Είναι κάτι φορές που για να γράψω ένα τραγούδι παιδεύομαι μέρες. Δε θέλει η ρίμα να βγει. Σκαλώνει στ απόκρημνα μέσα μου, κρατιέται όπου βρει, αντιστέκεται μέχρι να υποκύψει στη βάσανο του μυαλού. Είναι όμως και κάτι άλλες φορές, που αναγκάζομαι να γίνω στενογράφος της μούσας που με επισκέπτεται, ποτάμια μελάνι κυλάνε εκεί στα ίδια απόκρημνα , γίνονται καταρράκτης και παρασύρομαι ακούσια στην ορμητική ροή του. Είναι αυτές οι άγιες στιγμές που γράφεις και νιώθεις να επικοινωνείς με το σύμπαν. Νιώθεις πως κάποιος εκεί έξω από τον κόσμο σου και τον κόσμο όλων, σου υπαγορεύει τις λέξεις, τις ρίμες, το τραγούδι ολόκληρο.
Μια τέτοια μαγική για μένα στιγμή, τέλος 1990 αρχές 1991 θα ήτανε, από τις σπάνιες που έζησα γράφοντας, ήταν η στιγμή που μου έβαλε το μολύβι στο χέρι και προγραμμάτισε τον αυτόματο πιλότο για τα υπόλοιπα. Κι εγένετο …σφουγγαράκι. Ένα στιχάκι που μάλλον υπήρχε μέσα μου από πάντα, ασφυκτιούσε κι ήθελε επιτακτικά να αναπνεύσει αέρα. Η ζωή μου όλη σ’ ένα φύσημα καπνού. Τα περίεργα μ’ αυτό το στιχάκι, δεν τελειώνουν εδώ. Ήταν τόσο καταιγιστικός ο τρόπος του, που σχεδόν αμέσως το έστειλα στον Δημήτρη Μαρκατόπουλο με φαξ. Με τον Δημήτρη, να σημειώσω, ήμαστε ήδη φίλοι από το 1983 αλλά μόλις εκείνη τη χρόνια κατάφερα να τον πείσω να συνθέσει μουσικές. Σε λίγη ώρα μου τηλεφώνησε να πάω από το σπίτι του μετά τη δουλειά. Εκεί με περίμενε δεύτερη έκπληξη. Η μουσική που έγραψε, με τον ίδιο καταιγιστικό τρόπο μόλις έλαβε το στίχο, ήταν αυτή που είχα στο μυαλό μου. Ήταν αυτή που θα έγραφα αν ήξερα μουσική. Ήταν αυτή που φανταζόμουνα, όπως μου συμβαίνει συχνά, όταν έγραφα το στιχάκι. Όταν τον Νοέμβριο του 1992 παρουσιάσαμε ένα κύκλο τραγουδιών μας στον Μάνο Χατζιδάκι, αφού τ’ άκουσε, τα βάφτισε «τα τραγούδια του χαμένου ποιητή» κι αποφάσισε να τα εκδώσει από το Σείριο. Σε εκείνη την αξέχαστη συνάντηση, μας είπε ότι διάλεξε το «σφουγγαράκι» για να το χρησιμοποιήσει ως σήμα σε μια τηλεοπτική εκπομπή που ετοίμαζε τότε για την ΕΡΤ. Η εκπομπή δεν έγινε τελικά ποτέ. «Τα τραγούδια του χαμένου ποιητή», με το «σφουγγαράκι» ανάμεσά τους, ευτύχησαν να κυκλοφορήσουν από το Σείριο, τη δισκογραφική εταιρεία του Χατζιδάκι, σε παραγωγή του γιου του, Γιώργου και καλλιτεχνική επιμέλεια του Νίκου Κυπουργού με ερμηνευτή τον Παντελή Θεοχαρίδη τον Δεκέμβριο του 2001. Μεγάλη επιτυχία; Όχι. Ούτε καν μικρή. Κι αν έπρεπε να μεταφραστεί σε μαθηματικούς κώδικες, θα σταματούσε στις αρχές σχεδόν των πρώτων τετραψήφιων ρητών αριθμών. «Και τι έγινε λοιπόν;» Μου φτάνει που είναι επιτυχημένο μέσα μου. Γράφω για να μην τρελαθώ πρώτα απ’ όλα κι όχι για να τρελάνω τους μηχανισμούς πωλήσεων. Ό,τι κι αν πω, δυστυχώς δεν θα καταφέρω να εξηγήσω καλύτερα γιατί διάλεξα αυτό το τραγούδι κι όχι «τα χαμοπούλια», για παράδειγμα, που αγαπήθηκαν από πολύ κόσμο. Όμως εκείνο το παλιό μεσημέρι είπα ότι το τραγούδι αυτό, αν δικαιούμαι έναν αποχαιρετισμό, θέλω να ναι το «ξόδι» μου. Να φύγω μ’ αυτό. Το νιώθω τόσο αληθινά «δικό μου», που ακόμα και σήμερα, σχεδόν είκοσι χρόνια μετά, το ίδιο λέω. Χρίστος Γ. Παπαδόπουλος Λούξορ Δεκέμβριος 2009 |