τελευταία ενημέρωση: 10-03-2010, 00:00
37 αναγνώστες online
ΟΡΦΕΑΣ: ΧΟΡΗΓΟΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ
ΟΡΦΕΑΣ: ΧΟΡΗΓΟΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ
ΟΡΦΕΑΣ: ΧΟΡΗΓΟΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ
ΟΡΦΕΑΣ: ΧΟΡΗΓΟΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ
|
home >> Τα «παλιόπαιδα» του Ορφέα
|
|
Τα «παλιόπαιδα» του Ορφέα...
|
Κείμενο: Κώστας Λαδόπουλος
|
|
07.03.2010 |
O καθένας μ' ότι του έλαχε πορεύεται στη ζωή. Μέσα στον υγρό κόσμο του μητρικού κόλπου, σ' αυτό που η ανθρώπινη φαντασία βασίστηκε γιά να δημιουργήσει τη μυθολογία του παράδεισου, αόριστοι μηχανισμοί, οι μοίρες που λένε οι απλοί άνθρωποι, συνθέτουν το μωσαϊκό των γονίδιων, ψηφίδα ψηφίδα, πάνω στο έμβρυο. Εκεί μέσα, σ' αυτό το υγρό στρατηγείο, χτίζεται ο πρόλογος του κάθε ανθρώπου. Κι όταν όλα είναι έτοιμα, φτάνει η στιγμή που γεννιέται. Τα πρώτα χρόνια είναι μαγικά. Ψηλαφίζει κανείς τον κόσμο, χωρίς να καταλαβαίνει τι του επιφυλάσσεται. Τα χρόνια περνούν και φτάνει η στιγμή του καθρέφτη. Εκεί βλέπει κανείς ένα καθοριστικό κομμάτι της μετέπειτα πορείας. Κάθε μέρα και κάτι καινούριο ανακαλύπτει. |
|
|
Κείμενο: Κώστας Λαδόπουλος
|
|
21.12.2009 |
Όσο κι αν ακουστεί τραβηγμένο απ' τ' αυτιά, είμαστε ακόμα "θύματα", σ' ότι αφορά (και) το ρεμπέτικο, του νόμου λογοκρισίας του Ι. Μεταξά (1937). Και ακόμα, "θύματα" του απόηχου της Καταστροφής του ΄22, του βάρους (αλλά και της πάσης φύσεως ΠΡΟΟΔΟΥ) πού έπεσε στην Ελλάδα από τον ερχομό τόσων ΕΛΛΗΝΩΝ προσφύγων από τη Μικρασία (ένας στους τέσσερεις κατοίκους στην Ελλάδα ήταν πρόσφυγας). Eίμαστε ακόμα "θύματα" της στάσης απέναντι στη μουσική τους που δε τη θεωρούμε δικιά μας, του τρόπου που τραγούδαγαν που δε τον θεωρούμε δικό μας, των εξαίσιων φωνών τους που δε μοιάζαν με τις φωνές της ελλαδίτικης μαγκιάς. Τα λέω όλ' αυτά με τόση σιγουριά γιατί, τηρουμένων των αναλογιών, τα νιώθω στο πετσί μου, ζώντας σε μιά χώρα όπου ο ένας στους εννιά είναι ξένος. Η γλώσσα μου, η προφορά μου είναι άψογες, αλλά με βλέπουν σα ξένο σώμα (ΚΑΙ ΕΙΜΑΙ!) Λέω πράγματα που είναι ασυνήθιστοι ν' ακούν, τους μπερδεύω... Πρόβλημά τους. Αυτοί χάνουν, όχι εγώ...
|
|
|
Κείμενο: Κώστας Λαδόπουλος
|
|
12.11.2009 |
Προδημοσίευση από το βιβλίο Λεξικό των θωρακικών ανθρώπων και πραγματεία για τα μικρασιάτικα, ρεμπέτικα και λαϊκά τραγούδια (1900 - 1960) αλάνης ο, αλάνι το, ουσ. [+] (για χαρακτηρισμό ανδρών) (τουρκ. alan = ξέφωτο δάσους) (βλ. ΣΧΟΛΙΟ): ”εγώ είμ’ αλάνης, μάνας γιος, μάγκας (βλ.λ.) σωστός στην τρίχα ” (βλ.λ.)|”Στου Πειραία το λιμάνι μου συστήσαν έν’ αλάνι “|”αμολάς (βλ.λ.) τα βράδια και γυρνάς μ’ όλα τ’ αλάνια “|”αν είσαι μόρτισσα (βλ.λ.) εσύ, αλάνι λεν εμένα, κι αν έχεις δυνατό αρκά (βλ.λ.), δε νοιάζομαι κανέναν “ ( = δε φοβάμαι κανέναν) | αλανιάρης ο, αλανιάρα, αλάνα η, ουσ.[+](ειδικότερα γιά τον ξεχωριστό ορισμό αρσενικού – θηλυκού, βλ. παρόν σχόλιο και προβληματισμό στις εισαγωγικές σελ. του λεξικού, κεφ. Στίχοι περί των «ελευθέρων» γυναικών του ΄30) : “Αλανιάρα, με τους μάγκες, κάθε βράδι ξενυχτάς, κι όλο με μπαγλαμαδάκια, αχ, και με μαύρο την περνάς “|”μού’κανε τη χωριατάρα (βλ.λ.) μιά χαρά, μα αυτή ήταν αλανιάρα, στα γερά “|”γιατί ’μαι ’γω η αλανιάρα η Λιλή, η πρώτη σκανταλιάρα (βλ.λ.) που δε δίνω γρόσι (βλ.λ.)γιά τους μάγκες (βλ.λ.) και δεν τρώω κρύγιες ματσαράγκες “ (βλ.λ.)|“σα το κεράκι, αλανιάρα μου, θα λειώσεις “|”θυμάσαι, όταν γύριζες στους δρόμους, αλανιάρα, γιά σένανε δεν έδινε κανένας μιά δεκάρα “|”Tώρα με αποστρέφονται, με λένε αλανιάρη “|”Αχ, έγινα αλανιάρης, κακούργος και γκρινιάρης και μεθάω κάθε μέρα, κούκλα μου, εγώ γιά σένα “|”Είμαι αλανιάρης στους δρόμους και γυρίζω, κι απ’ την πολλή μαστούρα (βλ.λ.) μου κανέναν δε γνωρίζω “| αλανάκι το, ουσ.[ν](υπκρ.)(γιά χαρακτηρισμό γυναικών) :“Αλανάκι με φωνάζουν ( = με ονομά- ζουν), αλανάκι με καλούν γιατί όλοι το σεβντά (βλ.λ.) τους τον περνούν “ | αλανιάρικο, επιθ.[ν](χαϊδευτικό υπκρ. γιά τις αλανιάρες γυναίκες): “όλο μες τα ταβερνειά πας και μπεκρουλιάζεις, αλανιάρικο | αλάνικο το, ουσ.[ν](χαϊδευτικό υπκρ.): “κάθε μέρα μια γουλιά, αλάνικο, φαρμάκι με ποτίζεις“
|
|
|
Κείμενο: Κώστας Λαδόπουλος
|
|
25.09.2009 |
"Εγώ δεν ήρθα εδώ απόψε να γλεντήσω. ήρθα μονάχα να παρηγορηθώ" (στίχος του Β.Τσιτσάνη από το τραγούδι "Τσιγγάνε, σπάσε το βιολί" (1949) Ρένα Στάμου, Β.Τσιτσάνης
Τα παρακάτω είναι μερικές σκέψεις γιά το μαύρο χρώμα και ότι αυτό συμβολίζει, σε σχέση με το ρεμπέτικο και τη σημερινή ζωή. Ζούμε σε μιά χώρα που λούζεται απ' τον ήλιο. Ο ήλιος τα κάνει όλα διάφανα, χαρωπά, ελαφρά. Αυτό είναι και το επίσημο πρόσωπο της Ελλάδας, μ' αυτό αποτεινόμαστε στον έξω κόσμο. Ένα, κάπως επιφανειακό, "ελάτε να γλεντήσετε, να φάτε, να κάνετε μπάνια στις γαλάζιες μας θάλασσες". Μπορούμε να πούμε ότι αυτή η συνεχώς φωτισμένη χώρα έβγαλε και "μαύρα" τραγούδια; Ναι, και δεν είναι παράξενο. Ο ελληνικός λαός έχει περάσει ουκ όλίγα, είχε ατέλειωτες μετωπικές συγκρούσεις κλπ., κλπ. και, "έσφιξε το πετσί του". Ακόμα, είχαμε πολύ πάρε-δώσε, από αμνημονεύτων χρόνων, με την Ανατολή. Από κει πήραμε, μεταξύ άλλων, την εγκαρτέρηση, το παράπονο, μιά βαθύτερη φιλοσοφική θεώρηση των εγκοσμίων, κάτι που εκφράστηκε έντονα στους μανέδες. Το μαύρο χρώμα, χρώμα μυστηριακό, χρώμα του πένθους, ήταν για αιώνες βαθιά ριζωμένο μέσα στην ελληνική πραγματικότητα και πέρασε, ήδη απ' την εποχή του Όμηρου, μέσα στη γλώσσα. "Μαύρος Άδης", "μαύρη μέρα", "μαύρη κατάρα".
| |
|
Κείμενο: Κώστας Λαδόπουλος
|
|
31.08.2009 |
Αν βλέπαμε στο δρόμο τον άνθρωπο της πρώτης φωτογραφίας, δε θα του δίναμε την παραμικρή σημασία. Αν σκεφτόμασταν κάτι θα ήταν του τύπου, ”ένα φουκαριάρικο, εγκαταλειμένο γεροντάκι. Συνταξιούχος δημόσιος υπάλληλος, πρώην λογιστής, κάτι τέτοιο... Αυτός λοιπόν ο άνθρωπος ήταν ο Γρηγόρης Ασίκης! Κωνσταντινουπολίτης, γενημμένος το 1890 από την Πολίτισσα Μαριάνθη και τον Μυτιληνιό Βίκτωρα. Ένας ικανότατος (με κεφαλαίο Ιώτα), αρκετά παραγνωρισμένος μουσικοσυνθέτης και στιχουργός που ”στραγγαλίστηκε” απ΄το Νόμο Λογοκρισίας όπως και πολλοί άλλοι. Ας τον αφήσουμε λίγο στην άκρη, προς το παρόν.
|
|
|
|
|
|
|
|
Page 1 of 2 |
|
|