116 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
19.11.2017
Ορφέας | Main Feed

Συνεντεύξεις

Τάσος Π. Καραντής

Ο Νίκος Μωραΐτης, ανήκει στους νεότερους στιχουργούς του τραγουδιού μας, που κατάφερε – στο ελληνικό τραγουδιστοκεντρικό τοπίο - να είναι γνωστός, όσο ένας δημοφιλής ερμηνευτής! Ανήκει, δηλαδή, στην ομάδα εκείνη(την μετρημένη στα δάχτυλα) – παλιότερων και νεότερων στιχουργών – που είναι γνωστοί στο πανελλήνιο. Έχει δε – παρότι ακόμα νέος – καταφέρει να αφήσει έργο, τόσο από πλευράς ποιότητας, όσο και λαϊκής αποδοχής, που είναι εξίσου σημαντικό, για μια λαική τέχνη όπως είναι το τραγούδι κι η στιχουργική. Έχει συνεργαστεί – όντας πολύπλευρος δημιουργός(δεκαθλητή στιχουργό τον λέω εγώ, και του αρέσει) – να συνεργαστεί με πολυποίκιλα ονόματα του τραγουδιού μας(συνθέτες και ερμηνευτές), αφήνοντας παντού το στίγμα του, αλλά και επιτυχίες που πέρασαν στα χείλη των Ελλήνων. Τώρα, συνεργάζεται με δυο κορυφαίους τραγουδιστές μας(τον Νταλάρα και την Αρβανιτάκη), κι είχα τη χαρά, να μιλήσω μαζί του, σε μια κουβέντα, που εξελίχτηκε, πολυθεματική, αποκαλυπτική(με απόψεις και συγκεκριμένες προτάσεις) και, κυρίως, γεμάτη από αγάπη για το τραγούδι, που το έχει υπηρετήσει, ως μουσικογράφος, ραδιοφωνικός παραγωγός και, με την κυρίαρχή του πια ταυτότητα, ως στιχουργός. Στο τέλος, μου έκανε κι ένα δώρο! Αποκλειστικά για τον «ΟΡΦΕΑ» και τους αναγνώστες του! Τον ευχαριστώ πολύ!


Στιχουργός – δημοσιογράφος – ραδιοφωνικός παραγωγός. Πως κι από ποτέ γεννήθηκε η ανάγκη σου, για έκφραση κι επικοινωνία, μέσα απ’ αυτές τις τρεις ιδιότητες, που σου έγιναν κι επάγγελμα;
Από πολύ μικρός έλεγα ότι θα γινόμουν δημοσιογράφος. Βέβαια, στα χρόνια του ’80 το επάγγελμα αυτό είχε ακόμη ένα κύρος, δεν ήταν όπως σήμερα. Με σκοπό να γίνω δημοσιογράφος πήγα στη Νομική και συνέχισα κάνοντας μεταπτυχιακά στο τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ. Στο ραδιόφωνο και τον στίχο με οδήγησε η αγάπη μου για το ελληνικό τραγούδι. Δεν ήξερα τι να την κάνω αυτή την αγάπη και τη διοχέτευσα προς αυτές τις δύο ιδιότητες.

Από πολύ μικρός έλεγα ότι θα γινόμουν δημοσιογράφος. Βέβαια, στα χρόνια του ’80 το επάγγελμα αυτό είχε ακόμη ένα κύρος, δεν ήταν όπως σήμερα. Με σκοπό να γίνω δημοσιογράφος πήγα στη Νομική και συνέχισα κάνοντας μεταπτυχιακά στο τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ. Στο ραδιόφωνο και τον στίχο με οδήγησε η αγάπη μου για το ελληνικό τραγούδι. Δεν ήξερα τι να την κάνω αυτή την αγάπη και τη διοχέτευσα προς αυτές τις δύο ιδιότητες.

Ποια προηγήθηκε; Ποια είναι η σειρά με την οποία μπήκες και καθιερώθηκες στο χώρο;
Δεκαοκτώ χρόνων, μπαίνοντας στη Νομική, άρχισα να κάνω και εκπομπές στο ραδιόφωνο. Αρχικά, ερασιτεχνικά στον Επικοινωνία 94,1 και μετά επαγγελματικά στον Μελωδία. Από το 1995 μπαίνω στη δημοσιογραφία με το ΜΕΤΡΟ, ύστερα το ΔΙΦΩΝΟ, το ΒΗΜΑ, το TIME OUT και το ELLE, ενώ από κάποια στιγμή και μετά αναλαμβάνω την αρχισυνταξία των τηλεοπτικών εκπομπών του Λευτέρη Παπαδόπουλου. Ο στίχος ήρθε τρίτος: το 1997, με τα «Χάρτινα» της Δήμητρας Γαλάνη.

Έχεις 15 χρόνια στη δισκογραφία(από το 1997), ξεκινώντας, μάλιστα, με μεγάλα ονόματα(Δήμητρα Γαλάνη & Τάκη Σούκα) και με τραγούδι – επιτυχία(«Τα χάρτινα»). Πως προέκυψε αυτή η συνεργασία και πρώτη σου δουλειά, και τι θυμάσαι απ’ την εποχή αυτήν;
Ξεκίνησα να γράφω τους πρώτους μου στίχους το 1994. Όταν ένιωσα ότι φτάνω σε ένα επίπεδο ώστε να μπορώ να τους δείξω, πήγα σε κάποιους συνθέτες και τραγουδιστές. Βρήκα πόρτες κλειστές. Στη Γαλάνη δεν τολμούσα να πάω, φοβόμουν το μεγάλο βήμα. Κάποια στιγμή, αφού οι μικρές πόρτες ήταν κλειστές, χτύπησα τη μεγάλη. Και άνοιξε. Δεν πήρε απλώς τραγούδια μου, με έβαλε με πάθος στο χώρο. Αυτή είναι μία μεγάλη διαφορά της Δήμητρας από άλλους. Αυτό που πιστεύει, το πιστεύει με πάθος. Έδωσε σε ένα παιδί 24 χρόνων σχεδόν όλα τα τραγούδια του δίσκου της. Λέω πάντα –και το εννοώ- ότι αν δεν υπήρχε η Γαλάνη δεν θα είχα μπει στο χώρο του τραγουδιού. Κανείς δεν θα με έβαζε.

Είχες πρότυπα παλιότερους, στιχουργούς, κι αν ναι, ποιους;
Τα βασικά μου πρότυπα ήταν πάντα στιχουργικά. Έχω καταλήξει σε μία «χρυσή τριάδα» που με επηρέασε πολύ: Λευτέρης Παπαδόπουλος, Λίνα Νικολακοπούλου, Νίκος Γκάτσος. Και σε άλλους τρεις που δεν είμαι κοντά στη γραφή τους αλλά τους θαυμάζω: Μάνος Ελευθερίου, Άλκης Αλκαίος, Κώστας Τριπολίτης.
 
Ανάμεσα στις ιδιότητές σου, του στιχουργού, του δημοσιογράφου, και του ραδιοφωνικού παραγωγού, πού γέρνει περισσότερο η ζυγαριά;
Τα πράγματα ήρθαν λίγο περίεργα σε εμένα: η ιδιότητα που μπήκε τελευταία στη ζωή μου – ο στίχος δηλαδή – ήταν αυτή που επικράτησε. Ίσως γιατί αυτό τελικά αγαπάω πιο πολύ απ’ όλα. Όταν, μετά το 2004 και το τραγούδι «Ο άγγελός μου», άρχισε η μία συνεργασία να φέρνει την άλλη, έπρεπε να κάνω χώρο, να κόψω άλλα κομμάτια του εαυτού μου για λόγους δεοντολογίας αλλά και ουσίας.

Είναι αρκετοί, αυτοί που λένε, ότι ο στιχουργός δεν πρέπει να είναι και μουσικογράφος και ραδιοφωνικός παραγωγός, γιατί χάνει την αντικειμενικότητά του, τουλάχιστον, ως προς τα πρόσωπα που έχει συνεργαστεί. Απ’ την άλλη έχουμε παραδείγματα μεγάλων ονομάτων του χώρου που συνδυάζουν αυτές τις ιδιότητες. Τι θα απαντούσες; Ποια είναι η θέση σου;
Έχω καταλήξει ότι ο στιχουργός σίγουρα δεν πρέπει να είναι μουσικογράφος. Γι’ αυτό κι εγώ, ενώ ήμουν μουσικογράφος, μόλις κατάλαβα ότι η ζωή με πάει να ασχοληθώ επαγγελματικά με το στίχο, το μουσικογραφικό κομμάτι το έκοψα. Όχι για λόγους αντικειμενικότητας. Ένα χάρισμα έχω: να μπορώ να κρίνω τα πράγματα από μία απόσταση, χωρίς να κοιτάζω την προσωπική μου εμπλοκή. Όταν όμως πήγαινα π.χ. σε ένα live και έγραφα «σήμερα ο χ τραγουδιστής ήταν εξαιρετικός», οι άλλοι φαντάζονταν ότι το κάνω για να μου πάρει τραγούδια. Όταν πήγαινα και έγραφα –για τον ίδιο τραγουδιστή- «ο χ τραγουδιστής έδωσε μία πολύ κακή παράσταση», οι άλλοι φαντάζονταν ότι το έκανα επειδή δεν μου πήρε τραγούδια! Τα έκοψα λοιπόν όλα αυτά και βρήκα την υγειά μου. Όση αντικειμενικότητα και αν έχεις, δεν μπορείς να αποδείξεις ότι δεν είσαι διαπλεκόμενος σε ανθρώπους που διαπλέκονται οι ίδιοι. Το κομμάτι του ραδιοφώνου είναι διαφορετικό. Πολλοί στιχουργοί κάνουν ή έκαναν κατά καιρούς εκπομπές. Δε νομίζω ότι είναι κατακριτέο. Απλώς εγώ, ύστερα από δεκαοκτώ χρόνια εκπομπών, κάποια στιγμή ένιωσα ότι ο έρωτας είχε περάσει. Είχα αποφασίσει να σταματήσω το ραδιόφωνο στα 40 μου. Ε, με την οικονομική κρίση και τα προβλήματα στους ραδιοφωνικούς σταθμούς, έγινε λίγο νωρίτερα.

Πολλή συζήτηση, γίνεται για τη διάθεση, συλλογών, δισκογραφιών και νέων κυκλοφοριών, μέσω των κυριακάτικων εφημερίδων. Υπάρχει μια διχογνωμία στο θέμα, άλλοι υποστηρίζουν πως καλώς γίνεται, αφού μεγάλα έργα φτάνουν στον πολύ κόσμο και στις νεότερες γενιές με φτηνή τιμή, ενώ, άλλοι, μιλούν για ευτελισμό του μέσου(cd) και της ίδιας της δισκογραφίας. Ποια είναι η δική σου άποψη;
Αρχικά, ήμουν κάθετα αντίθετος με τη διανομή cd με εφημερίδες. Τώρα, δυστυχώς δεν βλέπω άλλο δρόμο. Όταν έχουν μείνει τριάντα δισκοπωλεία σε όλη την Ελλάδα, όταν υπάρχουν ολόκληροι νομοί χωρίς δισκοπωλείο, πώς να κάνεις γνωστό το έργο σου; Αυτό που συνέβη στην Ελλάδα είναι τραγικό. Η εγχώρια δισκογραφία πλιατσικολόγησε πάνω στο προϊόν που η ίδια εξέδιδε. Ήταν ο Κρόνος που έτρωγε τα παιδιά του. Πούλησε και ξαναπούλησε cd σε εφημερίδες και περιοδικά σαν να μην υπήρχε αύριο. Αχόρταγα και βιαστικά, όπως έγιναν όλα σε αυτή τη χώρα. Τι πέτυχαν; Να βγάλουν μόνοι τους τα μάτια τους, να εκφυλίσουν το προϊόν τους. Έτσι που τα κατάφεραν, τώρα τους έχουν μείνει μόνο οι εφημερίδες.   

Όλοι μιλάνε για τη νόσο του ραδιοφώνου που λέγεται playlist. Πως φτάσαμε ως εκεί; Ποιο είναι για σένα το “μυστικό” για ένα υγιές ραδιόφωνο και μια ραδιοφωνική εκπομπή;
Η επικράτηση του playlist ξεκίνησε όταν κάποια ραδιόφωνα που υιοθέτησαν αυτό το σύστημα άρχισαν να πηγαίνουν καλά στις μετρήσεις. Αυτό όμως δεν αρκεί ως εξήγηση για την καθολική επικράτηση του playlist. Δυστυχώς, τα «ελεύθερα ραδιόφωνα» έπαιξαν κι αυτά ρόλο, διότι από ένα σημείο και μετά καταχράστηκαν την ελευθερία τους. Έχω το παράδειγμα του Μελωδία, το έζησα εκ των έσω. Όταν ο τρίτος σταθμός της χώρας που είχε να διαχειριστεί μία ιστορία 50 χρόνων ελληνικού τραγουδιού έφτασε να εξυπηρετεί παρεούλες, να γίνει ο σταθμός των δύο συνθετών και των τριών τραγουδοποιών και να φτάσει στη 17η θέση στις ακροαματικότητες, ύστερα μας φταίει το playlist; Γιατί έπρεπε να έρθει το playlist για να ακούσω στο Μελωδία ξανά Μπιθικώτση, Μοσχολιού, Μούτση, Μπέλλου, Κηλαηδόνη, Τσιτσάνη, Μητσιά, Κόκοτα και να εκσφενδονιστεί στη δεύτερη θέση; Η «νόσος» που αναφέρατε δεν επικρατεί μόνη της. Επικρατεί πάνω σε έναν άρρωστο οργανισμό και, δυστυχώς, κάποια ελεύθερα ραδιόφωνα είχαν εξασθενήσει τόσο ώστε να έρθει το playlist και να κυριαρχήσει. Ύστερα ήρθε κι η κρίση και τα ισοπέδωσε όλα. Το playlist δεν ήταν πια μόνο πιο αποτελεσματικό, ήταν και πιο φτηνό. Δεν ξέρω αν υπάρχει επιστροφή, ειλικρινά. Όσο για το τι είναι «υγιές» ραδιόφωνο σήμερα, δεν θα το πω εγώ. Υγιές θα είναι το ραδιόφωνο που θα φτιάξουν τα νέα παιδιά, οι σημερινοί εικοσάρηδες, όπως υγιές ήταν το ραδιόφωνο που κάναμε εμείς όταν ήμασταν εικοσάρηδες, στη δεκαετία του ’90. Το ραδιόφωνο είναι –ή τουλάχιστον θα έπρεπε να είναι- υπόθεση των νέων ανθρώπων.

Πιστεύεις στα ραδιόφωνα με “ταμπέλα”, που υπηρετούν και παρουσιάζουν συγκεκριμένο είδος μουσικής ή στα ραδιόφωνα με μουσικό πλουραλισμό και πόσο ευρύς μπορεί να είναι αυτός; Υπάρχουν, δηλαδή, είδη τραγουδιού και τραγουδιστών που θα πρέπει να αποκλείονται από ένα ραδιόφωνο; Κι, αν ναι, θα πρέπει να έχουν κι αυτά το δικό τους; Οπότε πάμε πάλι σε “ταμπέλες”;  
Πιστεύω στην εξειδίκευση. Δεν μου αρέσουν τα «τουρλού» ραδιόφωνα. Θέλω να ξέρω ότι αν πατήσω αυτό το κουμπί, θα ακούσω καλή ελληνική μουσική, αν πατήσω το άλλο θα ακούσω ειδήσεις, αν πατήσω το τρίτο θα ακούσω επιτυχίες και το τέταρτο εναλλακτική μουσική. Στην εξειδίκευση οι αποκλεισμοί είναι αναπόφευκτοι. Το πρόβλημα είναι όταν αρχίζεις να αποκλείεις τραγούδια του χώρου σου…
 
Αυτό σε αφορά, κάπως, κι ως δημιουργό. Δηλαδή, ενώ, είσαι αναγνωρισμένος και θεωρείσαι από τους σημαντικότερους των τελευταίων χρόνων, επειδή, υπηρετείς μια ποικιλία ειδών και υφών τραγουδιού(ανήκεις, κατά τη γνώμη μου, στους δεκαθλητές δημιουργούς κι ερμηνευτές, δεν είσαι μονοδιάστατος), κάποιοι σου προσάπτουν ότι τροφοδοτείς με στίχους σου και το “εύπεπτο τραγούδι”. Ποια είναι η θέση σου;
Μ’ αρέσει το δεκαθλητής! Κοίταξε, εμένα μου αρέσουν διαφορετικά πράγματα στη ζωή μου. Και ό,τι μου αρέσει το κάνω, δεν διστάζω. Μου αρέσει βαθιά η έντεχνη μουσική. Και εκτιμώ το λαϊκό τραγούδι. Και είμαι φαν της ποπ κουλτούρας –ιδίως στην εικαστική της εκδοχή. Δεν πρόκειται να λογοκρίνω πτυχές του εαυτού μου για να αρέσω στους κριτικούς. Κακά τα ψέματα, ζούμε το τέλος της διάκρισης «έντεχνο – εμπορικό». Το μεν έντεχνο δεν βγάζει σημαντικούς δίσκους πια (με μόνη εξαίρεση την ομάδα της Μποφίλιου), το δε εμπορικό δεν πουλάει πια. Τι σόι έντεχνο είναι ένα τραγούδι χωρίς τέχνη; Τι σόι εμπορικό είναι ένα τραγούδι που δεν πουλάει; Ιστορικά λοιπόν μπορεί να υπάρχει αυτή η διάκριση και καλώς υπάρχει, στο παρόν όμως δεν έχει θέση. Ατενίζοντας το τέλος των ειδών, έρχομαι και κάνω τη δική μου κατηγοριοποίηση με ένα μόνο κριτήριο: την προσωπική μου αισθητική. Ανήκω, ως καταγωγή,  στο έντεχνο αλλά δεν πρόκειται να γράψω για έναν που γρατζουνάει άθλια μία κιθάρα και νομίζει ότι κάνει μουσική. Δεν ανήκω στην πίστα αλλά θα γράψω για τον Ρέμο γιατί η αισθητική της φωνής του –της φωνής του, όχι του μαγαζιού του- μου ταιριάζει. Και αν μου πει κανείς «γιατί γράφεις για τον Ρέμο και όχι π.χ. για τον Σφακιανάκη, που έχει εξίσου καλή φωνή;», η απάντηση είναι πολύ απλή: Γιατί ο πρώτος νιώθω ότι ταιριάζει στον λόγο μου ενώ ο δεύτερος όχι. Έτσι λοιπόν συστήνω τον δικό μου χώρο. Με τα δικά μου «ναι» και τα δικά μου «όχι». Φυσικά γίνονται και λάθη. Δοκίμασα να γράψω για την Πέγκυ Ζήνα. Δεν ένιωσα καλά, δεν θα το ξανακάνω. Είναι «κακή φωνή»; Όχι. Απλώς τελικά εμένα δεν μου ταιριάζει. Το λέω τελείως αυθαίρετα και υποκειμενικά. Αυτός είμαι εγώ και αυτές είναι οι επιλογές μου.

Βλέποντας τη δισκογραφία σου, πράγματι, παρατηρείται αυτή η πολυπραγμοσύνη σου. Έχεις συνεργαστεί, από συνθέτες, από τον Νικολόπουλο και τον Σούκα, ως τον Θεοφάνους και το Σαμπάνη, κι από τραγουδιστές, από τον αείμνηστο Μητροπάνο ως την Ραλλία. Πως προκύπτει, κάθε φορά μια συνεργασία, και πως προσαρμόζεσαι στα διαφορετικά είδη και φωνές;
Οι συνεργασίες προκύπτουν πολύ απλά: Έρχεται κάποιος και σου προτείνει «γράφουμε για τον τάδε;» και εσύ απαντάς «τέλεια!», ή «ΟΚ» ή «θα το σκεφτώ» ή «όχι» ή «αποκλείεται!». Αφού πεις το «ναι», πρέπει να κάνεις δύο αντίρροπες κινήσεις: να πας προς το μέρος του τραγουδιστή, και να τον φέρεις προς το δικό σου. Δεν μπορείς να γράφεις στον Ρέμο όπως γράφεις στην Μπάμπαλη, ούτε στον Χατζηγιάννη όπως γράφεις στην Αρβανιτάκη. Αλλά ταυτόχρονα πρέπει σε όλους να είσαι εσύ, όχι κάποιος άλλος που τους ταιριάζει. Αυτές οι «μεταμορφώσεις» μου είναι ό,τι αγαπώ. Ο αφαιρετικός Νίκος στην Μπάμπαλη ή στην Πασπαλά, ο λαϊκός Νίκος στον Μητροπάνο ή στον Ρέμο, ο ποπ Νίκος στον Χατζηγιάννη, αλλά πάντα ο Νίκος.

Με τον Χατζηγιάννη έχεις κάνει τη μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία σου – με το «7» - με τριψήφια νούμερα, που, πλέον, έχουν εξαφανιστεί από τη δισκογραφία. Υπάρχει όντως ένα τέτοιο ιδιαίτερο δέσιμο, με τον συγκεκριμένο καλλιτέχνη, όπου λειτουργείτε ως ένα επιτυχημένο δίδυμο;
Με τον Χατζηγιάννη βρεθήκαμε την κατάλληλη στιγμή. Είχε ήδη κάνει ένα πολύ μεγάλο «μπαμ», όλοι πίστευαν ότι δεν μπορεί να φτάσει παραπάνω. Κάποιοι, μάλιστα, μου είπαν «μη συνεργαστείς μαζί του γιατί τώρα θα αρχίσει να πέφτει και θα χρεωθείς την πτώση». Αποδείξαμε με τον Μιχάλη ότι υπήρχε μπροστά μία ακόμη μεγαλύτερη –τουλάχιστον εμπορικά- κορυφή. Ζήσαμε στιγμές που κάθε εξάμηνο βγάζαμε ένα single και πήγαινε κατευθείαν στο Νο1. Το κάναμε και το ξανακάναμε, τρία χρόνια χωρίς διάλειμμα, 2005 - 2008. Έρχεται όμως πάντα μία στιγμή που αυτό τελειώνει. Και για να φτάσεις στην επόμενη κορυφή πρέπει να γίνεις άλλος. Σε μία ενδεχόμενη επόμενη συνάντηση με τον Μιχάλη πρέπει να είμαστε και οι δύο διαφορετικοί, και οι δύο καινούργιοι. Και πιο βαθείς. Είναι πια και ο Μιχάλης σε μία ηλικία που του επιτρέπει να πάει σε μεγαλύτερο βάθος.

Τώρα συμμετέχεις σε δυο επερχόμενες δισκογραφικές δουλειές, δύο κορυφαίων ερμηνευτών μας, του Νταλάρα και της Αρβανιτάκη. Μίλησέ μου γι’ αυτήν τη συνεργασία σου.
Ο Νταλάρας είναι ο ορισμός του τραγουδιστή, το μέτρο ενός ολόκληρου επαγγέλματος για τον Έλληνα. Έχω ξανασυνεργαστεί μαζί του σποραδικά, τώρα όμως νιώθω ότι ο δίσκος που ετοιμάζει με τον Νίκο Αντύπα είναι κάτι πιο ολοκληρωμένο. Έχω τέσσερα τραγούδια μέσα – τέσσερις διαφορετικές εικόνες. Αισθάνομαι ότι τον συναντώ για πρώτη φορά. Με την Ελευθερία έχουμε μοιραστεί μαζί μερικές μεγάλες επιτυχίες, τώρα όμως νιώθω ένα μεγαλύτερο βάρος. Σε αυτό το cd υπάρχουν κάποια τραγούδια γραμμένα για την Ελευθερία των μεγάλων ανοιχτών χώρων και υπάρχουν και άλλα τραγούδια γραμμένα μόνο για εκείνη. «Έσκαψα» περισσότερο αυτή τη φορά. Ένα τραγούδι μάλιστα, το «Φοβάμαι το φόβο», δεν θα διστάσω να σας πω πως είναι ο πιο κρυφός εαυτός που έχω αποκαλύψει ποτέ.

Πέρσι το χειμώνα, ο Νταλάρας, έγινε θύμα πρωτόγνωρων τραμπουκισμών για το ελληνικό τραγούδι, που μας ντρόπιασαν ως χώρα. Η Μποφίλιου απειλείται από μια ναζιστική οργάνωση, που μερίδα ελλήνων, την έβαλε στη βουλή, επειδή τοποθετήθηκε – στη «γλώσσα τους» - πολιτικά εναντίον τους. Τι πρέπει να γίνει για να κατατροπωθούν τέτοιες τραμπουκικές πρακτικές; Μήπως έχει ευθύνη κι ο καλλιτεχνικός κόσμος του τραγουδιού(γιατί πολλοί σιώπησαν), μήπως έχουμε έλλειμμα αλληλεγγύης στο τραγουδιστικό σινάφι;
Αυτό το τελευταίο που λέτε είναι πολύ σημαντικό. Έρχεται κάποιος –γιατί δεν γουστάρει π.χ. τον Νταλάρα- και λέει «καλά του κάνανε». Αυτό που δεν ξέρει είναι ότι ο φασισμός αύριο θα χτυπήσει τη δική του πόρτα. Αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα ζούμε δύο ειδών φασισμό. Ο ένας είναι της Χρυσής Αυγής, η οποία, βασισμένη στα χυδαιότερα ένστικτα του Έλληνα που αναδείχθηκαν λόγω της κρίσης, νομίζει ότι υποκαθιστά την Τάξη σε αυτή τη χώρα. Δεν είναι παρά μία εγκληματική οργάνωση. Σε κάθε ευνομούμενη πολιτεία μία τέτοια οργάνωση θα ήταν εκτός νόμου, όχι «κόμμα» που συμμετέχει σε εκλογές. Ο Έλληνας αυτή τη στιγμή είναι σε σύγχυση. Ευρισκόμενος σε σύγχυση δεν το έχει σε τίποτα να ψηφίσει και τον διάολο ακόμα. Ποιοι θεσμοί είναι αυτοί που του επιτρέπουν να έχει μία τέτοια αντιδημοκρατική επιλογή σε μία δημοκρατική χώρα; Πώς πέρασε η Χρυσή Αυγή τον έλεγχο νομιμότητας του Αρείου Πάγου και συμμετέχει σε εκλογές; Ο άλλος φασισμός που ζούμε είναι εξίσου χυδαίος αλλά καλυμμένος πίσω από γραβάτες. Είναι ο φασισμός των μεγάλων ΜΜΕ, αυτών που για χρόνια λυμαίνονταν τη χώρα, ανεβοκατέβαζαν κυβερνήσεις και τώρα βλέπουν να χάνουν το έδαφος κάτω απ’ τα πόδια τους, γιατί το κόμμα που τους εξέθρεψε γκρεμίστηκε. Βλέπω την αγωνία στο μάτι τους κάθε βράδυ στις ειδήσεις. Η τρικομματική κυβέρνηση είναι η τελευταία τους ελπίδα να διατηρήσουν την εξουσία και τη μπίζνα που έκαναν τόσα χρόνια. Όπως και ο φασισμός της Χρυσής Αυγής, έτσι και η Διαπλοκή επιτίθεται αυτή τη στιγμή και σε καλλιτέχνες. Δεν είδατε τον δημοσιογραφικό οχετό που κάθε βράδυ στο δελτίο «σπονσοράρει» συγκεκριμένο κόμμα, ο οποίος είχε το θράσος να αποκαλέσει δημοσίως «τσόλια» τις Αλεξίου – Γαλάνη; Δεν είδατε τη μεγαλύτερη ημερήσια εφημερίδα που έβγαλε κατάλογο με τα προσωπικά έσοδα –όχι τα εταιρικά- των τραγουδιστών προκειμένου να τους παρουσιάσει ως φοροφυγάδες; Είναι οργανωμένο το σχέδιο. Να φταίνε για την κατάντιά μας «οι κακοί καλλιτέχνες», «οι κακοί ξενοδόχοι», «οι κακοί ταξιτζήδες», «οι κακοί ελεύθεροι επαγγελματίες» και όχι οι αληθινοί υπεύθυνοι: Αυτοί που λυμαίνονται την εξουσία σε αυτή τη χώρα.

Πολιτικά η κατάντια της χώρας επιδεινώνεται. Εγώ έγραψα – βλέποντας τα αποτελέσματα των εκλογών – ότι η αγανάκτηση, έφερε μια από τα ίδια! Ποια είναι η δική σου ματιά;
Φ
αινομενικά δεν έχει αλλάξει τίποτα. Ουσιαστικά έχει συντελεστεί μία πρωτοφανής αλλαγή κατά τη γνώμη μου. Για πρώτη φορά στα χρονιά κατέρρευσε εντελώς ο ένας από τους δύο «δίδυμους πύργους» της εξουσίας. Το κόμμα που γαργάλισε τα πιο ταπεινά ένστικτα του Έλληνα, το κόμμα του «Όλοι στο χρηματιστήριο», του «Ευχαριστώ τους Αμερικάνους», του «Λεφτά υπάρχουν» και του «Όλοι μαζί τα φάγαμε» είναι πια παρελθόν, κι ας είχε με το μέρος του το 95% των ΜΜΕ. Ξέρετε τι ανατροπή είναι αυτή; Για να σταθεί το Σύστημα στα πόδια του χρειάστηκε να συμμαχήσουν τρία κόμματα, εκεί που ένα ήταν αρκετό. Και τι θα γίνει όταν αρχίσει η φθορά που έχει κάθε κυβέρνηση; Εκεί πια ο πόλεμος θα είναι ανελέητος. Τα καθεστωτικά ΜΜΕ θα τα δώσουν όλα για όλα προκειμένου να μην αλλάξει η κυβέρνηση της χώρας. Οι επόμενες εκλογές θα διεξαχθούν σε συνθήκες μιντιακής Χούντας.

Έχεις συνεργαστεί με τη Ζουγανέλη, της οποίας η φωνητική αξία και δημοφιλία είναι αναμφισβήτητα. Θεωρούνται, μαζί με την Μποφίλιου, οι δυο σημαντικότερες ερμηνεύτριες της νέας γενιάς. Με τη Μποφίλιου θα ήθελες να συνεργαστείς; Και γενικότερα – πέρα από τις δουλειές με τον Νταλάρα και την Αρβανιτάκη – υπάρχουν πιο μακροπρόθεσμα σχέδια ή και όνειρα;
Ύστερα από πολλά χρόνια έλλειψης μεγάλων γυναικείων φωνών, η Ζουγανέλη και η Μποφίλιου αποτελούν δύο δυνατές ερμηνεύτριες. Με την πρώτη έχω συνεργαστεί, όχι όμως έτσι όπως θα ήθελα. Ενώ με την Αρβανιτάκη ή τον Ρέμο π.χ. έχω τη δυνατότητα να προτείνω συγκεκριμένη κατεύθυνση, στη Ζουγανέλη δεν συνέβη το ίδιο. Η Μποφίλιου είναι περίπτωση ολοκληρωμένου καλλιτέχνη. Τη θαυμάζω, όμως ο εγωισμός πρέπει κάποιες φορές να πηγαίνει πίσω. Αυτό που νιώθω βλέποντάς τη δεν είναι «αχ, θέλω να πει τραγούδια μου». Αυτό που θέλω είναι να σωπάσω και να συνεχίσω να ακούω τα υπέροχα τραγούδια που γράφουν για αυτήν ο Γεράσιμος Ευαγγελάτος και ο Θέμης Καραμουρατίδης. Αν πάλι, σε κάποια παράλληλη δραστηριότητά της, πει ένα τραγούδι μου, θα είμαι ευτυχής. Ως εκεί όμως. Την τέχνη που φτιάχνει μια παρέα, όταν τη βρεις μπροστά σου, έχει σημασία να μπορέσεις να την απολαύσεις, όχι να τη διασπάσεις.

Αγαπητέ Νίκο, θα ήθελα να ολοκληρώσουμε την κουβέντα μας, κάνοντας τη χάρη σε μια αναγνώστρια του περιοδικού, η οποία έχει ξετρελαθεί με το τραγούδι σου «Απόψε», που ερμηνεύει ο Νταλάρας, και κυκλοφόρησε το καλοκαίρι σε single από το «ΕΘΝΟΣ». Θα ήθελα κι εγώ να σε παρακαλέσω να μας πεις την ιστορία του τραγουδιού σου αυτού.
Είναι από τις λίγες περιπτώσεις, στη συνεργασία μας με το Νίκο Αντύπα, που έγραψε εκείνος πάνω σε στίχους μου και όχι εγώ πάνω σε μελωδία του. Ο στίχος μού είχε βγει απρόβλεπτα, σε κάποια στιγμή «έκστασης», από εκείνες που με πιάνουν και μου βγαίνουν κατεβατά λόγου χωρίς να τα σκεφτώ και να τα καταλάβω. Ύστερα από αρκετό καιρό, το έδωσα στον Αντύπα λέγοντάς του ότι το φαντάζομαι ζεϊμπέκικο, και, λίγες ώρες μετά, είχε έτοιμο ένα … «αντυπέικο» ζεϊμπέκικο. Αλλά μια και μιλάμε για τα καινούργια τραγούδια του Νταλάρα, θα μου επιτρέψετε, για κλείσιμο, να σας κάνω ένα «δωράκι». Τον στίχο από ένα τραγούδι του δίσκου που θα βγει, το οποίο αγαπώ ιδιαίτερα:

«Τα σπίτια»
Τα σπίτια που μεγάλωσα
άλλα μικρά και βορεινά
άλλα έβλεπαν τη θάλασσα
και τα νησιά τα μακρινά
Καθένα και μια ανάμνηση
καθένα και μια μυρωδιά
σε όλα να στέκεσαι εσύ
μέσα στα καθημερινά

R: Απόψε γέρνουν
πάνω μου οι πολυκατοικίες
οι σκάλες κι οι φωταγωγοί
κι όλες μου οι ηλικίες
τα σπίτια που έζησα είσαι εσύ
το λέω και δείχνω την πληγή
στον τοίχο άλλο ένα καρφί
τα σπίτια που έζησα είσαι εσύ

Στα σπίτια που μεγάλωσα
τώρα κοιμούνται άλλοι πια
μα μέσα μου προστάτεψα
τα γέλια σου τα γυάλινα

 

 



Οι απόψεις και οι σκέψεις των συνεργατών του Ορφέα δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τη γνώμη του περιοδικού.
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου

Σχόλια  

 
0 #1 Γεροντας 06-12-2012 21:45
οι στιχουργοί γεννιούνται και μένουν πάντα ζωντανοί
ο Νίκος είναι ένας υπέροχος στιχουργούς .
Γέροντας από τον stoixo
Παράθεση
 

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΥ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΥ ΣΕ ΑΛΛΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Με την πρώτη σταγόνα της βροχής σκοτώθηκε το καλοκαίρι.
Οδυσσέας Ελύτης

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

19/11/1944 Γεννήθηκε στη Λευκάδα η μέτζο-σοπράνο Αγνή Μπάλτσα
19/11/1959 Γεννήθηκε ο συνθέτης Νίκος Ζούδιαρης