130 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
21.02.2017
Ορφέας | Main Feed
Μιχάλης Τσαντίλας

«Μάς συγχωρείτε παιδιά, πώς σάς φάνηκε ο ήχος;» ρώτησαν την παρέα μου δύο κυρίες κάποιας ηλικίας, στο δρόμο προς το αυτοκίνητο, λίγο μετά το τέλος της εμφάνισης του Bob Dylan στο Terravibe, το βράδυ της 29ης Μαΐου. Σε όλη τη διάρκεια της διαδρομής μπορούσες να ακούσεις ποικίλα σχόλια με τα περισσότερα να ρέπουν μάλλον προς το αρνητικό. Εκτός από τον ήχο, παράπονα συγκέντρωσε και η φωνή του, η σχεδόν παντελής απουσία επικοινωνίας του με το κοινό ενώ αρκετοί θεώρησαν ότι ούτε η μπάντα του στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων. Ήταν άραγε τόσο «κακή» η βραδιά για τον γερο-Bob;
Το κοινό που βρέθηκε εκείνο το βράδυ στον συναυλιακό χώρο ήταν ιδιαίτερα ετερόκλητο. Από τη μια έβλεπες οικογένειες με μικρά παιδιά, από την άλλη αρκετούς συνομηλίκους – ή  και μεγαλύτερους – του διάσημου τραγουδοποιού (69 Μαΐων παρακαλώ) ενώ και ο ενδιάμεσος χώρος καλυπτόνταν σε όλο το εύρος του. Κι αν το νούμερο των 15.000 που ακούστηκε είναι αληθινό – τριπλάσιο από αυτό που μάζεψε ο Leonard Cohen στον ίδιο χώρο δύο χρόνια πριν – σίγουρα η διοργανωτές δεν θα έμειναν στενοχωρημένοι. Ας μην ξεχνάμε ότι το ίδιο βράδυ εμφανίζονταν και οι Thievery Corporation στο Θέατρο Βράχων ενώ στο Όσλο λάβαινε χώρα το τηλεοπτικό σόου-γεγονός που λέγεται Eurovision – αρκετοί θα προτίμησαν τη λύση του καναπέ.
Πόσοι όμως από αυτούς που έκαναν τον κόπο να ταξιδέψουν 37 χιλιόμετρα μακριά από την Αθήνα για να παρακολουθήσουν τη συναυλία ήξεραν πραγματικά τι επρόκειτο να διαδραματιστεί στη σκηνή; Πόσοι παρακολουθούν τον Dylan ανελλιπώς τα τελευταία 47 χρόνια που δραστηριοποιείται στο μουσικό τοπίο; Είχαν όλοι αυτοί ακούσει τους δίσκους που κυκλοφόρησε τα ταλευταία χρόνια ή τον είχαν «χάσει» εκεί, λίγο μετά τα τέλη της δεκαετίας του 1970; Η δική μου απάντηση είναι: μάλλον όχι. Και απ’ ό,τι φάνηκε, αρκετοί υπήρξαν αυτοί που πλήρωσαν το εισητήριο απλά γιατί κάποιος τους είπε ότι ο Dylan άξιζε τον κόπο.
Ας είμαστε ειλικρινείς: πότε ο Bob Dylan τραγουδούσε «καλά» για να το κάνει τώρα; Ποτέ δεν διέθετε καλή φωνή ούτε ερμήνευε με τον «σωστό» τρόπο. Ευτυχώς όμως γι’ αυτόν, αλλά και για τόσους και τόσους δημιουργούς πριν και μετά απ’ αυτόν, η μεγάλη Τέχνη δεν είχε ποτέ απαραίτητα σχέση με την «ορθότητα» αλλά είχε πάντα σχέση με το όραμα, με τον προσωπικό και αληθινό τρόπο του να επικοινωνείς το έργο σου. Ο Dylan δεν υπήρξε επίσης ποτέ καλός μουσικός. Μέτριος στην κιθάρα, ακόμα χειρότερος στο πιάνο, υποφερτός στη φυσαρμόνικα. Κι όμως, το παιδί που εγκατέλειψε την πατρίδα και τις σπουδές του για να μετακομίσει στη Νέα Υόρκη, ο νεαρός που ονειρευόταν να γίνει ο επόμενος Woody Guthrie,  κατάφερε να αλλάξει τον κόσμο – όχι μόνο τον μουσικό – και να θεωρείται σήμερα, μαζί με τους Beatles, ο επιδραστικότερος καλλιτέχνης που γέννησε ο πλανήτης τον 20ό αιώνα.
Πράγματι, εκείνη η ακατέργαστη, ένρινη φωνή, σαράντα τόσα χρόνια μετά είναι ακόμα πιο «ανυπόφορη». Μοιάζει να έρχεται από κάποιο βάλτο του Μισσισσιππή – κάτω απ’ το νερό του βάλτου για την ακρίβεια. Ο χρόνος τού έχει επίσης στερήσει μεγάλο μέρος της οργανοπαιχτικής του ικανότητας – μοιάζει να μην μπορεί πια να παίξει περισσότερες από 3-4 νότες στη σειρά στην κιθάρα του, πράγμα που αποτελεί πιθανότατα τον λόγο για τον οποίο τα τελευταία χρόνια επιλέγει να κάθεται πίσω από το hammond. Όσο για τη μη επαφή του με το κοινό, ποτέ δεν υπήρξε το φόρτε του οπότε πώς να άλλαζε τώρα; Το μόνο που μάς απήυθυνε ήταν ένα “thank you friends” λίγο πριν παρουσιάσει τους μουσικούς που τον συνόδευαν.
Οι Tony Garnier (ηλεκτρικό και όρθιο μπάσο), George Recile (τύμπανα), Stu Kimball (ρυθμική κιθάρα), Charlie Sexton (lead κιθάρα) και Donnie Herron (pedal steel, lap steel, μαντολίνο, τρομπέτα) υπήρξαν κατά τη γνώμη μου εξαιρετικοί εκείνο το βράδυ. Δεν αποτελούσαν βέβαια – και ευτυχώς – το πρότυπο της ακριβούς, επαγγελματικής μπάντας. Έπαιζαν με πάθος, χτίζοντας καθ’ όλη τη διάρκεια των 110 λεπτών του σόου έναν «βρώμικο», ψυχωμένο και ογκώδη ήχο, το απολύτως κατάλληλο «χαλί» για την βραχνή φωνή του τραγουδοποιού. Και βέβαια, όπως γίνεται κατά κανόνα στα σόου του, τα περισσότερα τραγούδια ακούστηκαν αγνώριστα, πετώντας ελεύθερα μακριά από τις στουντιακές εκτελέσεις τους που βρίσκονται πια βαθιά εντυπωμένες στο υποσυνείδητο των ακροατών του.
Σχεδόν μισό αιώνα από τότε που πρωτοεμφανίστηκε στην αμερικανική μουσική σκηνή, ο γεννημένος στο Duluth της Minnesota Robert Allen Zimmerman παραμένει ένας δραστήριος δημιουργός. Δεν είναι απλά κάποιος που έφερε κάποτε επανάσταση, κάποιος που αναπαύεται στις δάφνες που έδρεψε στα νιάτα του. Λίγο πριν εισέλθει στην όγδοη δεκαετία της ζωής του εξακολουθεί να τα δίνει όλα στη σκηνή, χωρίς παράλληλα να έχει σταματήσει να βγάζει καλούς δίσκους, εκθέτοντας ανεπανόρθωτα εγχώριους συνομηλίκους του που έχουν αποσυρθεί με εθελουσία από την δημιουργία εδώ και χρόνια. Κι αν για κάποιους είναι καλύτερο οι μεγάλοι καλλιτέχνες να αποσύρονται πριν αρχίσει η μεγάλη φθορά, για κάποιους σαν τον Dylan αυτή η επιλογή μοιάζει να μην υπήρξε ποτέ.
Το ότι βρέθηκα εκείνη τη νύχτα στο Terravibe ήταν κάτι σαν προσκύνημα για μένα. Ήθελα να σταθώ εκεί, στα 50 μέτρα μακριά του, και να χειροκροτήσω έναν άνθρωπο ο οποίος – εν αγνοία του ίσως – μου πρόσφερε πολλά, πολλά περισσότερα από όσα αναλογούν στο χρηματικό αντίτιμο της αγοράς των δίσκων του ή του εισητηρίου μιας συναυλίας του. Τα τραγούδια του, όσα ακούστηκαν εκείνο το βράδυ αλλά και δεκάδες άλλα, μοιάζουν να έρχονται από ένα μέρος που κοχλάζει και φλέγεται, από έναν χρόνο χαμένο στο βαθύ παρελθόν της ανθρωπότητας – και ταυτόχρονα ακούγονται σαν να μιλούν τόσο για το σήμερα όσο και για το μέλλον των ανθρώπων. Είναι τραγούδια που σε κάνουν να θυμάσαι – όχι νοσταλγικά αλλά με έναν επιτακτικό, επείγοντα τρόπο – ποια είναι τα πράγματα εκείνα που σε κάνουν αυτό που είσαι, ποια είναι εκείνα που πρέπει να κάνεις για να γίνεις αυτό που θέλεις να είσαι. Κι αν πολλοί από τους ακροατές του μέσα στα χρόνια, πολλοί από τους οποίους κράτησαν ή κρατούν τα ηνία του κόσμου στα χέρια τους, ίσως και ο ίδιος, μοιάζουν να έχουν ξεχάσει, κάποιοι από όσους βρεθήκαμε εκείνο το βράδυ κοντά του, θυμηθήκαμε. Κι αυτό είναι που μετράει τελικά.


Setlist
01. Rainy Day Women Nos 12 & 35
02. Lay, Lady, Lay
03. I’ll Be Your Baby Tonight
04. Stuck Inside Of Mobile With The Memphis Blues Again
05. Just Like A Woman
06. Honest With Me
07. Desolation Row
08. Ballad Of Hollis Brown
09. Rollin’ And Tumblin’
10. The Lonesome Death Of Hattie Carroll
11. Highway 61 Revisited
12. Workingman’s Blues #2
13. Thunder On The Mountain
14. Ballad Of A Thin Man
Encore
15. Like A Rolling Stone
16. All Along The Watchtower

Οι απόψεις και οι σκέψεις των συνεργατών του Ορφέα δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τη γνώμη του περιοδικού.
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Κάθε μου λέξη μια σταγόνα αίμα.
Μίλτος Σαχτούρης

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

Δεν έχουν καταχωρηθεί γεγονότα.

ΤΥΧΑΙΑ TAGS