε που ξεκίνησα εγώ, το ’78, είχε αρχίσει το τραγούδι κι έμπαινε μέσα στο λούκι, άρχιζε να φαίνεται ότι στρίβει το τραγούδι προς τ’ άσχημα κι όντως είχε στρίψει. Κι εγώ θέλησα να ταρακουνήσω τα ύδατα. Γιατί έβλεπα τους σπουδαίους συνθέτες να εξαφανίζονται, λέγανε ότι δε γράφουνε. Προσπάθησα και πήρα αυτήν την εκπομπή στην τηλεόραση και την πήρα κι εύκολα. Κι εκεί μέσα παρουσίασα σπουδαία έργα, που έγιναν επιτυχίες, όπως ο “Σταυρός του Νότου” του Θάνου Μικρούτσικου, την παρουσίασα εγώ για πρώτη φορά, πριν εκδοθεί, το “Φράγμα” του Μούτση και κράτησα μια τεράστια γκάμα στις εκπομπές μου, από Θόδωρο Αντωνίου, Μιχάλη Γρηγορίου, Κουρουπό, μέχρι Κώστα Καπλάνη, Μητσάκη, ανέκδοτα τραγούδια της Μικράς Ασίας, άγνωστη μουσική από την αρχαία Ελλάδα, Χατζηνάσιο, Κόκοτο, έκανα γύρω στις 20 εκπομπές περίπου. Την εκπομπή αυτή την έκοψε η κυβέρνηση της αλλαγής, θεώρησε ότι δεν χρειαζόταν. Την έκοψε δηλαδή η κυβέρνηση που δεν το περίμενες ότι θα την έκοβε. Αλλά συμβαίνουν αυτά στην Ελλάδα, να σου ’ρχεται από ’κει που δεν το περιμένεις
.

Έχετε γράψει τη μουσική για 70 θεατρικές παραστάσεις, έχετε, από το 2006 στο Β΄ Πρόγραμμα, την ενημερωτική εκπομπή για το θέατρο «Η Μαγεία της Αυλαίας», είστε μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων Μεταφραστών και Συνθετών, ιδρυτικό μέλος του Κέντρου Μελέτης κι Έρευνας του Ελληνικού Θεάτρου, υπήρξατε μέλος του Δ.Σ. του Εθνικού Θεάτρου και πρόσφατα κυκλοφόρησαν σε δυο διπλά cd - για πρώτη φορά παγκοσμίως – οι μουσικές σας για τις 9 από τις 11 κωμωδίες του Αριστοφάνη. Θέατρο λοιπόν και Βασίλης Δημητρίου, ποια είναι η βαθύτερη σχέση τους κι από που ξεκινά;
Χάρη στο θέατρο έγινα μουσικός, πηγαίνοντας να δω επιθεωρήσεις. Όπως και το λεγόμενο κλασικό θέατρο το ανακάλυψα αργότερα. Ίσως γι’ αυτό και τα ’χω αφομοιώσει καλά τα πράγματα, γιατί έπαιρνα λίγο-λίγο, δεν τα γνώρισα όλα μαζί. Τα θέατρο και η τηλεόραση μου έδωσαν την δυνατότητα να κινούμαι και να γράφω σ’ όλα την γκάμα της μουσικής. Το θέατρο με γοήτευσε απ’ την πρώτη στιγμή που το είδα πιτσιρικάς, σε κάτι συνοικιακά καλοκαιρινά σινεμά, από τα τότε μπουλούκια. Είχαν μια φοβερή γοητεία αυτές οι παραστάσεις των μπουλουκιών.
H τηλεόραση έχει κάνει ένα καλό, έχει φέρει την επικοινωνία στον κόσμο, τη γνώση και την ενημέρωση. Απ’ την άλλη, του ’χει απαγορεύσει τη μαγεία. Στερεί τη φαντασία και το όνειρο απ’ τον άνθρωπο. Κι αυτό είναι μεγάλο κακό. Τα ’χεις όλα στο πιάτο. Το θέατρο έπαιξε καταλυτικό ρόλο στη ζωή μου και, βέβαια, το αγαπάω και το λατρεύω, αλλά κι αυτό μ’ αγάπησε όμως!
Βασίλης Δημητρίου

Είστε ένας πολυγραφότατος δημιουργός με έντονη, από πλευράς έργου, παρουσία στα μουσικά μας δρώμενα. Πως βλέπετε, γενικότερα, το τοπίο στο χώρο του τραγουδιού και της δισκογραφίας;
Η δισκογραφία αλλάζει, το πράγμα στρίβει, σιγά-σιγά, προς το καλύτερο. Ο καθένας μπορεί να κάνει τη δική του παραγωγή σήμερα. Ο κόσμος κουράστηκε να μασάει τσίχλα. Όλα έχουν έναν κύκλο. Έχω βρει ένα σλόγκαν και το λέω σε όλους όσους μου λένε ότι το τραγούδι σήμερα είναι κακό. Τους απαντάω ότι δεν είναι κακό, αλλά αδιάφορο. Κι έχω το παράδειγμα της τσίχλας με την καραμέλα. Την καραμέλα όσο την έχεις στο στόμα σου και την πιπιλάς σου δίνει τη γεύση της, η οποία όμως παραμένει στο στόμα σου για αρκετή ώρα αφότου τελειώσει κι ο τελευταίος κόκκος της. Η τσίχλα ότι έχει να σου δώσει στο δίνει στα πρώτα δυο-τρία λεπτά. Βγάζει αμέσως όλη τη γεύση της και μετά τη μασάς από συνήθεια, τη φτύνεις και βάζεις άλλη στο στόμα σου. Αυτό είναι και το σημερινό τραγούδι, μια τσίχλα, το ακούς από συνήθεια για δυο μήνες, το πετάς και πας παρακάτω. Ενώ το άλλο τραγούδι σου μένει. Θα δείτε ότι τίποτα δεν είναι τυχαίο. Όταν κυκλοφορούν επανεκδόσεις είναι άλλου επιπέδου ακόμα κι η συσκευασία τους, γιατί απευθύνονται σε κάποιον που θα το κρατήσει, δεν θα το πετάξει.

Τον περασμένο Μάρτη(17/3/2008) τα «Μουσικά Σύνολα» της ΕΡΤ τίμησαν τη 40χρονη μουσική διαδρομή σας με μια επιτυχημένη συναυλία στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. Τι κάνει σήμερα ο Βασίλης Δημητρίου; Τι καινούριο ετοιμάζει;
Ετοιμάζω δυο νέες δουλειές. Γράφω τη μουσική για τα “Ματωμένα χώματα” της Διδώς Σωτηρίου, μιας μεγάλης υπερπαραγωγής, που θα αρχίσει να γυρίζεται μετά το Πάσχα και θα παιχτεί στον ALPHA. Νομίζω ότι θα έχει την επιτυχία που είχαν και τα άλλα σήριαλ του Κουτσομύτη. Άλλωστε είναι ένα σπουδαίο βιβλίο, είναι το έπος της μικρασιατικής καταστροφής. Εμένα η μάνα μου ήταν από τον Τσεσμέ κι έχω μνήμες από τις αφηγήσεις της γιαγιάς μου. Παράλληλα, θα γράψω τη μουσική για ένα θεατρικό έργο του Ραγκαβή “Του Κουτρούλη ο γάμος”, που θα παιχτεί το καλοκαίρι σε σκηνοθεσία του Γιάννη Καλατζόπουλου, με πρωταγωνιστή τον Παύλο Χαϊκάλη.

dhmhtriou_3.jpg

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


Στη συναυλία σας στο Μέγαρο, λίγο πριν το τέλος του προγράμματος, η Παιδική Χορωδία του Δ. Τυπάλδου τραγούδησε το «Ω τι κόσμος μπαμπά». Προλογίσατε το τραγούδι σας αυτό με τα παρακάτω λόγια : «Αυτό το τραγούδι που θα σας πούνε τώρα τα παιδιά το έγραψα για τις ανάγκες μιας θεατρικής παράστασης κάποια δύσκολα χρόνια … το κακό είναι ότι σήμερα, δυστυχώς, είναι πολύ πιο δύσκολα από τότε!». Ας ολοκληρώσουμε αυτήν την κουβέντα μας με μια πολιτική θέση. Τι κάνει τη σημερινή δημοκρατική εποχή μας να είναι πολύ πιο δύσκολη από τα χρόνια της χούντας;
Εννοούσα ότι σήμερα είναι πιο επίκαιρο το τραγούδι. Καταρχήν η “δημοκρατική εποχή”, πάντα μπαίνει σε εισαγωγικά και πριν τη χούντα και μετά. Δεύτερον, δε φτάνει η δημοκρατική ταμπέλα για να έχεις δημοκρατία και τρίτον, και σπουδαιότερο, ο άνθρωπος ζει με μια ελπίδα και σήμερα αυτό που λείπει απ’ τον κόσμο είναι η ελπίδα. Δεν έχουμε μέλλον. Τότε, η γενιά μου, είχε μέλλον, σήμερα η νέα γενιά του γιου μου δεν έχει μέλλον, γι’ αυτό τα σπάει! Το βλέπει ότι εδώ θα είναι καθηλωμένη. Εμείς δεν τα σπάγαμε, βγαίναμε και φωνάζαμε, όχι γιατί ήμασταν καλύτερα παιδιά κι αυτοί είναι αλήτες, αυτοί τα σπάνε για να τα ανατρέψουνε, εμείς μπορούσαμε να τα ανατρέψουμε χωρίς να τα σπάσουμε. Έχουμε δημοκρατία στα λόγια, αλλά εμένα με ενδιαφέρει η πράξη. Δεν συγκρίνω, σε καμία περίπτωση, τη σημερινή δημοκρατία με το 1972, που έγραψα το τραγούδι, δεν κάνω τέτοιους παραλληλισμούς, να μην παρεξηγηθώ, να διευκρινιστεί. Αλλά τι σημαίνει δημοκρατία; Που τη βλέπετε; Υπάρχει πουθενά; Εφαρμόζεται η δημοκρατία; Εγώ βλέπω, πως τα παιδιά σήμερα δεν έχουν μέλλον!

Επισκεφθείτε την επίσημη ιστοσελίδα του Βασίλη Δημητρίου στη διεύθυνση: www.vasilisdimitriou.gr

Οι φωτογραφίες που δημοσιεύονται προέρχονται από το προσωπικό αρχείο του Βασίλη Δημητρίου και από την επίσημη ιστοσελίδα του. Οι φωτογραφίες από τη συναυλία στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών είναι της Ρούλας Σοφρά.

Οι απόψεις και οι σκέψεις των συνεργατών του Ορφέα δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τη γνώμη του περιοδικού.
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΥ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΥ ΣΕ ΑΛΛΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Υπερτερεί συντριπτικώς ο πόλεμος.
Γιώργος Σεφέρης

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

18/6/1939 Γεννήθηκε ο ηθοποιός και τραγουδιστής Γιώργος Μαρίνος

ΤΥΧΑΙΑ TAGS