
ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ
Τα παρακάτω προέκυψαν από μιά σύγκλιση γραπτών μου για τον Κώστα Μασσέλο –Νούρο και τη ζωγραφιά από το εξώφυλλο του Νερό στο πρόσωπο” του εξαιρετικού Νίκου Χουλιαρά. |
Το όλο πράμα ξεκίνησε με μιά γραμμή διάστικτη πάνω στη δεξιά ωμοπλάτη. Μιά κόκκινη γραμμή, σαν έκζεμα που τον φαγούριζε. Δεν έδωσε σημασία. Είχε εγκαταλείψει. Έκζεμα είχε και στα δυό του πόδια, απ΄τα γόνατα και κάτω, που ήταν πληγιασμένα και μαδούσαν. Ο κνησμός εκεί ήταν ανυπόφορος αλλά, τί να κάνεις; Ώρα ήταν τώρα να ξεκινήσει ένα καινούριο και στη πλάτη. Σαπίζω... Άνοιξε το έρμο το πορτοφόλι του που ήταν κι αυτό πληγιασμένο και ξεφτισμένο. Μπήκαν τα δάχτυλά του μέσα και ψάξαν. Κάτι ασήμαντα κέρματα και τέσσερα κατοστάρικα.
|
| Θά΄ταν κοντά δώδεκα όταν είπες να φύγεις. Τα σύννεφα εξακολουθούσαν να τρέχουν και είχε σηκωθεί δυνατός αέρας. Σήκωσες το γιακά του παλτού και ανασήκωσες τους ώμους. Εκεί, χτύπησε νέα σουβλιά δυνατή στην ωμοπλάτη. Μα, τί στο διάολο; Ναι, διάολος ήταν γιατί ήρθε κι άλλη σουβλιά, κι άλλη, σου κόπηκε η ανάσα και μετά, ορθώθηκε κάτι από μέσα, και σήκωσε τον ένα ώμο του παλτού. Πόνος σε ξέσκισε. Πέφτεις στο βυθό μιάς ζάλης, ευτυχώς που ήταν εκεί ο τοίχος, κόντεψαν να σου πεταχτούν τα μάτια έξω. Κακόμοιρε Κ.Μ. Σμυρλή, τά΄χεις χαμένα ολότελα. Τί νομίζεις, πως η ζωή είν΄αυτό που βλέπουμε κι αυτό που ξέρουμε; Τίποτα δε βλέπουμε και τίποτα δε ξέρουμε. Κόσμοι ολόκληροι, παράλληλες ζωές κινιούνται γύρω μας κι εμείς πρέφα δε παίρνουμε. Δέντρα μπορούν να ξεφυτρώσουν απ΄τα κεφάλια μας, άϋλοι να γίνουμε, να βλέπουμε τους άλλους κι οι άλλοι να μη μας βλέπουν. Βαπόρια να φανούν στον ουρανό κι άστρα να πλημμυρίσ΄η άσφαλτο που έστρωσε ο Δήμος της Κοκκινιάς και καμώνεται πως κάτι έκανε.Τώρα ήρθε η στιγμή να τύχει σ΄εσένα και να βγει ένα φτερό από την ωμοπλάτη σου. Ένα φτερό κατάμαυρο που σου σκίζει το δέρμα και το παλτό και βγαίνει έξω με τινάγματα στο βραδινό αέρα. Έχεις στρίψει έντρομος το κεφάλι και το βλέπεις να ορθώνεται προς τα πάνω. «Γιατί σ΄έμένα αυτό;» αναρωτιέσαι. Γιατί; Μα, όποιος κι όποιος θαρρείς πως είσαι; Επειδή σε ξέχασαν; Και τι μ΄αυτό; Οι ανθρωποι φύλλα στον άνεμο είναι. Τους πάει απο δώ, τους πάει απο κει κι όλο αναρωτιούνται. Εσένα σε ΄θελε ο δαίμονας, το ντουέντε σου, από τότε που πρωτάνοιξες τα μάτια. Σε διάλεξε, σ΄έριξε απο δω κι απο κει να τυραννιστείς, να δέσεις. Σ΄έχωσε μέσα στον μαύρο πηλό της ζωής, έξυσε τα σωθικά σου με τα γαμψά του νύχια, κάθισε στο λαιμό σου και τον έπλασε, όπως εκείνος ήθελε. Και τώρα, σου δίνει το τελευταίο του δώρο, ένα φτερό. Όχι δυό, ένα. Δίπλωστο λοιπόν και τρέξε να κρυφτεις στη χαμοκέλα σου... Γκαπ, κλείνεις την πόρτα πίσω σου, λαχανιασμένος. Αυτό ήταν λοιπόν; Έφτασε η ώρα; Μπορεί ναι, μπορεί κι όχι. Άντε, βγάλε την παλτουδιά σου, τα γυαλιά σου τα μαύρα, βγάλε και τ΄άλλα σου τα ρούχα, μείνε τσίτσιδος και πάνε, στάσου μπροστά στον καθρέφτη. Μη τρέμεις, μη φοβάσαι. Ο συγκάτοικος δε θάρθει απόψε, δε θα δει το φτερό, στο λέω εγώ.Να, το πρόσωπο του δαίμονα που βγαίνει μές΄απ΄το σοβά, φουσκώνοντάς τον. Ανοίγει το στόμα κι αμολάει μιά πνοή που μυρίζει θειάφι, που σε σηκώνει και σε πετάει πάνω στο κρεβάτι. Εκεί, μείνε τώρα Κώστα Σμυρλή. Δίπλωσε το μαύρο φτερό στο πλάι, γιατί ήρθ΄η ώρα. Ως εδώ ήταν...Τώρα κατάλαβες που πάει το πράμα. Τώρα μπαίνεις στο δικό σου θαλάμι, εκεί που δεν υπάρχει χώρος γιά κανέναν άλλον... Ντοκ, χτύπημα, ντοκ, χτύπημα, κουνιέται συθέμελα η πόρτα της χαμοκέλας. Ντοκ, χτυπάει, «κάνω πως δε καταλαβαίνω. Τί να κάνω; Τίποτα δε θα κάνω. Τέλειωσαν οι μέρες των τραγουδιών, το ριγωτό σακάκι κρέμεται σα σφαχτό, απ΄το ΄30 τό΄χω, μυρίζει γεροντάματα, πικρό ιδρώτα, παλιά ξεθυμασμένα αρώματα, ντοκ, ντοκ, ντοκ. Έμπα λοιπόν, δεν αντέχω να σ΄ανοίξω, πάρε με και παρηγόρησέ με στα σκοτάδια, ας τελειώσει αυτός ο δρόμος, δε θέλω άλλο. Ότι αγάπησα, όσους αγάπησα με μάδησαν, με ξεφλούδισαν ως το μεδούλι.Ντοκ, γρατζούνισμα στην πόρτα νευρικό, ανυπόμονο, σηκώθηκαν τα σώματα στον αέρα, στριφογύρισαν, με κάρφωσαν, με σταύρωσαν. Δε μπορώ άλλο, ντοκ, να τα κορίτσια στα λευκά που κατέβαιναν να προϋπαντήσουν τη γιορτή της καρδιάς τους, φυσούσε τ΄αεράκι πού΄ρχονταν απ΄τη θάλασσα και ντοκ, ντοκ, που νά΄ξεραν μάνα, πως στο βυθό θα καταλήξουν με αίμα ανάμεσα στα πόδια τους... Γείρε στο σκοτάδι, γερο-ανεμοδούρα, κανείς δε θα καταλάβει τίποτα, σε κανέναν δε θα λείψεις. Γύρνα ψυχή στη γη, εκείνη τη γη, όχι, ντοκ, μη γυρνάς πίσω και θυμάσαι, αχνά είναι όλα καθώς γέρνουν τα πανδοχεία, καθώς κουνιέτ΄η βάρκα πάνω-κάτω, πέρα-δώθε, απ΄ τη μιάν ακτή στην απέναντί της κι άντε πάλι απ΄την αρχή, ντοκ, κλείσε τα μάτια με λευκή καρδιά, έτοιμος, χωρίς σύντροφο, γιά τις ερημιές που δε θα θωρείς ανθρώποι. Αυτός θα μπει κι ας μη του ανοίγεις. Εγώ είμαι δω, φεγγίζω και δε θα σηκωθώ. Να, γέρνω, να οι φωτοσημαντές κι οι λαμπαδόροι, το δρεπάνι όπου νά΄ναι θα βουίξει, θα λογχίσει το λιγοστό το φως της κάμαρης, νάτοι που γνέφουν απ΄το βυθό, τα γρι-γρι του Άδη προς τα κάτω με έλκουν...έλκ...ελ...ε....................... Κώστας Λαδόπουλος, 2010 μ.Χ. |
Οι απόψεις και οι σκέψεις των συνεργατών του Ορφέα δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τη γνώμη του περιοδικού.
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου
Απαγορεύεται αυστηρά η χρήση και η αναδημοσίευση του συνόλου ή μέρους των άρθρων του Ορφέα, χωρίς προηγούμενη άδεια των υπευθύνων του περιοδικού και του συντάκτη και χωρίς ταυτόχρονη αναφορά της επωνυμίας του περιοδικού, του ονοματεπωνύμου του συντάκτη και του ακριβούς συνδέσμου του άρθρου
Η γνώμη σας ... Προσθήκη σχολίου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΑΝΑ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟ
Έλενα Κοσμά
Έλλη Ρουμπέν
Βασίλης Χαρδαλιάς
Γιώργος Τζαγάκης
Γιώτα Παπαβασιλείου
Δημήτρης Βαγενάς
Δόμνα Κουντούρη
Δώρα Παπαδοπούλου
Ειρήνη Κουλούρη
Εύη Αργυρίου
Θεοδόσης Βαφειάδης
Θύμιος Λυμπέρης
Ιωάννα Φατιόνα Χύζμο
Καλή Βανδώρου
Κατερίνα Κοφινά
Κώστας Λαδόπουλος
Κώστας Πατσαλής
Μιχάλης Τσαντίλας
Τάσος Π. Καραντής
Χρύσα Σωφρονά
ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΤΟΥ/ΤΗΣ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΥ
ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
- Μιά φιλική απάντηση με αφορμή δυό απόψεις για το ρεμπέτικο
- Τα τραγούδια δεν είναι σαν πουλιά. Είναι πουλιά!
- Η Νέα Γλώσσα
- Το φτερό, του Κ.Μ. Σμυρλή
- Το ρεμπέτικο και ερωτήματα που απευθύνονται στις γυναίκες
- Η Νίτσα -το σώμα μετέωρο-
- Πάμε να σκοτωθούμε...
- Οι "στυλίτες"... (Οι παρατηρητές και τα κοχύλια τους)
- Το σύνδρομο του συγκλονιστικού και ο Μάρκος
- Λεξικό των θωρακικών ανθρώπων και πραγματεία για τα μικρασιάτικα, ρεμπέτικα και λαϊκά τραγούδια
- Οι μαύροι θρηνητικοί ήλιοι ή ”και τ΄αυτιά έχουν τοίχους...”
- Ο Γρηγόρης Ασίκης, ο... Little Richard και ο Γιώργος Θεολογίτης-Κατσαρός
- Το κόκκινο ή το φλεγόμενο σκοτάδι μες τη φωνή …
- Οι άγγελοι του Ορφέα
- Παναής Αλτσίτζογλου (1899 - …)
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΘΕΜΑΤΑ
ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ / ΑΥΡΙΟ
ΕΙΠΑΝ - ΕΓΡΑΨΑΝΚατάγομαι από μια οικογένεια που έζησε την τουρκική εισβολή και έχασε τα πάντα μέσα σε μια μέρα. Μεγάλωσα σε ένα περιβάλλον αρκετά φτωχό – ασχέτως αν στην πορεία οι γονείς μου ορθοπόδησαν και προχώρησαν. Όσο κι αν μεγαλώσεις, τα βιώματά σου δεν σε εγκαταλείπουν. Δεν έχω χάσει λοιπόν καμία επαφή με την πραγματικότητα. Βιώνω απόλυτα αυτό που συμβαίνει γύρω μας
|
ΑΤΖΕΝΤΑ ΜΟΥΣΙΚΩΝ ΕΚΔΗΛΩΣΕΩΝ |










Τα παρακάτω προέκυψαν από μιά σύγκλιση γραπτών μου για τον Κώστα Μασσέλο –Νούρο και τη ζωγραφιά από το εξώφυλλο του Νερό στο πρόσωπο” του εξαιρετικού Νίκου Χουλιαρά.
Σηκώθηκε. Πήγε στο κουζινάκι κι άρχισε να του ετοιμάζει το βραδινό φαγητό.Πήγε οχτώ, δε φάνηκε.Να πάω τώρα.Στάθηκε μπρος τον καθρέφτη, ακίνητος. Έπιασε το εξογκωμένο καρύδι του λαιμού του. Το δέρμα είχε κατσιάσει, «τα κορίτσια με θαυμάζουνε και στο δρόμο με πειράζουν», άκουσε μες το μυαλό τη φωνή του να τραγουδάει. Ο Ογδόντας. Καιρό είχε να τον θυμηθεί. Και δυό άδεια φουστάνια ανέμισαν μέσα του. Οι δυό προηγούμενες γυναίκες του. Δε μ’ άντεχαν... Η μνήμη μαζεύει και τεντώνεται, ακορντεόν.Όχι νοσταλγίες, Κωστάκι. Η νοσταλγία είναι πεθαμένοι ιστοί. Παν αυτά, πέρασαν. To τώρα είν΄εδώ, μπροστά στον καθρέφτη που θά΄θελες να δείχνει τη ράχη σου κι όχι τη μόστρα, κι η ώρα είναι οχτώμιση. Το φαγητό του συγκάτοικου τό΄χεις ετοιμάσει κι αλλού δεν έχεις να πας από το καφενείο. «Ναι, έτσι είναι. Πού αλλού να πάω;
Γκαπ, κλείνεις την πόρτα πίσω σου, λαχανιασμένος. Αυτό ήταν λοιπόν; Έφτασε η ώρα; Μπορεί ναι, μπορεί κι όχι. Άντε, βγάλε την παλτουδιά σου, τα γυαλιά σου τα μαύρα, βγάλε και τ΄άλλα σου τα ρούχα, μείνε τσίτσιδος και πάνε, στάσου μπροστά στον καθρέφτη. Μη τρέμεις, μη φοβάσαι. Ο συγκάτοικος δε θάρθει απόψε, δε θα δει το φτερό, στο λέω εγώ.Να, το πρόσωπο του δαίμονα που βγαίνει μές΄απ΄το σοβά, φουσκώνοντάς τον. Ανοίγει το στόμα κι αμολάει μιά πνοή που μυρίζει θειάφι, που σε σηκώνει και σε πετάει πάνω στο κρεβάτι. Εκεί, μείνε τώρα Κώστα Σμυρλή. Δίπλωσε το μαύρο φτερό στο πλάι, γιατί ήρθ΄η ώρα. Ως εδώ ήταν...Τώρα κατάλαβες που πάει το πράμα. Τώρα μπαίνεις στο δικό σου θαλάμι, εκεί που δεν υπάρχει χώρος γιά κανέναν άλλον... Ντοκ, χτύπημα, ντοκ, χτύπημα, κουνιέται συθέμελα η πόρτα της χαμοκέλας. Ντοκ, χτυπάει, «κάνω πως δε καταλαβαίνω. Τί να κάνω; Τίποτα δε θα κάνω. Τέλειωσαν οι μέρες των τραγουδιών, το ριγωτό σακάκι κρέμεται σα σφαχτό, απ΄το ΄30 τό΄χω, μυρίζει γεροντάματα, πικρό ιδρώτα, παλιά ξεθυμασμένα αρώματα, ντοκ, ντοκ, ντοκ. Έμπα λοιπόν, δεν αντέχω να σ΄ανοίξω, πάρε με και παρηγόρησέ με στα σκοτάδια, ας τελειώσει αυτός ο δρόμος, δε θέλω άλλο. Ότι αγάπησα, όσους αγάπησα με μάδησαν, με ξεφλούδισαν ως το μεδούλι.Ντοκ, γρατζούνισμα στην πόρτα νευρικό, ανυπόμονο, σηκώθηκαν τα σώματα στον αέρα, στριφογύρισαν, με κάρφωσαν, με σταύρωσαν. Δε μπορώ άλλο, ντοκ, να τα κορίτσια στα λευκά που κατέβαιναν να προϋπαντήσουν τη γιορτή της καρδιάς τους, φυσούσε τ΄αεράκι πού΄ρχονταν απ΄τη θάλασσα και ντοκ, ντοκ, που νά΄ξεραν μάνα, πως στο βυθό θα καταλήξουν με αίμα ανάμεσα στα πόδια τους... Γείρε στο σκοτάδι, γερο-ανεμοδούρα, κανείς δε θα καταλάβει τίποτα, σε κανέναν δε θα λείψεις. Γύρνα ψυχή στη γη, εκείνη τη γη, όχι, ντοκ, μη γυρνάς πίσω και θυμάσαι, αχνά είναι όλα καθώς γέρνουν τα πανδοχεία, καθώς κουνιέτ΄η βάρκα πάνω-κάτω, πέρα-δώθε, απ΄ τη μιάν ακτή στην απέναντί της κι άντε πάλι απ΄την αρχή, ντοκ, κλείσε τα μάτια με λευκή καρδιά, έτοιμος, χωρίς σύντροφο, γιά τις ερημιές που δε θα θωρείς ανθρώποι. Αυτός θα μπει κι ας μη του ανοίγεις. Εγώ είμαι δω, φεγγίζω και δε θα σηκωθώ. Να, γέρνω, να οι φωτοσημαντές κι οι λαμπαδόροι, το δρεπάνι όπου νά΄ναι θα βουίξει, θα λογχίσει το λιγοστό το φως της κάμαρης, νάτοι που γνέφουν απ΄το βυθό, τα γρι-γρι του Άδη προς τα κάτω με έλκουν...έλκ...ελ...ε....................... 