Εντίθ Πιάφ: Η γυναίκα που έβλεπε τους άνδρες να περνούν Του Νίκου Θεοδωράκη
Γεννήθηκε στις 19 Δεκεμβρίου του 1915, κάτω από μια λάμπα γκαζιού, ο πατέρας της,Louis Alphonse Gassion ήταν ακροβάτης του δρόμου και η μητέρα της, Anita Maillard ήταν λυρική τραγουδίστρια, γνωστή με το ψευδώνυμο Line Marsa. Η μικρή Εντίθ περνάει τα πρώτα της χρόνια πρώτα κοντά στη μητέρα της μάνας της και μετά στη μητέρα του πατέρα της. Μετά την αναλαμβάνει ο πατέρας της και γυρνά μαζί του όλη τη Γαλλία, βγάζοντας το καπέλο για να μαζέψει τα κέρματα των περαστικών για το θέαμα του. Στα 15 έχοντας ανακαλύψει τη θαυμάσια φωνή της, ανοίγει τα φτερά της για να κάνει τη ζωή της. Στα 17, συναντά τον Louis Dupon, ζουν μαζί και σε ένα χρόνο κάνουν ένα κοριτσάκι τη Μαρσέλ ,που δυστυχώς πέθανε από μηνιγγίτιδα, δύο χρόνια αργότερα. Συνεχίζει να τραγουδά στους δρόμους της Pigalle, όπου γνωρίζει τον Louis Leplée, διευθυντή του πιο κομψού Παρισινού καμπαρέ τη Λέσχη Gerny's, στη rue Pierre Charron στα Ηλύσια Πεδία, που την καλεί για ακρόαση. Η Εντίθ ένιωσε άβολα και νευρικά, λόγω της κακής εμφάνισης των ρούχων της σε συνδυασμό με το εξαιρετικά μικρό της ύψος (1.47). Ένα μαύρο μαντίλι κάλυψε το μανίκι που έλειπε, μερικά άλλα κόλπα διορθώσανε την εμφάνισή της, ένα πλεκτό μαύρο φόρεμα, ένα ζευγάρι ψηλές φτηνές γόβες της δώσανε μπόι και μια λέξη της γαλλικής argot που σημαίνει "σπουργιτάκι" της κάλυψε το ...αντιεπαγγελματικό της επώνυμο ,Εντιθ Ζιοβανά Γκασιόν. La Mome Piaf (το μικρό σπουργίτι) ήταν το όνομα που της έδωσε ο Λεπλέ και που έμελλε να έχει σε ολάκερη τη ζωή της. Μαγεμένος από τη φωνή της υπογράφει συμβόλαιο μαζί της. Τις άλλαξε την εμφάνιση, τις αγόρασε ρούχα. Το μόνο που ο Λεπλέ δε θέλησε να αλλάξει καθόλου, ήταν ο τρόπος που τραγουδούσε. Στην αρχή η Πιαφ αντιμετωπίστηκε αδιάφορα από το κοινό, σιγά-σιγά τους κέρδισε με τη θαυμάσια, ζεστή φωνή της ,και στο τέλος κάθε παράστασης, εισέπραττε το ειλικρινές και γεμάτο θαυμασμό χειροκρότημά τους. Η μεγάλη Εντίθ Πιάφ είχε ξαναγεννηθεί και δημιουργηθεί κι αυτή τη φορά όχι στο δρόμο. Γρήγορα το Gerny's άρχισε να γεμίζει από προσωπικότητες που ερχόντουσαν για να τη δούνε. Το 1936 της βγάζει και το πρώτο της δισκάκι. Μα λίγο αργότερα ο Leplée δολοφονείται, και δημιουργούν γύρω από το όνομά της μια άσχημη ιστορία, που γρήγορα ξεκαθαρίζει με τη βοήθεια ενός νέου συντρόφου, του τραγουδοποιού Raymond Asso, που είναι τρελά ερωτευμένος μαζί της. Είναι ο άνθρωπος που τη βοηθά να βγάλει όλα τα καλλιτεχνικά της στοιχεία. Τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς, η Εντίθ, συναντά τον τραγουδιστή, Paul Meurisse. Νοικιάζουνε μαζί ένα διαμέρισμα σε μια πιο αξιοπρεπή περιοχή, απ' αυτές που μέχρι τότε έμενε.Η σχέση τους υπήρξε θυελλώδης και βίαιη. Ο Μωρίς υπήρξε για κείνη ένα είδος Πυγμαλίωνα, γιατί ήταν εκείνος που κατάφερε να τη μυήσει στα μυστικά του κόσμου, να της διδάξει συμπεριφορά και να την εξευγενίσει. Εκείνη την εποχή, γνωρίζει έναν σπουδαίο και πιστό φίλο, τον ποιητή Ζαν Κοκτώ (Jean Cocteau) και αρχίζει να επισκέπτεται συχνά την ιδιωτική λέσχη, στο Palais Royal, στην Rue de Beaujolais, όπου έμενε ο Κοκτώ. Εκεί η Πιαφ συνάντησε πολλούς διανοούμενους κι αστέρες της εποχής κι ο ίδιος ο Κοκτώ της έγραψε το έργο "Le Bell Indifferent", εμπνευσμένο από τη πορεία της σχέσης της με τον Πολ Μωρίς.
Με δυσκολία δέχτηκε να παίξει τον πρωταγωνιστικό ρόλο και το έργο είχε τεράστια επιτυχία, την 'Άνοιξη του 1940, όταν παίχτηκε στο Bouffes Parisians. Η πρώτη παράσταση στο Bobino, έγινε υπέρ του Ερυθρού Σταυρού για την υποστήριξη των πολεμικών προσπαθειών, με τη συμμετοχή κι άλλων αστεριών της γαλλικής σκηνής όπως ,ο Μωρίς Σεβαλιέ και ο Τζόνυ Χες (Johnny Hess).Ένα ανοιξιάτικο βράδυ του 1940, ένας νεαρός εβραίος μουσικός, χτύπησε τη πόρτα της ,ήταν ο Michel Emer. Εκείνη προετοιμαζόταν εντατικά για τη νέα της σεζόν στο Μπομπινό και το τελευταίο πράμα που θα ήθελε, ήταν να ακούσει τη μουσική ενός άγνωστου συνθέτη, που λαχταρούσε ν' ακουστεί. Ευτυχώς όμως και για τους δυο, η επιμονή του τους απέφερε ένα θαυμάσιο κομμάτι, το "L' Accordeoniste". Ο Πολ κι Εντίθ στη διάρκεια του πολέμου καταφεύγουν στη Τουλούζη, για μια περιοδεία στο ελεύθερο γαλλικό έδαφος, γιατί στο κατεχόμενο Παρίσι, οι καλλιτέχνες ήταν αναγκασμένοι να προσχωρήσουνε στη γερμανική προπαγάνδα και να λογοκρίνονται οι στίχοι τους, αν ήθελαν να συνεχίσουν να δουλεύουν. Οι γερμανοί τη λατρέψανε, παρόλο που εκείνη τους μισούσε και χρησιμοποιώντας τη γαλλική αργκό, τους ...έσουρνε διάφορα, χωρίς πραγματικό κόστος για τον εαυτό της. Της ζητούσαν να κάνει συναυλίες για κείνους κι αυτή ουσιαστικά τραγουδούσε για τους αιχμαλώτους πολέμου. Ο σύνδεσμός της με τη Γαλλική Αντίσταση, άρχισε να γίνεται γνωστός και πολλοί χρωστάνε τη ζωή τους σ' αυτή τη γενναία, μικροκαμωμένη κι εξαιρετική τραγουδίστρια. Γενικά το διάστημα 1940-45 ήτανε πολύ επιτυχημένο για κείνη αν κι επέφερε πολλές αλλαγές στη ζωή της. Εκείνη την εποχή γνώρισε και τον άνθρωπο που έγινε ατζέντης της για όλη την υπόλοιπη ζωή της, τον Louis Barrier. Ήταν ο μόνος πράκτοράς της που λίγες μόνο μέρες μετά τη πρόσληψή του, κατάφερε να της εξασφαλίσει μια σύμβαση για παραστάσεις δυο εβδομάδων, στο Μουλέν Ρουζ. Δική της "αποκάλυψη" εκείνη την σαιζόν ήταν ένας νέος τραγουδιστής, ο Yves Montand, Ανέλαβε να του μάθει μερικά μυστικά της δουλειάς, είδε πως τα τραγούδια του ήταν χωρίς βάθος και έτσι θεώρησε σκόπιμο πως έπρεπε να του αξιοποιήσει τα ταλέντα του. "Όταν τραγουδάς" του 'λεγε, "πάντα να 'χεις στόχο τη καρδιά των ανθρώπων, γιατί η καρδιά είναι μία κι ίδια σ' όλο τον κόσμο". Έβαλε συνθέτες να του γράψουν τραγούδια, και σιγά-σιγά, ο Μοντάν, έγινε ο νέος έρωτας της Πιαφ. Όταν τελειώσανε τις υποχρεώσεις τους στο Μουλέν Ρουζ, αρχίσανε μαζί περιοδεία στη Λυών, στην Ορλεάνη και -στη γενέτειρα του- Μασσαλία. Ο Μοντάν όμως δεν ήταν ένας απλός τραγουδιστής -ηθοποιός. Γρήγορα άρχισε να εξελίσσεται σ' ερμηνευτή που είχε μεγάλη ζήτηση. Η σχέση τους όμως, παρ' όλη την επιτυχία τους, άρχισε να περνά δύσκολες στιγμές, ειδικά όταν αρχίσανε τα γυρίσματα της ταινίας "Etoile Sans Lumiere". Όταν τελειώσανε τα γυρίσματα, η Εντίθ τον άφησε, για να περιοδεύσει στην Αλσατία και τον εγκατέλειψε ολοσχερώς. Στην περιοδεία αυτή συμμετείχε κι άλλη μια ανακάλυψή της, αυτή τη φορά επρόκειτο για ένα εννιαμελές συγκρότημα τζαζ, που λεγότανε, "Les Compagnons De La Chanson" αρχηγός τους ήταν ο Jean-Louis Jaubert που δεν άργησε να καλύψει το κενό που είχε αφήσει στη καρδιά και στο κρεβάτι της, ο Μοντάν. Τις προτείνουν να παίξει στην ταινία "Neuf Garcons Εt Un Coeur" μαζί με το συγκρότημα.
Η ταινία μπορεί να μην είχε την επιτυχία των προηγουμένων, της έδωσε όμως την έμπνευση να γράψει στίχους για ένα τραγούδι για τις ανάγκες αυτής, που τη καθιέρωσε πλέον στο γαλλικό κοινό...ήταν το «La Vie En Rose». Στις αρχές του 1946 ξεκίνησαν μια επιτυχημένη περιοδεία στην Ελλάδα όπου γνώρισε κάποιον ηθοποιό, τον Τάκη Μενελά. Εκείνος ξετρελάθηκε μαζί της τόσο, ώστε προσφέρθηκε να χωρίσει τη σύζυγό του και να τη παντρευτεί, φυσικά υπό τη προϋπόθεση να παραιτηθεί της σταδιοδρομίας της και να μείνει μόνιμα στην Ελλάδα. Η πρόταση τη κολάκεψε αλλά φυσικά την αρνήθηκε. Εγκαταλείπει λοιπόν την Ελλάδα και τον Μενελά, ακριβώς τη στιγμή που είχε εγκριθεί κάτι, που το κυνηγούσε καιρό, μια μεγάλη περιοδεία στην Αμερική. Μια περιοδεία με αρκετές εκπλήξεις ,μετά από ένα μεγάλο θαλασσινό ταξίδι με τις ταλαιπωρίες του, διαπίστωσε φτάνοντας, πως οι προσδοκίες της , απείχαν πολύ από τη πραγματικότητα. Κατά την εναρκτήρια πρώτη βραδιά στο The Playhouse, της 48th Street στη New York, μπροστά σε ένα μπερδεμένο ακροατήριο, -που περίμενε μια παριζιάνικη εκλεπτυσμένη φιγούρα κι όχι αυτό το μικροσκοπικό "νέγρικου" τύπου, μαυροντυμένο πλάσμα-, απέδωσε τραγούδια που τελικά δε κατάφεραν να πιάσουν το κοινό . Αντίθετα, το συγκρότημα που τη συνόδευε, κατάφερε να τους κερδίσει την προσοχή με τα απλά κι αρμονικά τραγούδια του , αυτό η Πιαφ το θεώρησε μεγάλη προσβολή. Και στο φινάλε, ήρθε και το τελειωτικό χτύπημα . Στο τελευταίο τραγούδι της βραδιάς, όπου ενωμένοι, Εντίθ και συγκρότημα, τραγουδήσανε το "Les Trois Cloches", το κοινό ενθουσιασμένο, επευφήμησε, χτυπώντας τα πόδια στο δάπεδο και σφυρίζοντας, πράμα που εκείνη παρερμήνευσε, βάσει της προσωπικής της εμπειρίας από το γαλλικό κοινό, ως κακό. Μόνο το πείσμα της -κι ένας κριτικός εφημερίδας που προσπάθησε να της εξηγήσει το αμερικανικό κοινό-, την έκανε να ξανασκεφτεί την απόφασή της να γυρίσει πίσω στη Γαλλία και σχεδόν είχε ετοιμαστεί να το κάνει δίνοντας σχετικές οδηγίες στον μάνατζερ- πράκτορά της Clifford Fischer. Παρ όλα αυτά ξεκίνησε μαθήματα αγγλικών και προσπάθησε να προετοιμαστεί καλά για να αποδώσει τα τραγούδια της μεταφρασμένα. Σιγά-σιγά κατάφερε να κερδίσει το κοινό, καθώς εκείνο έδειχνε πλέον να την αποδέχεται και να την αγαπά. Τελικά ενώ είχε κλείσει λίγες εμφανίσεις στο The Versailles, στη East 50th St, του Μανχάταν, που ήταν δημοφιλές στέκι, έμεινε με τεράστια επιτυχία πέντε μήνες. Η κοινωνική της ζωή εκτινάχθηκε στα ύψη, γνώρισε μεγάλες προσωπικότητες της τέχνης, όπως Orson Welles ,η Judy Garland, έγινε καλή φίλη με τη Marlene Dietrich, συναντήθηκε με τον Albert Einstein ( ήταν η μεγάλη επιθυμία της ζωής της) και γνώρισε άλλον ένα μεγάλο ερωτά με τον μποξέρ της εποχής, τον "Moroccan Bomber" Marcel Cerdan. Ήταν το ξεκίνημα ενός μεγάλου έρωτα στη ζωή και των δυο, που κράτησε πολύ και τους πρόσφερε, δυνατές συγκινήσεις και πάμπολλες πίκρες, μέχρι το τέλος της ζωής τους. Ο ξαφνικός θάνατος του Cerdan σε αεροπορικό δυστύχημα, το 1949, βυθίζει την Piaf σε κατάθλιψη, που ποτέ δεν ξεπέρασε πραγματικά. Μια αξιοσημείωτη εμπειρία της τότε, ήτανε που τραγούδησε για τη τότε πριγκίπισσα Ελισάβετ και τον πρίγκιπα Φίλιππο, στο Carrere's, στο Champs Elysees. Έδινε παραστάσεις τότε, στο ABC κατά τη διάρκεια του ταξιδιού τους στο Παρίσι και προσκλήθηκε ειδικά από κείνους, για να τους τραγουδήσει. Εργαζόταν συνεχώς, μεταξύ Παρισιού και Νέας Υόρκης, αλλά είχε ακόμα το σθένος και την ενέργεια, αλλά και τη διορατικότητα να αναδείξει άλλο ένα ταλέντο: τον Charles Aznavour, ο οποίος ειχε γραψει τα τραγούδια της, "Il Pleut" και "Il y Avait". Μπορεί να μη βοήθησε τον Αζναβούρ όπως τις δυο προηγούμενες ανακαλύψεις της, μα εκείνος ένιωσε βαθιά υποχρεωμένος από κείνη κι έμεινε στο πλευρό της μέχρι το τέλος της ζωής της, ασκώντας, πέρα από την ψυχολογική και καλλιτεχνική και φιλική υποστήριξη, ακόμα και χρέη προσωπικού γραμματέα της κι οδηγού της (ήταν μαζί και στα δυο τροχαία ατυχήματα και σώθηκαν από θαύμα), ενώ παράλληλα της έγραψε μερικά θαυμάσια τραγούδια. Τις χρονιές 1950-51 κάνει τουρνέ σε Γαλλία, ΗΠΑ και Καναδά, συνοδευομένη, όχι μόνον από τον Αζναβούρ, αλλά κι από το νέο δεσμό της Eddie Constantine. Η πρώτη τους συνάντηση ήτανε στο Παρίσι, στο The Baccara, όπου κείνος παρουσίαζε μιαν εγγλέζική μετάφραση του "Hymne Α Λ' Amour". Το μικρό τους ρομάντζο διάρκεσε μέχρι το τέλος μιας κωμωδίας που παρουσίαζαν μαζί, "La P'tite Lili". Στα μέσα Αυγούστου του 1951, παθαίνει ένα αυτοκινητιστικό ατύχημα και σπάζει μπόλικα πλευρά και το αριστερό της χέρι. Το αμάξι είχε ξεφύγει γλιστρώντας, από τη πορεία του. Οδηγούσε ο Αντρέ και μέσα ήταν η Εντίθ κι ο Σαρλ Αζναβουρ. Τα τραύματά της αντιμετωπίστηκαν κι οι γιατροί, για να επιστρέψει γρήγορα στο σανίδι, της συστήσανε μορφίνη. Αυτό αποτέλεσε την απαρχή της εξάρτησής της από τα ναρκωτικά. Είχε μείνει πάλι μόνη, σε κατάθλιψη κι έτσι γρήγορα άρχισε να παίρνει σβάρνα τα μπαρ, για να βρίσκει συντροφιά κι ενδιαφέροντα. Δεν άργησε να προσθέσει και το αλκοόλ στους εθισμούς της, μαζί με κείνους της μορφίνης και της κορτιζόνης, τα οποία έπαιρνε -όπως έλεγε η ίδια- για ν' αντέχει τους ρευματικούς πόνους. Στις αρχές του '52, θ' αρχίσει παράλληλα με τη καριέρα της, μια σειρά θεραπειών γι' αυτό το λόγο κι η ειρωνεία είναι πως ενώ η υγεία της φθειρότανε συνεχώς, η φωνή της κέρδιζε σε δύναμη κι εκφραστικότητα. Οι εγγραφές στο στούντιο, στα 1952-53 πηγαίνανε θαυμάσια. Ο επόμενος άντρας στη ζωή της, την παντρεύτηκε κι όλας. Ο Jacques Pills, παλιός γνώριμος και συνεργάτης, έγραψε τους στίχους σ' ένα τραγούδι, το "Je t'ai dans la Peau" και της το πήγε να το δοκιμάσει, τη μουσική είχε γράψει κάποιος άγνωστος τότε ο Francois Silly, που έγινε γνωστός με το ψευδώνυμο Gilbert Becaud.Εκείνη δέχτηκε το τραγούδι και θέλησε να προβάρει κι άλλα δυο, τα "Elle A Dit" & "Ca Quele- Ca Madame". Μέσα σε λίγους μήνες ο Ζακ παντρεύτηκε την Εντίθ στο Παρίσι και το ημερολόγιο έδειχνε 29 Ιουλίου 1952. Τα επόμενα 2 χρόνια μένει κλεισμένη σπίτι της σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση. Tο 1955, μόλις μαθαίνει πως θα τραγουδήσει στο Olympia, ενώνει τα κομμάτια της με τρόπο αξιοθαύμαστο και με αφάνταστη ενέργεια, δίνει μια αψεγάδιαστη παράσταση. Με μεγάλη επιτυχία κάνει άλλη μια τουρνέ στην Αμερική και είναι πια μια διεθνής σταρ. Το 58 ζει μια ακόμα τρελή σχέση δίπλα στον Georges Moustaki ,'άλλη μια θυελλώδης σχέση που κράτησε όμως κάμποσο, εξαιτίας της κοινής τους αγάπης για τη μουσική. Ο Μουστακί της έγραψε θαυμάσια τραγούδια κι ένα απο αυτά είναι το "Milord". «Η ιδέα μού ήρθε στη διάρκεια μιας κουβέντας που είχα με την Εντίθ σε ένα εστιατόριο. Εκείνη με παρακινούσε να γράψω ένα τραγούδι για δυο εραστές που χωρίζουνε μια Κυριακή στο Λονδίνο. Καθώς μου μιλούσε σκάρωνα ένα προσχέδιο στο χαρτί: "C' etait dimanche a Londres/il faisait froid dehors/Souvenez-vous, Milord...". -"Αυτό είναι", με διέκοψε ξαφνικά εκείνη. "Ξέχνα την ιστορία των εραστών, όλο το τραγούδι είναι ο “Milord . Μiα βδομάδα αργότερα, βρισκόμασταν σ' ένα ξενοδοχείο στις Κάνες όπου μέναμε στην ίδια σουίτα, αλλά σε χωριστά δωμάτια. Ένα απόγευμα την άφησα για να πάω να ξεκουραστώ, κλείστηκα στο δωμάτιό μου, αλλά δε μπορούσα να κοιμηθώ. Στο μυαλό μου στριφογύριζε ο Μιλόρ. Σηκώθηκα, στρώθηκα στη δουλειά και παραδόξως οι φράσεις άρχισαν να μου 'ρχονται εντελώς φυσικά. Θυμάμαι πως αργότερα, βγαίνοντας από το δωμάτιό μου, τη βρήκα καθισμένη σε μια καρέκλα, ακριβώς απέναντι από τη πόρτα μου. Με περίμενε: -"Λοιπόν; Τελείωσε ο Milord;"»
Aργότερα, με τη μουσική της Μαργκερίτ Μονό, ο "Milord" προστέθηκε στο πρόγραμμα της περιοδείας της Πιαφ εκείνη τη χρονιά. «Ήταν», λέει ο Μουστακί, «ένας κομψός τρόπος ώστε να πάψει να ισχύει η φήμη του ζιγκολό που με ακολουθούσε από τότε που ζούσα κοντά στη Πιαφ». Ο Μουστακί ήτανε δεκαεννιά χρόνια μικρότερός της. Είχε γεννηθεί 3 Μάη 1934 στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Τον Σεπτέμβρη του 1958 είχαν μαζί, ένα τρίτο αυτοκινητιστικό ατύχημα, που μπορεί να μην τους έκανε τη παραμικρή ζημιά, ωστόσο κλόνισε κι άλλο την ήδη άσχημη υγεία της και την έστρεψε εκ νέου προς τα ναρκωτικά. Μετά από άλλη μια γερή αποτοξίνωση θα καταφέρει να μη ξαναπιεί πιοτό, για όλη την υπόλοιπη ζωή της μα ήταν ήδη αργά. Το 60, τραγουδά με επιτυχία το «Non je ne regrette rien» του Charles Dumont και συνεχίζει να θριαμβεύει τραγουδώντας ακόμα κι αν συχνά τρικλίζει παραπατά στη σκηνή. Το καλοκαίρι του 61, γνωρίζει τον κατά πολύ νεότερό της, τελευταίο της έρωτα, Θεοφάνη Λαμπουκά που τον βαπτίζει Τεό Σαγαπό. Εκείνο το καλοκαίρι παίρνει επίσης το πρώτο βραβείο της Ακαδημίας Charles Cros, για το σύνολο της καριέρας της. Το 1962 ο Μίκης Θεοδωράκης ηχογραφεί δύο τραγούδια του με την Εντίθ Πιάφ. Μετά από έναν εκτεταμένο μήνα του μέλιτος, το ζευγάρι επέστρεψε στο Παρίσι να συνεχίσει το ντουέτο τους. Είχανε κανονίσει να εμφανιστούν μαζί, στο Μπομπινό, στις αρχές Φλεβάρη του 1963. Δυο μήνες αργότερα, η Πιαφ, θα περιπέσει σε κώμα και θα περάσει τις τελευταίες της μέρες μεταξύ φθοράς κι αφθαρσίας, μεταξύ ζωής και θανάτου, στη βίλα της στο Plascassier, κοντά στις Κάννες. Πέθανε στις 11 Οκτωβρίου του 1963, σε ηλικία 48 ετών, ακριβώς την ίδια μέρα που μας αφήσει κι ο ποιητής και φίλος της Ζαν Κοκτω. ( Έπαθε καρδιακή προσβολή την ώρα που άκουσε για το θάνατο τής φίλης του Έντιθ Πιαφ). Η είδηση του θανάτου της έπεσε σαν κεραυνός στο Παρίσι και την ημέρα της κηδείας της, 14 Οκτώβρη 1963, πλήθη Γάλλων (400.000) τη συνόδεψαν στο τελευταίο της ταξίδι, ως το κοιμητήρι Pere Lachaise, θρηνώντας και σιγοτραγουδώντας τις επιτυχίες της. Ο τάφος της, είναι το πιο συχνότατα επισκεπτόμενο μέρος. Χιλιάδες προσκυνητές συρρέουν κάθε χρόνο για ν' αφήσουνε λίγα λουλούδια σε τούτο το μοναδικό φαινόμενο που λεγόταν Εντίθ Πιάφ. Ακόμα και σήμερα σαράντα έξη χρόνια από το θάνατό της, συνεχίζει να εμπνέει τη γαλλική μουσική σκηνή. Καλλιτέχνες όπως ,ο Louis Armstrong η Josephine Baker η Marlene Dietrich ο Johnny Hallyday ο Serge Gainsbourg και η Liza Minnelli, έχουνε τραγουδήσει τραγούδια της. Ο Etienne Daho, έχει κάνει μερικές όμορφες διασκευές πάνω σε δικές της επιτυχίες κι ο Σαρλ Αζναβούρ κατάφερε με τη βοήθεια ειδικών και τεχνολογίας, να αναπαραστήσει τη φωνή της από παλιότερες ηχογραφήσεις και να την ενώσει με τη δική του σε μερικά εκπληκτικά ντουέτα. Η αξέχαστη σταρ έφυγε φτωχή αφήνοντας πολλά χρέη στον τελευταίο σύζυγό της και μια τεράστια ιστορία. Η ζωή της ήταν γεμάτη αντιθέσεις. H Εντίθ Πιάφ στο κομοδίνο δίπλα από το κρεβάτι της είχε πάντα την εικόνα της Αγίας Θηρεσίας, τη Βίβλο και ένα βιβλίο με τη Θεωρία της Σχετικότητας. Χωρίς μάρκετινγκ και κόλπα του hit-parade έβαλε μια ανεξίτηλη στάμπα στο γαλλικό τραγούδι, που όμοια της δεν έχει υπάρξει ξανά. Μόνο με το ταλέντο και το πάθος της, το «σπουργιτάκι» έγινε η σημαντικότερη και δημοφιλέστερη Γαλλίδα τραγουδίστρια.
Νίκος Θεοδωράκης. |