110 αναγνώστες online
Find us on FacebookJoin us on Facebook
sideBar



Σαββέρια Μαργιολά - «Αλισάχνη»

ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ «Τι έχω να χάσω»

Τάσος Π. Καραντής
Τάσος Π. Καραντής
Πρώτη Παρουσίαση
ΜΑΡΙΑ ΣΑΧΠΑΣΙΔΗ - «Τι έχω να χάσω»
24.09.2017
Ορφέας | Main Feed

Ιστορία και μνήμες

Δώρα Παπαδοπούλου

Μία αναδρομή στο ποίημα, τη μελοποιημένη του εκδοχή και την πραγματικότητά του
Όταν ο Γιάννης Ρίτσος έφυγε από κοντά μας σαν χθες πριν από 18 χρόνια, στις 11 Νοέμβρη του 1990, οι συνήθως ομιλούντες μίλησαν για δυσβάσταχτο κενό και για επώδυνη απουσία. Το σενάριο αυτό, δεν επιβεβαιώθηκε ποτέ. Ο ποιητής έφυγε μόνος, παίρνοντας τη σάρκα του και αφήνοντας πίσω το πνεύμα και τα έργα του να ζουν και να αναπνέουν. Ο Ρίτσος, ο πατέρας της Ρωμιοσύνης, της Εαρινής Συμφωνίας και της ... υπό το Σεληνόφως Σονάτας υπήρξε και ο ποιητής του «Επιταφίου». Πρόκειται για ένα μοναδικό λαϊκό ποιητικό ρέκβιεμ που χτίστηκε πάνω σε μία «αληθινά τραγική» αλλά και «τραγικά αληθινή» ιστορία. Τα ποιήματά του εκδόθηκαν επανεκδόθηκαν και μεταφράστηκαν. Έμελλε να μνημονεύονται συχνά. Και έμελλε να τραγουδιούνται πάντα.

Το Μάιο του 1936, πρωθυπουργός, διορισμένος από το βασιλιά Γεώργιο ήταν ο Ιωάννης Μεταξάς. Λίγο πριν τη δικτατορία Μεταξά και με έναν παγκόσμιο πόλεμο να σπεύδει ταχέως, η απεργία των καπνεργατών της Θεσσαλονίκης ξεκινά. Τα αιτήματα, δίκαια. Στις 8 Μαίου, όταν οι αστυνομικές αρχές απαγορεύουν στην πορεία των εργατών να πλησιάσει στο κτίριο διοίκησης της πόλης, ξεκινούν πολύ σοβαρά επεισόδια. Οι αρχές δείχνουν απαράμιλλη βιαιότητα και αγριότητα και οι διαδηλωτές απαράμμιλη μαχητικότητα και τόλμη. 

Η φωτογραφία που ενέπνευσε το Ρίτσο να γράψει τον Επιτάφιο Σύντομα, όλη η Θεσσαλονίκη θα βρεθεί στο δρόμο, οι συγκρούσεις θα συνεχιστούν και την επόμενη ημέρα και οι πρώτοι νεκροί θα γίνουν μάρτυρες ενός ανένδοτου αγώνα ενάντια σε μία εξουσία. Συνολικά, πάνω από δέκα διαδηλωτές πέφτουν νεκροί, περισσότεροι τραυματίζονται, ακόμη περισσότεροι συλλαμβάνονται.
Ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος βλέπει τη φωτογραφία της μάνας του νεκρού διαδηλωτή Τάσου Τούση, αυτοκινητιστή, να θρηνεί πάνω από το πτώμα του γιού της στο επόμενο φύλλο του Ριζοσπάστη και εμπνέεται. Γράφει τον «Επιτάφιό» του. Μέσα σε 3 μέρες γράφει τα 14 από τα συνολικά 20 ποιήματα. Ο Ριζοσπάστης στο φύλλο της 12ης Μαίου δημοσιεύει τρία από αυτά με τον τίτλο «Μοιρολόϊ». Ο «Επιτάφιος» εκδίδεται πριν το τέλος της χρονιάς και αμέσως λογοκρίνεται. Πολλά αντίτυπα παραδίνονται στην πυρά, μαζί με άλλα ανατρεπτικά βιβλία στις αρχές Αυγούστου του ίδιου χρόνου από τη δικτατορία Μεταξά. Για την ιστορία, μόλις 2 – 3 μέρες μετά από την αιματοχυσία, ο αγώνας των εργατών δικαιώθηκε με την αποδοχή την αιτημάτων του.

Πέρασαν σχεδόν δύο δεκαετίες που σημαδεύτηκαν από πόλεμο, κατοχή και εμφύλιο σπαραγμό και η τέχνη μπήκε στο περιθώριο. Ο Ρίτσος επιστρέφει από την εξορία και στέλνει, μεταξύ άλλων, και τα ποιήματα του Επιταφίου στο Θεοδωράκη. Εκείνος, μελοποιεί δίστιχα στο Παρίσι, εν μία νυκτί, για να προκύψουν οκτώ τραγούδια. Οι δύο πρώτες εκδόσεις πραγματοποιούνται σχεδόν ταυτόχρονα το 1960 στην Αθήνα. Ο Χατζιδάκις ηχογραφεί την πρώτη, λυρική εκδοχή με τη Νάνα Μούσχουρη. Ο Θεοδωράκης τη δεύτερη, δημοφιλέστερη και μάλλον ιστορική εκδοχή με την ερμηνεία του Γρηγόρη Μπιθικώτση. Θα ακολουθήσει μία ακόμη γνωστή δισκογραφική έκδοση το 1963, μία χρονιά που σημαδεύτηκε από το θάνατο του αγωνιστή Γρηγόρη Λαμπράκη, με τη Μαίρη Λίντα και το Μανώλη Χιώτη και όχι μόνο αυτή.
Η εργατική τάξη, υποδέχεται με ανοιχτή αγκαλιά το έργο με το Μπιθικώτση. Η αστική τάξη επαναστατεί, καταστρατηγείται λέει, η ουσία του έργου του Ρίτσου. Ακόμη και ο ίδιος ο Ρίτσος διατηρεί τις επιφυλάξεις του, αλλά όχι για πολύ. Θα περιγράψει πολύ εύστοχα την ουσία της μελοποίησης των ποιημάτων του, σε συνέντευξή του με τα παρακάτω λόγια: «Ήμουν λάθος! Ακριβώς εκεί ο Επιτάφιος συνάντησε τους απλούς ανθρώπους. Κι εκείνοι του δόθηκαν με τη σειρά τους. Κατάλαβαν το ποίημα. Το έκαναν δικό τους!» Κι αν είναι κάτι τελικά το οποίο πρέπει να «χρεώσουμε» στον Θεοδωράκη, είναι ακριβώς, αυτό! Έφερε την ποίηση στο στόμα του λαού. 

Γιάννης ΡίτσοςΑς επιστρέψουμε όμως στο Ρίτσο και τα ποιήματά του. Ο Ρίτσος υπήρξε πάντα ασυμβίβαστος υποστηρικτής του δικαίου και μαχόμενος αγωνιστής των ανθρωπίνων αξιών. Ο «Επιτάφιος» είναι ένα έργο βγαλμένο από τον άνθρωπο για τον άνθρωπο. Και για τα δεδομένα της εποχής, ένα έργο ελληνικό. Είκοσι ποιήματα αποτελούμενα από δίστιχα σε ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο, ο «Επιτάφιος» κοιτά κατάματα την παράδοση. Παίρνει στοιχεία από το δημοτικό τραγούδι, τα μοιρολόγια της ιδιαίτερης πατρίδας του, τα θεία Πάθη, επιστρέφοντάς τα πλούσια σε ήθος και αισθήματα.
Στον «Επιτάφιο» έχουμε τον απόλυτο συνδυασμό της ζωής, της χαράς, της ευτυχίας για την ανθρώπινη ύπαρξη, με το θρήνο για το χαμό της. Και με το θρήνο ξεκινά. Αυτό είναι το γεγονός, το δεδομένο, το μη αναστρέψιμο, το χειροπιαστό. Και οδηγεί στη θλίψη κι αυτή με τη σειρά της στη μνήμη και στις θύμησες. Και το ποίημα οδηγείται αλλού. Φεύγει από το θλιβερό παρόν. Θυμάται τις όμορφες μέρες, τις αρετές του ανθρώπου, τους αιώνιους αγώνες, την προσφορά στους αγώνες, τα οράματα, τη φιλοσοφία της ζωής. Και το ποίημα επιστρέφει στην αρχή. Ο πόνος γίνεται πιο έντονος, φωνάζει δυνατά.
Και ακολουθεί η συνειδητή παραδοχή πως ούτε ο θάνατος είναι το τέλος. Μέσα από την πονεμένη μάνα, που αντλεί δύναμη και παλεύει για τΓιάννης Ρίτσοςο αύριο, οραματίζεται την ανάσταση. Η δράση είναι μονόδρομος. Η παθητική στάση αδιέξοδη. Και η δράση, η αντίσταση στη θλίψη, η προσμονή για το αύριο ώστε αυτό να μοιάσει με το χθες είναι αυτή που τελικά κάνει πιο αχνή την απουσία και δικαιώνει τη μνήμη. Ίσως ακούγεται πολύ περίεργο, αλλά είναι αλήθεια. Ο «Επιτάφιος» του Ρίτσου αποπνέει στην κατάληξή του έναν αέρα αισιοδοξίας. Και τελικά –επιστρέφοντας για λίγο στο μουσικό «Επιτάφιο»- δεν αποκλείεται αυτό ακριβώς το μήνυμα αισιοδοξίας και πάλης να έδωσε τη δύναμη στη «λαϊκή» εκδοχή του έργου του Θεοδωράκη με το Μπιθικώτση.
Στην ουσία του, ο «Επιτάφιος» του Γιάννη Ρίτσου, είτε στην ποιητική, είτε στη μελοποιημένη του μορφή, δεν παύει να είναι επίκαιρος. Ίσως κι αυτό ακουστεί περίεργο, ειδικά για όσους συνέδεσαν το έργο αυτό με την αφορμή για την οποία γράφτηκε και με τα γεγονότα μιας άλλης εποχής. Κι όμως είναι, πιστεύω, έτσι. Και όχι μόνο επειδή οι άνθρωποι πεθαίνουν παρά φύσει, δηλαδή πολύ νωρίτερα από τα βαθιά γεράματα, συχνά ξαφνικά, αναίτια ή άδικα και αφήνουν πίσω αγάπες, παιδιά, έργα, όνειρα. Η σημειολογία του έργου μπορεί να επεκταθεί και πέρα από τη ζωή και το φυσικό θάνατο. Ή για την ακρίβεια μέσα στη ζωή και πριν από το φυσικό θάνατο. Τα ναρκωτικά, οι ανίατες ασθένειες, ο μαρασμός της φύσης, η παιδική πορνεία, οι ψυχικές διαταραχές και πολλά άλλα δημιουργούν νεκρούς που ζουν ανάμεσά μας. Αλλά, όπως λέει και ο ποιητής: Γλυκέ μου, εσύ δε χάθηκες, μέσα στις φλέβες μου είσαι. Γιε μου, στις φλέβες ολουνών, έμπα βαθιά και ζήσε. Γιατί μετά από κάθε επιτάφιο θρήνο, έρχεται μία ανάσταση ... 

Ο Ορφέας θυμάται το Γιάννη Ρίτσο, δεκαοκτώ χρόνια μετά το θάνατό του και στο κατώφλι της συμπλήρωσης 100 ετών από τη γέννησή του. Γεννήθηκε στη Μονεμβασία Λακωνίας το 1909. Έλαβε μέρος στην Εθνική Αντίσταση και γνώρισε την εξορία.
Του χρωστάμε τον «Επιτάφιο», την «Εαρινή συμφωνία», το «Τραγούδι της αδελφής μου», τα «Δεκαοχτώ λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας», τη «Ρωμιοσύνη» και άλλα.
Το 1956 τιμήθηκε με το πρώτο κρατικό βραβείο ποίησης για το σπουδαίο έργο του: «Η σονάτα του Σεληνόφωτος» και το 1977 με το Βραβείο Λένιν για την Ειρήνη.
Πέθανε στις 11 Νοεμβρίου 1990 και ετάφη στην ιδιαίτερη πατρίδα του. 

Πηγές, βιβλιογραφία
• Γιάννης Ρίτσος | Επιτάφιος
• Νίκος Βολιώτης | Προσεγγίσεις στον Επιτάφιο του Γιάννη Ρίτσου
• Guy Wagner | Μίκης Θεοδωράκης: Μία ζωή για την Ελλάδα 

 

Οι απόψεις και οι σκέψεις των συνεργατών του Ορφέα δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τη γνώμη του περιοδικού.
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΧΟΛΙΑ

RSS

ΤΑ ΠΙΟ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΑ (90d)

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝ

Όταν ψήλωσαν τα σπίτια, χώρισαν κι οι άνθρωποι. Ξεχάσαμε τις ζωές μας. Φλυαρούσαμε μόνο για τις ζωές των άλλων. Πότε σε ρώτησαν «πως νιώθεις;». Μόνο ο γιατρός μου έκανε αυτήν την ερώτηση.
Χάρις Αλεξίου

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ

25/9/1948 Γεννήθηκε ο συνθέτης Σταμάτης Μεσημέρης

ΤΥΧΑΙΑ TAGS