185 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
18.09.2019
Ορφέας | Main Feed

Συνεντεύξεις

Καλή Βανδώρου

Ο Βαγγέλης Κορακάκης, στα 51 του χρόνια, είναι ένας από τους αυθεντικότερους λαϊκούς συνθέτες της σύγχρονης μουσικής σκηνής. Πέρα, όμως, από τη δημιουργική του ιδιότητα, έχει μια ιδιαιτέρως χαρακτηριστική φωνή, μια και η χροιά του έχει έναν ηχόχρωμα που πηγάζει από το παρελθόν των ένδοξων δεκαετιών του λαϊκού τραγουδιού. Η στάση της ζωής του είναι απλή, αφού εξακολουθεί και ζει στο σπίτι που γεννήθηκε, στην Καισαριανή. Είναι ένας χώρος που θυμίζει την εποχή των δεκαετιών του ’30 και του ’40, δηλαδή με μια κεντρική αυλή και γύρω γύρω μικρά σπίτια. Με αφορμή την κυκλοφορία του καινούριου του δίσκου «Χωματόδρομος», έγινε σε αυτό το τόσο όμορφο περιβάλλον η συνέντευξη που ακολουθεί ένα απόγευμα του Μάη που ο καιρός δεν ήξερε τι ήθελε. Ευτυχώς που ο Βαγγέλης Κορακάκης ξέρει τι θέλει και το επιτυγχάνει με κάθε του επαγγελματική κίνηση.

Μιλήστε μου για τα παιδικά σας χρόνια. Ήταν εύκολα; Υπήρχαν δυσκολίες; Αν ναι, τι τύπου;
Γεννήθηκα το 1961 σε αυτό εδώ τον χώρο που καθόμαστε τώρα. Τότε η ζωή ήταν πολύ διαφορετική. Ο πατέρας μου έκανε μεταφορές στην αγορά. Δεν πεινούσαμε, αλλά δεν ήμασταν ούτε και πλούσιοι. Ήμασταν άνθρωποι που ναι μεν ζούσαν φτωχικά, αξιοπρεπώς, όμως, δε.  Τότε υπήρχε φτώχια, ήταν διαφορετικά τα πράγματα, τόσο που η σημερινή γενιά ούτε που τα φαντάζεται. Τα παιδικά μου χρόνια είναι γεμάτα από πολύ ωραίες αναμνήσεις. Οι παππούδες μου ήταν Μικρασιάτες. Γενικά, δεν είχαμε πολλά πράγματα, αλλά περνούσαμε όμορφα.

Και το μπουζούκι πώς μπήκε στη ζωή σας;
Το μπουζούκι ήταν κάτι που με γοήτευε από τη στιγμή που το αντίκρισα, όταν ήμουν ακόμα παιδάκι. Ήταν κάτι που αγάπησα πάρα πολύ και που με την πρώτη ευκαιρία προσπάθησα να το αποκτήσω. Στην αρχή είχα κάτι ψεύτικα όργανα που τα ‘φτιαχνε ένας μαραγκός εδώ απέναντι. Μέχρι που κάποια στιγμή και αφού είχα ρίξει πολύ κλάμα, ο πατέρας μου πήγε και μου πήρε ένα τρίχορδο μπουζούκι. Πρέπει να ήμουν 14 χρονών. Ε, αυτό ήταν! Την περίοδο της μεταπολίτευσης είχαμε κάνει στο σχολείο ένα συγκρότημα, όπου παίζαμε τραγούδια του Θεοδωράκη, του Λοΐζου, του Ξαρχάκου. Το συγκρότημα λεγόταν “Liberta”. Κάπως έτσι άρχισε σιγά σιγά η επαφή με συναδέλφους.

Αυτοδίδακτος δεν είστε;
Ναι, ναι. Είμαι αυτοδίδακτος, δεν έχω πάει πουθενά. Μου έχουν δείξει δυο – τρία πράγματα απλά. Ένας ξάδελφος του πατέρα μου ήταν πολύ μεγάλος μπουζουκτσής, ο Αντώνης Καλημέρης. Αυτός έμενε στη Νέα Μάκρη κοντά στο σπίτι που έχουμε κι εμείς εκεί και πήγα και τον βρήκα και μου έδειξε τα ακόρντα, την πένα. Ήταν κατά κάποιο τρόπο ο άνθρωπος που μου έφερε σε πραγματική επαφή με το μπουζούκι.

Υπηρετείτε το λαϊκό – ρεμπέτικο τραγούδι πιστά τα τελευταία 30 χρόνια. Τι διαφορές παρατηρείτε στον καλλιτεχνικό χώρο του τότε συγκριτικά με το σήμερα στη νύχτα κυρίως;
Καμία. Πάντα τα πράγματα έτσι ήταν. Απλά, τότε ήταν λίγο διαφορετικά τα χρόνια. Στη δεκαετία του ’80 για παράδειγμα, είχε ξεκινήσει η αναβίωση του ρεμπέτικου και ήταν μια μαγική κατάσταση, η οποία ακόμα δεν έχει φύγει. Έχουν περάσει 32 χρόνια κι ακόμα αυτό το πράγμα μαγεύει τα παιδιά. Και τότε υπήρχε η απαισιοδοξία ότι τελειώνει το λαϊκό τραγούδι και τώρα το ίδιο. Περιμένουμε να τελειώσει, αλλά δεν τελειώνει, γιατί υπάρχει η νέα γενιά, η οποία έρχεται πολλά υποσχόμενη. Ειδικά τώρα στις μέρες μας που δεν υπάρχουν δισκογραφικές εταιρίες, άρα και δισκογραφία, νομίζω ότι θα ωφελήσει αυτή η κατάσταση τους ανθρώπους που έχουν τη δυνατότητα από μόνοι τους να βγουν και να πουν πράγματα. Παλιά είχαν το δεκανίκι της εταιρίας και των διαφόρων παραγωγών που τους στήριζαν, ενώ τώρα είναι πιο αξιοκρατικά τα πράγματα.

Είστε ο μόνος που το λέει αυτό. Όλοι υποστηρίζουν ότι «πάει η δισκογραφία, πέθανε και δεν μπορούμε να βγάλουμε τις δουλειές μας» κλπ.

Η δισκογραφία όντως έχει πεθάνει κι αυτό δεν είναι καλό. Απλά, παλιά υπήρχε μια δισκογραφική εταιρία, η οποία στήριζε κάποιον τραγουδιστή για κάποιο λόγο. Είτε έτσι είτε αλλιώς, τον έσπρωχνε. Σήμερα δεν υπάρχει η δυνατότητα αυτή. Σήμερα ο καθένας παλεύει και κάπου φτάνει με το σπαθί του. Πλέον αναγκαζόμαστε τις δουλειές που κάνουμε να τις χρηματοδοτούμε κι εμείς οι ίδιοι. Έχουν αλλάξει πάρα πολύ οι εποχές, αλλά η ουσία μένει η ίδια.

Ποιος πιστεύετε ότι είναι σήμερα ο σημαντικότερος εκπρόσωπος του λαϊκού τραγουδιού από τη νέα γενιά;
Κοίταξε, υπάρχουν παιδιά που παίζουν σε ταβερνάκια και γράφουν ιστορία. Βάζω ακόμα και έναν τραγουδιστή που είναι κοντά στην ηλικία μου και ξεκίνησε με δικά μου τραγούδια, τον Ανδρεάτο. Επίσης, είναι η Νέγκα, η Σουλτάτου, η Παπάζογλου και είναι όλοι τους καταξιωμένοι τραγουδιστές πια. Να σου πω ένα παράδειγμα από τα νέα παιδιά; Είναι η Ανατολή Μαργιόλα, ο Θοδωρής Στούγιος, ο Στέλιος Γαλανός, ο Κώστας Δουμουλιάκας. Υπάρχει μια φουρνιά παιδιών, η οποία είναι πάρα πολύ καλή. Σίγουρα υπάρχουν κι άλλα παιδιά που εγώ δεν ξέρω. Το θέμα είναι να υπάρχει και δισκογραφία, να υπάρχουν και καινούρια τραγούδια. Όταν θα τελειώσει το μπουζούκι, θα ‘χει τελειώσει και η Ελλάδα.

Ο γιος σας, ακολουθεί τα βήματά σας, διατηρώντας κι εκείνος χαμηλούς τόνους. Αυτό είναι κάτι που προτίμησε ο ίδιος ή που ουσιαστικά, εσείς θέλατε;
Οι επιλογές δικές του είναι, όπως και η πορεία του. Είναι 25 χρονών και αυτή τη στιγμή βρίσκεται μέσα στον πυρήνα της νέας γενιάς παιδιών που δουλεύουν. Ο Βασίλης, πέρα του ότι έχει πάρει το βάπτισμα του πυρός μέσα σε αυτόν το χώρο που είμαστε και στον οποίον έχουμε κάνει άπειρες πρόβες παρέα με μεγάλους μουσικούς και έχει αποστηθίσει πολλά πράγματα, είναι ένα παιδί που τραβάει έναν δρόμο δικό του. Για μένα είναι πια πολύ μεγάλο στήριγμα, έχει κάνει και την ενορχήστρωση στον καινούριο δίσκο.

Μια και αναφέρατε τον καινούριο σας δίσκο, πείτε μου δυο λόγια για το «φρέσκο» σας βήμα.
Ο «Χωματόδρομος» είναι ένας δίσκος, ο οποίος έχει μια γεύση από τους πρώτους μου δίσκους. Πριν τον κάνω, βρισκόμουν σε μια περίεργη κατάσταση. Προσπαθούσα να αποφασίσω τι θα κάνω, πώς θα το κάνω, με ποιον θα το κάνω. Είχα κάνει κάποια κείμενα, τα οποία συνοδευόντουσαν από κάποια τραγούδια, αλλά ο Βασίλης, ο γιος μου, με αποθάρρυνε από αυτή την ιδέα και δίκιο είχε, γιατί δεν είμαι συγγραφέας, εγώ γράφω τραγούδια. Είχα σκεφτεί τη Μαρία Σουλτάτου που ήταν η πρώτη προσέγγιση τραγουδιστή για αυτόν τον δίσκο. Βρεθήκαμε εδώ στο σπίτι πριν 1,5 χρόνο, κάναμε κάποιες πρόβες και αυτό ήταν το πρώτο θεμέλιο για αυτόν τον δίσκο. Αποφάσισα, λοιπόν, να κάνω κάποιον δίσκο μεικτό. Έναν δίσκο με τραγούδια πιο λυρικά, με πιο ποιητικό στίχο. Δεκαπέντε τραγούδια από τα σαράντα που είχαμε και που ερμηνεύουν η Μαρία, εγώ, η Ανατολή Μαριόλα, ο Βασίλης Κορακάκης, η Ελένη Καπηλίδου, ο Θοδωρής Στούγιος και ο Άλκης Μαύρος. Ξεκινήσαμε στις 13 Νοεμβρίου 2011 τις ηχογραφήσεις. Η αιτία ήταν βέβαια και ο Αντώνης Ξηντάρης που έπαιζε κιθάρα στις πρόβες που κάναμε εδώ, ο οποίος έπρεπε να φύγει φαντάρος τέλος Νοεμβρίου και έπρεπε να τα γράψουμε πριν φύγει.

Παρακολούθησα πριν δυο εβδομάδες την παράστασή σας στο «Χαμάμ» που γίνεται όλες τις Παρασκευές του Μάη και παρατήρησα ότι ο κόσμος διασκέδαζε ουσιαστικά και όχι τυπικά. Πώς το επιτυγχάνετε αυτό;
Πρώτα από όλα, είναι οι συντελεστές πέρα από τους μουσικούς. Νομίζω ότι είναι «βαρύ πυροβολικό» η Σουλτάτου, είναι μια πολύ μεγάλη τραγουδίστρια. Την Ανατολή τη γουστάρω πάρα πολύ. Όλο αυτό το πράγμα, έχει κάτι που δεν είναι δήθεν, έχει μια επιβλητικότητα. Από την άλλη, είμαι τόσα χρόνια πάνω στο πατάρι, είμαι ένας δεινός άνθρωπος του πάλκου. Δε σου λέω αν είμαι καλός ή κακός, αυτό δεν μπορώ να το κρίνω εγώ. Όμως, την ξέρω πολύ καλά τη δουλειά. Αυτό που ξέρω πάνω από όλα είναι να εκτιμάω τον κόσμο, να τον σέβομαι. Αυτός είναι για μένα ο θεμέλιος λίθος της δουλειάς μου. Ακόμα, το Χαμάμ είναι ένας επιβλητικότατος χώρος, όπου σου δίνεται η δυνατότητα να παίξεις πράγματα δικά σου, κάτι το οποίο δεν το κάνω αλλού εύκολα.

Ποιο τραγούδι σας θεωρείτε ως το πιο σημαντικό τόσο από άποψη ερμηνείας, όσο και στίχου και μουσικής;
Αυτή δεν είναι μια εύκολη ερώτηση. Νομίζω ότι έχω πολλά σημαντικά τραγούδια. Βέβαια, το τραγούδι που έχει αγαπήσει πιο πολύ ο κόσμος είναι το «Πρώτο φθινόπωρο». Θα έλεγα, αν θέλεις, ότι είναι το σπουδαιότερο τραγούδι που έχω γράψει από θέμα απλότητας, από θέμα μελωδικής γραμμής, από θέμα εισαγωγής και από θέμα απήχησης στις ψυχές του κόσμου. Πάντα, καλό είναι ο καλλιτέχνης και ο δημιουργός να τολμούν να παίζουν τα τραγούδια τους, αλλά ο κόσμος είναι που αποφασίζει και κατατάσσει τα πράγματα.

Ας αλλάξουμε θέμα. Θα ήθελα να σχολιάσετε τα πολιτικά γεγονότα που συμβαίνουν στη χώρα μας το τελευταίο διάστημα.
Τι να σχολιάσω; Εγώ αυτόν τον σχολιασμό τον κάνω εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Θα σου πω κάποια τραγούδια μου για να καταλάβεις τι θέλω να πω. Είναι το «Μάνα που ζω», είναι το «Παλιόσκαρο» που γράφτηκε το 1996, το «Ήταν κάποτε μια χώρα» που γράφτηκε το 1993 αλλά τελικά το έβαλα στον «Χωματόδρομο». Ο τόπος μας περνάει πάρα πολύ δύσκολα. Οι πολιτικοί τον έχουν καταστρέψει κάνοντας μεγάλες απερισκεψίες χωρίς να υπολογίζουν το μέλλον του τόπου. Αυτό που θέλω να πω είναι ουαί κι αλίμονο αν περιμένουμε να σωθούμε από τους πολιτικούς ή από μία ψήφο εάν μέσα μας σαν άνθρωποι δεν μπορέσουμε να βρούμε την ισορροπία μας και την αλήθεια του καθενός. Πέρα από αυτούς, οι οποίοι μονίμως μας πετάνε το δόλωμα, το καρότο κι εμείς τρέχουμε από πίσω, θα πρέπει να κάνουμε μια βαθιά αυτοκριτική και να επανεξετάσουμε τη στάση μας. Όλη τσιμπήσαμε σε μια ζωή γεμάτη με κατανάλωση. Αυτοί ξέρουν και το στήνουν το παιχνίδι, αλλά ο κόσμος δε φταίει πλέον σε τίποτα να πληρώνει τις αμαρτίες αυτών. Όμως, πιστεύω βαθιά μέσα μου ότι σαν λαός είμαστε πολύ αξιόλογος που βρίσκουμε πάντα τη δύναμη να προχωράμε. Θα την περάσουμε αυτή τη φάση και θα στηθούμε πάλι στα πόδια μας. Άλλωστε, να σου πω και κάτι; Έχει περάσει πολύ πιο δύσκολα αυτός ο τόπος. Να κάνουμε και μια ευχή να μην περάσει δυσκολότερα.

Ποια είναι κατά τη γνώμη σας η διέξοδος ή αλλιώς, η χαραμάδα που θα μας βοηθήσει να ξεφύγουμε από όλη αυτή την κατήφεια;
Πρέπει να κοιτάξουμε και να βρούμε νόημα στη ζωή. Τώρα, όλα αυτά που λέω είναι φιλολογίες και όταν ο άλλος πεινάει ή έχει χάσει τη δουλειά του, ακούγονται περίεργα. Αλλά, δε θέλω να ρίξω λάδι στη φωτιά. Δεν πρέπει να μας πάρει από κάτω αυτό το πράγμα. Έχουμε τόσο ωραίες καταστάσεις να δούμε. Ας δούμε τον ήλιο, το φως, τη θάλασσα. Ας δούμε το πόσο τυχεροί είμαστε που έχουμε γεννηθεί σε αυτόν τον τόπο που όλοι τον ζηλεύουν και όλοι τον γουστάρουν. Ας είμαστε πάνω από όλα ενωμένοι.

Μετά το «Χαμάμ», θα ακολουθήσουν συναυλίες;
Ναι, θα γίνουν κάποιες εμφανίσεις εντός και εκτός Αθηνών, αλλά μη νομίζεις ότι πλέον υπάρχουν και πολλές δουλειές. Θα πάρω τον «Χωματόδρομο» παραμάσχαλα και θα τον τρέξω όσο μπορώ.

Αφιερώστε το πιο αισιόδοξο τραγούδι σας στους αναγνώστες του ΟΡΦΕΑ.

Ξέρεις ότι πολλά αισιόδοξα τραγούδια δεν έχω, αλλά θα τους αφιερώσω τους «Άρχοντες» που είναι το πρώτο τραγούδι που είπα στη δισκογραφία το 1988 και λέει «Μα δε φοβόμαστε που ονειρευόμαστε, γιατί ελπίζουμε στο φως της ευτυχίας…».

 

 

 




 

Οι απόψεις και οι σκέψεις των συνεργατών του Ορφέα δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τη γνώμη του περιοδικού.
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΥ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΥ ΣΕ ΑΛΛΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Με την πρώτη σταγόνα της βροχής σκοτώθηκε το καλοκαίρι.
Οδυσσέας Ελύτης

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

18/9/1970 Πέθανε στο Λονδίνο ο αμερικανός κιθαρίστας Τζίμυ Χέντριξ (Τζέιμς Μάρσαλ Χέντριξ), πιθανότατα από υπερβολική δόση βαρβιτουρικών.
19/9/1949 Έφυγε από τη ζωή ο συνθέτης κλασικής μουσικής Νίκος Σκαλκώτας
19/9/1969 Γεννήθηκε ο τραγουδοποιός Αλκίνοος Ιωαννίδης

ΤΥΧΑΙΑ TAGS