123 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
18.11.2017
Ορφέας | Main Feed
MINOS EMI
Αναζήτηση με tags
Ο Στέλιος Καζαντζίδης, ο Στελάρας  για τους ορκισμένους θαυμαστές του,  «έφυγε» από κοντά μας  το 2001 αφήνοντας  πίσω του πολλά τραγούδια και ένα μύθο αξεπέραστο! Όπως όλα τα φαινόμενα συζητήθηκε σε όλη του τη ζωή. Κάποιοι  προσπάθησαν να τον αναλύσουν, άλλοι να τον βιογραφήσουν, άλλοι να τον αγιοποιήσουν, άλλοι να τον αποκαθηλώσουν από το θρόνο του…  Ό,τι  κι αν προσπάθησαν να κάνουν ο Στέλιος ήταν πάντα ένα βήμα πιο πέρα, άπιαστος, απλησίαστος, όπως όλα τα φαινόμενα. Η φωνή του Καζαντζίδη δεν χρειάζεται συστάσεις ή αναλύσεις. Δεσπόζει και θα δεσπόζει στο πάνθεον των μεγαλύτερων τραγουδιστών του κόσμου!
 
Ο Διονύσης Σαββόπουλος, παρότι θεωρείται ο «ο πατέρας των τραγουδοποιών», με σπουδαία έργα («Φορτηγό»/1966, «Το βρώμικο ψωμί»/1972, «Η ρεζέρβα»/1979, «Τραπεζάκια έξω»/1983) - όπου, όλα αυτά, έχουν κάνει πλατινένιες πωλήσεις των 200.000 - στις μέρες μας, από διάφορες δηλώσεις του κι ορισμένες καλλιτεχνικές κινήσεις του, θεωρείται, από μερίδα της κριτικής, αμφιλεγόμενος(για την τελευταία σχεδόν 20ετία μιλάω) κι από μερίδα του πιο αυστηρού κοινού, ακόμα κι ως ένα από τα «μαύρα πρόβατα» του τραγουδιού μας.
 
Στη μνήμη του πατέρα μου
 
Κάθε φορά που κάθομαι να γράψω για τον Πάριο, ή, για έναν δίσκο του, όπως καλή ώρα τώρα, θυμάμαι δυο γνώμες γι’ αυτόν. Η μια είναι του έγκριτου δημοσιογράφου Γιώργου Νοταρά «Ο Πάριος ξεδιπλώνει μια φωνή, για πολλούς την καλύτερη των τελευταίων δεκαετιών» (Γιώργος Νοταράς, Από τις 78 στροφές στο cd – 80 χρόνια ελληνικής δισκογραφίας, εκδ. ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ, Αθήνα 2008, σελ. 50). Η άλλη, ανήκει στον Γιάννη Σπανό και μου την έχει πει προσωπικά: «Δεν υπάρχει πιο πλούσια ηχοχρωμάτων και πιο οικεία αντρική φωνή από του Γιάννη Πάριου». Βέβαια, εγώ, ανεξάρτητα των παραπάνω, είχα ανακαλύψει το μεγαλείο του Πάριου, από μικρό παιδί, από τη δεκαετία του ’70, όπου όταν τον άκουγα να τραγουδάει ανατρίχιαζα σύγκορμος και το ανθρώπινο αυτό αντανακλαστικό, αποτελεί, για τον καθένα μας, αδιάψευστη απόδειξη για την αλήθεια (μας).
 
Ο Στέλιος Καζαντζίδης είναι ο πρωταγωνιστικός «μύθος - τραγουδιστής» της «μυθολογίας του ελληνικού τραγουδιού». Πέρα όμως από μύθους και μυθολογίες είναι, σίγουρα, η μεγαλύτερη, σε έκταση και βάθος, αντρική φωνή του ελληνικού τραγουδιού. Ταυτόχρονα όμως, είναι κι ένας τραγουδιστής συγκεκριμένων λαϊκών και μουσικών ορίων και τρόπου έκφρασης, έχοντας, μάλιστα, τη δική του «καζαντζιδική σχολή» ερμηνείας στο λαϊκό μας τραγούδι.
 

Ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου είναι, αναμφισβήτητα, ο πιο δημοφιλής κι εμπορικός ροκ Έλληνας τραγουδιστής και με αειθαλή φωνή στα 62 του χρόνια! Με μια φράση, είναι ο βετεράνος ροκ σταρ της Ελλάδας. Τυπικά, ξεκίνησε την δισκογραφική καριέρα του, το 1972, με τα τραγούδια του Βασίλη Αρχιτεκτονίδη (είναι ο ίδιος συνθέτης, που εκτός από τον Β. Παπακωνσταντίνου, έδωσε και το πρώτο τραγούδι στον Νταλάρα, λίγα χρόνια πριν).

 

Πριν από 16 χρόνια, όντας στην εφηβεία, δεν έδινα σημασία στους μουσικούς ήχους προηγούμενων γενιών. Με ενδιέφεραν τα τραγούδια της εποχής μου, γι΄ αυτό και φρόντιζα να τα έχω όλα στην κατοχή μου είτε γραμμένα σε κασέτες είτε αγορασμένα πάλι σε κασέτες ή δίσκους βινυλίου. Έτσι, δεν είχα καταλάβει ότι το 1995 κυκλοφόρησε ο δίσκος – σταθμός στο ρεμπέτικο τραγούδι «Αμάν… Αμήν» που έφερε την υπογραφή του Σταύρου Ξαρχάκου.

 
Το 1977 κυκλοφόρησε ένας δίσκος με ερμηνευτή τον Γιάννη Πουλόπουλο. Τίτλος «ΑΓΑΠΑ ΜΕ». Στο δίσκο υπήρχαν τραγούδια σημαντικών δημιουργών όπως του Γιάννη Σπανού, του Λ. Παπαδόπουλου, της Σώτιας Τσώτου, του Γ. Κριμιζάκη αλλά και ένα τραγούδι σε μουσική του ανερχόμενου-τότε-Νίκου Καρβέλα. Μέσα σε αυτά υπήρχαν και δυο τραγούδια ξένα. Επιτυχίες του J. Iglesias. Τους στίχους έγραψε σε αυτά τα τραγούδια ο Πυθαγόρας.
 
Ας ξεκινήσω, μια φορά, πιο προσωπικά και συναισθηματικά, αυτήν την αναφορά μου, στο δίσκο «Στα ψηλά τα παραθύρια», αφού είναι ο πιο αγαπημένος ίσως δίσκος των παιδικών μου χρόνων. Από 5-6 χρονών, είχα το “βίτσιο”, να ζητάω από τους γονείς μου, να μου πάρουν δώρο, αντί για παιχνίδια, κασέτες!
 
Ο Νίκος Ζιώγαλας πάντα μου ακουγόταν στ’ αυτιά μου, ο πιο τραγουδιστής απ’ όλους τους τραγουδοποιούς, μια και διαθέτει φωνή, με διαύγεια κι έκταση, που ηχοχρωματικά προέρχεται το δημοτικό τραγούδι. Με καταγωγή από την Ημαθία, έτσι και μπήκε στο χώρο του τραγουδιού, διασκευάζοντας - με το συγκρότημα «ΑΝΑΚΑΡΑ» - δημοτικά τραγούδια, στις αρχές της δεκαετίας του ’70. Βρέθηκε δηλαδή δίπλα στον Γκαϊφύλλια και, κατόπιν, στο Σαββόπουλο, για να ακολουθήσει η “φυγή” στο Παρίσι για σπουδές, όπου εκεί απέκτησε την εμπειρία του μουσικού του δρόμου, παίζοντας μουσική στο γαλλικό μετρό. Η επιστροφή του στην Ελλάδα συμπίπτει με εμφανίσεις με τους «ΣΠΥΡΙΔΟΥΛΑ» , τη δημιουργία δικού του συγκροτήματος(«ΕΡΜΑΦΡΟ») κι όλα οδηγούνται πλέον στην πρώτη του προσωπική δισκογραφική δουλειά.
 
Για τον αείμνηστο Διονύση Θεοδόση (1958-1993) έχω κάνει ολόκληρο αφιέρωμα, εδώ στον «ΟΡΦΕΑ» («Διονύσης Θεοδόσης, ο ευαίσθητος κι ευγενικός ερμηνευτής του ελληνικού τραγουδιού»), αφού εκτιμούσα ανέκαθεν τη φωνή του και το ήθος του, ενώ με συγκίνησε και με λύπησε πολύ ο πρόωρος θάνατός του, σε ηλικία μόλις 35 χρονών.
Ο Διονύσης Θεοδόσης μπήκε στη δισκογραφία – με συμμετοχές –  προς τα μέσα των ’80ς, κι αφού τραγούδησε, συμμετέχοντας, Γιάννη Σπανό, Γιώργο Χατζηνάσιο, Χρήστο Νικολόπουλο, Μάριο Τόκα και Μιχάλη Τερζή , έφτασε, με επιμονή κι υπομονή, στον πρώτο του προσωπικό δίσκο, που, δυστυχώς, έμελλε να είναι κι ο τελευταίος του, στα τέλη της δεκαετίας (1989).
 
Ο Μάνος Χατζιδάκις κι ο Νίκος Γκάτσος αποτελούν, για αρκετούς, ένα μυθικό δίδυμο, αλλά, σίγουρα, θα έλεγα εγώ, ταιριαστό, δημιουργικότατο και, φυσικά, πολύ σημαντικό. Ο Μανώλης Μητσιάς, από τα πρώτα βήματα της καριέρας του, τους τραγούδησε και τους δυο, μέσα από έργα ευρέως γνωστά(«Της γης το χρυσάφι» & «Αθανασία»), εκφράζοντας με τον καλύτερο ερμηνευτικό τρόπο το ύφος τους.
 
Πρωτάκουσα τον «Σαλονικιό» στο ραδιόφωνο, σε διαφημιστική εκπομπή της δισκογραφικής εταιρείας MINOS, όπως ήταν η μόδα της εποχής. Η είδηση ήταν μεγάλη: νέα τραγούδια με τον Στράτο Διονυσίου, σε μουσική του Χρήστου Νικολόπουλου και σε στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου! Αμέσως έτρεξα στο δισκάδικο! Και, κατόπιν, στα «Δειλινά», όπου εμφανιζόταν εκείνη την περίοδο ο Διονυσίου για να τα απολαύσω και live.
 

Δε μου αρέσουν ούτε οι συγκρίσεις, ούτε οι κλίμακες, ούτε οι βαθμοί των επιθέτων. Δε μου αρέσει δηλαδή να διαβάζω για ένα δίσκο ή έναν καλλιτέχνη «ο σπουδαιότερος», ο «μεγαλύτερος», ο «τεράστιος», το «τίποτα». Ακόμη κι αν είναι έτσι, ειδικά αν είναι έτσι, ούτε το έργο ούτε ο καλλιτέχνης χρειάζονται κανενός είδους χαρακτηρισμό, μιας και αρκεί να υπάρχουν, να παίζουν ή να τραγουδούν ή να παίζονται και να το αποδεικνύουν. Έτσι κι αλλιώς, κάθε έργο, για να περιοριστώ στους δίσκους, έχει την αξία του, μεγάλη ή μικρή, μουσική ή άλλη και αυτή είναι που ορίζει και τη μοίρα του, αν και ο κανόνας πάντα θα έχει και τις εξαιρέσεις του. Αν με ρωτήσετε αν η αντίληψη της αξίας αυτής είναι υποκειμενική, θα σας έλεγα πως είναι απλά συλλογική.

 
«Τα 18 λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας” είναι το “πιστεύω” της αιώνιας πάλης της Ρωμιοσύνης για την Ελευθερία». Αυτή η φράση του Μίκη Θεοδωράκη, νομίζω πως συμπυκνώνει τη σημασία και την αξία αυτού, του πιο χαρακτηριστικού ίσως, έργου του της περιόδου της δικτατορίας. Η γέννηση των «Λιανοτράγουδων», αλλά κι οι συμπληγάδες που πέρασαν, μέχρι να μελοποιηθούν και να εκδοθούν, έχουν περιγραφεί, πολύ γλαφυρά, στην επανέκδοση του δίσκου(MIKIS THEODORAKIS, EMI, remasters vol. 8/2003), από τον ίδιο τον Θεοδωράκη και τον Ρίτσο.
 
Το «Υπάρχω», είναι, ίσως, ο πιο γνωστός, στους πάντες, τίτλος δίσκου του Καζαντζίδη. Για τον ίδιον είναι συμβολικός, αφού, όπως το λέει στον πρόλογό του: «Αφορά εσάς κι εμένα. ΥΠΑΡΧΩ σαν καλλιτέχνης και σαν άνθρωπος, από τον καιρό που εσείς οι γνωστοί και άγνωστοι φίλοι μου, με αγαπήσατε και με κάνατε δικό σας». Έχει χαρακτηριστεί όμως κι ως ο πιο εγωιστικός του, άλλωστε μην ξεχνάμε, ότι το σουξέ του δίσκου αυτού και του ομώνυμου κομματιού («Υπάρχω»), προσπάθησε να το εκμεταλλευτεί – λαϊκίστικα κατά τη γνώμη μου – κι εμπορικά, με την κυκλοφορία του ούζου «ΥΠΑΡΧΩ», όπου φιγουράριζε η φωτογραφία του ίδιου του Καζαντζίδη στην ετικέτα του μπουκαλιού.
 
Ακούγοντας το έργο "Δροσουλίτες" θρύλοι και θρήνοι του Νίκου Γκάτσου, σε μουσική Χριστόδουλου Χάλαρη, νοιώθεις πως έχεις διασχίσει ζωή δέκα αιώνων ως τώρα, αλλά και στο μέλλον άλλων δέκα αιώνων και βάλε. Επόμενο είναι, όταν διαβάζεις λόγια σαν αυτά, του Γκάτσου:
"Βαπτιστή μου κι άγιε Κλήδωνα, βάλε μέλι στ’ αγριοκύδωνα......Χάρε χάρε τους γερόντους πάρε πάρε πάρε κι άσε τα παιδιά.Κοίτα κοίτα τη χρυσή σαϊτα κοίτα κοίτα πόχουν στην καρδιά......"
Ή, ".....Ουρανέ μου στείλε μου νερό να ποτίσω την έρημο να φυτρώσει λουλούδι δροσερό στο κορμί μου τ’ αέρινο μάνα μου μάνα τον ήλιο σου φέρε μου πάνω στο σταυρό."
Ή, "Χάι χάι ο ήλιος δε ρωτάει.Χούι χούι ούτ’ ο Θεός ακούει........"
Ή, "Ήταν μαύρη Τρίτη μαύρο δειλινό κι έχασα τον κόσμο και τον ουρανό σε μεγάλο κάστρο σε βαθειά σπηλιά με τους πεθαμένους αγκαλιά.....Τώρα τι στα λέω τι στα μολογώ μάθε μόνο τούτο πόμαθα κι εγώ: αν κρατάς χρυσάφι πλούτη και φλουριά δεν κατέχεις τι ΄ναι λευτεριά".

 
Ο πιο χαρακτηριστικός δίσκος της πρώτης καθοριστικής δεκαετίας(’70) της καλλιτεχνικής πορείας της Χαρούλας Αλεξίου. Έτσι θα περιέγραφα, με μια φράση, τα «24 + 1 τραγούδια» (MINOS – EMI /1977). Πιάνοντας κανείς το νήμα της δισκογραφίας της Αλεξίου από την αρχή, διαπιστώνει, αμέσως, την ταχύτατη ερμηνευτική εξέλιξή της, μέσα σε λίγα μόλις χρόνια. Έτσι, το ξεκίνημά της συνδυάστηκε με τις δυναμικές συμμετοχές της στα ιστορικά έργα «Μικρά Ασία» (1972) και «Βυζαντινός Εσπερινός»(1973) του Απόστολου Καλδάρα, με τον Πυθαγόρα και στον Λευτέρη Παπαδόπουλο αντίστοιχα. Ακολούθησε η, σημαδιακή για την μελλοντική ολοκληρωμένη καλλιτεχνική συνεργασία Λοίζου - Αλεξίου, συμμετοχή της στο «Καλημέρα ήλιε»(1974) του Μάνου Λοίζου, αλλά και στην «Οδό Αριστοτέλους»(1974) του Γιάννη Σπανού και του Λευτέρη Παπαδόπουλου. Το 1975 ήρθε ο πρώτος προσωπικός δίσκος(«12 λαϊκά»), με την περίφημη «Δημητρούλα», όπου η Αλεξίου τραγούδησε από Καλδάρα και Ζαμπέτα, μέχρι Μαρκόπουλο και Βαρδή, την επόμενη χρονιά(1976) ήρθαν οι «Λαϊκές Κυριακές» του Σταύρου Κουγιουμτζή, αλλά κι ο δίσκος «Χάρις Αλεξίου 2», με, ανάμεσα στα άλλα, τραγούδια των Σπανού, Μούτση και Νικολόπουλου.
 

Να, ένα πολύ καλό, live, που έχει λόγο ύπαρξης! Γιατί; Επειδή αποτυπώθηκε ιδανικά, μια εξαιρετική συναυλία, που είχα την τύχη να την ευχαριστηθώ τότε (7/9/2011) ζωντανά, και τώρα την έχω χειροπιαστή, να την απολαμβάνω όποτε θέλω. Μιλάω για το live της Ελεωνόρας Ζουγανέλη («Είπα στους φίλους μου», cd/MINOS-EMI, 2011), που, το συγκεριμένο, αναιρεί την γκρίνια για τα live (στην οποία κι εγώ συμμετάσχει κατά καιρούς…). Ειδικά, όταν, τα live, τα κάνουν νέοι ή – με αφορμή διάφορες επετείους (5ετίες, 10ετίες κλπ.) -  κι άλλοι καλλιτέχνες, αρχίζουμε τις μουσικοδημοσιογραφικές γκρίνιες(έλλειψη νέων τραγουδιών κλπ.).

 
Η μουσική συνάντηση του Σταμάτη Κραουνάκη με το Δημήτρη Μητροπάνο δημιούργησε στο άκουσμά της υψηλές προσδοκίες στους ανθρώπους του χώρου της μουσικής αλλά και στο κοινό που παρακολουθεί τους δύο καλλιτέχνες.Ο πρώτος-καταξιωμένος συνθέτης με πολλές επιτυχίες αλλά και μ’ έναν ιδιαίτερο τρόπο γραφής-ο δεύτερος ένας απο τους πιο σημαντικούς λαϊκούς ερμηνευτές,αποφάσισαν να ενώσουν τις δυνάμεις τους πάνω σε  καινούριο υλικό.
 
Ο Πασχάλης Τερζής είναι μια πολύ καλή, καθαρόαιμη, λαϊκή φωνή, με πολλά χρόνια στη νύχτα, και 30 χρόνια στη δισκογραφία και, μάλιστα, με συνεργασίες - από τότε, τα πρώτα δισκογραφικά του βήματα - της εμβέλειας ενός Νικολόπουλου, με συμμετοχή ακόμα και σε κλασικούς δίσκους του συνθέτη («Παίξε Χρήστο επειγόντως» / 1982). Τώρα, γιατί έπρεπε να μπούμε στα μέσα της δεκαετίας του ΄90, για να ξεφύγει από το θεσσαλονικιώτικο κοινό και να γίνει ένας, πανελλήνιας εμβέλειας λαϊκός τραγουδιστής, είναι μια άλλη ιστορία, που απαιτεί ιδιαίτερη ανάλυση και προσέγγιση και δεν είναι του παρόντος.
 
Powered by Tags for Joomla

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Όταν ψήλωσαν τα σπίτια, χώρισαν κι οι άνθρωποι. Ξεχάσαμε τις ζωές μας. Φλυαρούσαμε μόνο για τις ζωές των άλλων. Πότε σε ρώτησαν «πως νιώθεις;». Μόνο ο γιατρός μου έκανε αυτήν την ερώτηση.
Χάρις Αλεξίου

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

18/11/1985 Πέθανε ο συνθέτης και τραγουδιστής του ρεμπέτικου Δημήτρης Γκόγκος ή Μπαγιαντέρας
19/11/1944 Γεννήθηκε στη Λευκάδα η μέτζο-σοπράνο Αγνή Μπάλτσα
19/11/1959 Γεννήθηκε ο συνθέτης Νίκος Ζούδιαρης

ΤΥΧΑΙΑ TAGS