
Κείμενο: Τάσος Π. Καραντής
Μάνος Λοίζος: Ο ευαίσθητος και ευρηματικός μελωδός του ελληνικού τραγουδιού
Δημοσιεύθηκε: 28.06.2008, 13:17
| |
|
| Θαλασσογραφίες (1970)«Μετά την επιτυχία του ΣΤΑΘΜΟΥ, έχει νοικιάσει ένα σπίτι στην οδό Ροστοβίου, μια πάροδο της Μεσογείων, πολύ κοντά στην ΥΕΝΕΔ και πολύ κοντά στο δικό μου σπίτι, αλλάζει έπιπλα, αγοράζει εργαλεία απαραίτητα για τη δουλειά του – μαγνητόφωνο, pick up κ.λπ. – και βλέπει σιγά - σιγά τα πράγματα να πηγαίνουν καλλίτερα. Κάνουμε σχέδια, παίζουμε τάβλι και πότε – πότε γράφουμε και κανένα τραγούδι, συνήθως ύστερα από δική μου πίεση γιατί εκείνος δεν έχει καμιά διάθεση να δουλέψει συστηματικά και επιπλέον, βάζει σε μένα τις φωνές ότι “ξοδεύομαι με τα musicals του Φίνου” (21)… Και μπορεί, τελικά, ο δίσκος, βασικά, να στηρίχτηκε στον Καλατζή και στον Νταλάρα, αλλά, το όλο υλικό – πριν και μετά την έκδοσή του - πέρασε από “σαράντα κύματα”. Μας παρουσιάζει ο Γιώργος Τσάμπρας την “περιπέτειά” του: «Η “Γοργόνα”, λοιπόν, κυκλοφορεί σε 45άρι και περιλαμβάνεται - μαζί με το “Δελφινάκι” και το “Πίσω απ’ την πόρτα την κλειστή” απ’ το “ΣΤΑΘΜΟ” – στο δεύτερο προσωπικό δίσκο του Γιάννη Καλατζή (“Γιάννης Καλατζής Νο 2 : Ο επιπόλαιος”) μέσα στο 1969. Το “Νανούρισμα” πρωτακούγεται από την Αλίκη Βουγιουκλάκη στην ταινία του Ντίνου Δημόπουλου “Η Νεράιδα και το παλικάρι” … το Μάιο του 1970 ανεβαίνει στο θέατρο “Μινώα” το musical του Άλκη Παππά “Γη S.O.S.” με πρωταγωνιστές τον Αλέκο Αλεξανδράκη και την Μάρθα Καραγιάννη, στο οποίο ο Μιχάλης Βιολάρης και η Αλέκα Μαβίλη τραγουδούν τα περισσότερα τραγούδια που, στο τέλος της χρονιάς, θα αποτελέσουν τις “Θαλασσογραφίες” … Το “Δέκα παλικάρια” ακούγεται από το Μιχάλη Βιολάρη στην ταινία του Ορέστη Λάσκου “Διακοπές στην Κύπρο μας”(1971), η οποία έχει βέβαια, γενικώτερα, τραγούδια του Μάνου Λοΐζου. Το “Κόκκινο γλυκό μου στόμα”(με το Γιάννη Καλατζή) αλλά και το “Μάνα δεν φυτέψαμε” (με τραγουδιστή το Γιάννη Πάριο) ακούγονταν στην “ερωτική” ταινία του Όμηρου Ευστρατιάδη “Πρόκληση” (1971)» (23) Οι μνήμες του Αχιλλέα Θεοφίλου, όπως τις αφηγήθηκε στον Γιώργο Τσάμπρα, μας αποκαλύπτουν το πώς δούλευε στο στούντιο ο Μάνος Λοΐζος κατά την ηχογράφηση του δίσκου: Εκεί λοιπόν, είναι δεκαπέντε μουσικοί κάτω, όλοι ονόματα για την εποχή εκείνη, παίζουν και γράφουμε stereo το κομμάτι. Γράφουμε από τις δέκα το πρωί, έχει πάει πέντε το απόγευμα, οι μουσικοί έχουν εξαντληθεί τόσες ώρες μέσα στο studio και το Μάνο το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι ένα τριγωνάκι, ένα τριάνκολο … οπότε, κάποια στιγμή σηκώνονται οι μουσικοί και μας λένε : λοιπόν παιδιά, γράφτε εσείς το τριάνκολο και εμείς ερχόμαστε μια άλλη μέρα να γράψουμε, και φεύγουν αφήνοντάς μας σύξυλους. Όταν γράφαμε τις ΘΑΛΑΣΣΟΓΡΑΦΙΕΣ, είναι η πρώτη εποχή που το studio της Columbia βάζει το οκτακάναλο. Ο Μάνος έγραφε συγκεντρωμένη την ορχήστρα, έφερνε γύρω στα 15 – 20 άτομα να παίξουν μαζί. Όταν ανακάλυψε το οκτακάναλο, άρχισε να κάνει διάφορες αλχημείες, γεμίζοντας ταινίες. Εδώ να παίξει το πιάνο και τα drums, εδώ η κιθάρα και το πιάνο κ.λπ. Φτάνουμε λοιπόν στο Σεβάχ το Θαλασσινό. Αρχικά ήθελε να βρει έναν ηθοποιό για να πει το κομμάτι αλλά, όταν πήγαμε στο studio - και με τη δική μου πειστική παρέμβαση – το έγραψε στον τόνο του. Όταν είναι να το τραγουδήσει, μπαίνει μέσα το λέει – μπορώ να πω – 15 με 20 φορές, αλλά δεν είναι ευχαριστημένος. Στο studio εκείνη την ώρα είναι αρκετός κόσμος … Αρχίζει σιγά – σιγά να βγάζει όλο τον κόσμο έξω … Μείναμε ο Κωνσταντόπουλος, ο ηχολήπτης, ο Φιλιππίδης, βοηθός τότε, κι εγώ. Και μόνο τότε άρχισε να κάνει τα δικά του, να “λύνεται”, να γίνεται πιο θεατρικός … Και πάλι είχαμε πρόβλημα, τελικά. Έκανε play back τρεις φωνές αλλά δεν έχουμε κανάλια γιατί έχει γράψει και πάρα πολλούς μουσικούς. Κάτι επιφωνήματα λοιπόν που έχει μέσα το τραγούδι είναι play back, πάνω στο play back. Επειδή δε μας παίρνανε άλλο τα κανάλια, κάναμε ένα stereo και πάνω εκεί, με την παλιά μέθοδο, πάνω στο τελειωμένο κομμάτι, βάζαμε και την άλλη φωνή και την “απλώναμε” με echo…».(24) Ας δούμε όμως τους συντελεστές και τα τραγούδια των «Θαλασσογραφιών», όπως καταγράφονται στο ένθετο της επανέκδοσής τους: Ορχήστρα: Στέλιος Ζαφειρίου (μπουζούκι), Θανάσης Πολυκανδριώτης (μπουζούκι), Χρήστος Νικολόπουλος (μπουζούκι), Δημήτρης ΞαπλαντέρηςΘύμιος Στουραϊτης (μπουζούκι), Δημήτρης Φάμπας (κλασική κιθάρα), Γεράσιμος Μηλιαρέσης (κλασική κιθάρα), Τ. Κλαβάκης (κλασική κιθάρα), Βασίλης Τενίδης (κλασική κιθάρα), Τίτος Καλλίρης (ηλεκτρική κιθάρα), Απόστολος Μαγκαφάς (ηλεκτρική κιθάρα), Σωτήρης ΜαρίνοςΣωτήρης Ταχιάτης (τσέλλο), Δημήτρης Βράσκος (βιολί), Τάσος Διακογιώργης (σαντούρι), Νίκος Τσεσμελής (κοντραμπάσο), Πάνος Ιατρού (μπαγλαμά, ντέφι), Κίμων Βασιλάς (ακορντεόν), Αντρέας Ροδουσάκης (μπάσο), Νύσσος Πανταζής (μπάσο), Γιώργος ΛαβράνοςΜέμος Κυριαζής (drums), Νίκος Λαβράνος (μαρίμπα), Στέλλα Γαδέδη (φλάουτο), Σταμάτης Πρωτόπαππας (φλάουτο), Στέφανος Κανδάρος ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ
«Σ’ αγαπώ – σ’ αγαπώ»: «Συχνά, παίρνω παροιμίες, λαϊκά δίστιχα, παραδοσιακά τραγούδια και τα χρησιμοποιώ ως αφετηρία για να αναπτύξω ένα τραγούδι δικό μου. Έτσι και εδώ …».(27) Τα πιο δημοφιλή τραγούδια του δίσκου, ήταν, φυσικά, τα πασίγνωστα: «Η Γοργόνα» και «Τζαμάικα», που τραγουδιόνται ως τα σήμερα. Ακολούθησαν τα «Δέκα παλικάρια» και το «Μάνα δε φυτέψαμε», ενώ η πιο ιδιαίτερη στιγμή του δίσκου είναι η, μοναδική, ερμηνεία του ίδιου του Λοϊζου, στο, μυθικό πια, «Σεβάχ ο Θαλασσινός». Βέβαια, το “εκτός συναγωνισμού” κομμάτι του δίσκου, είναι το, κλασικό κι απόλυτα ταυτισμένο με τη φωνή του Νταλάρα, «Έχω ένα καφενέ». |
Ας ολοκληρώσουμε αυτό το κοίταγμα μας στις «Θαλασσογραφίες», με το περιστατικό της φωτογράφησης, για τις ανάγκες του δίσκου, όπως μας το εξιστορούν, αλληλοσυμπληρώνοντας ο ένας τον άλλον, οι πρωταγωνιστές του: Λευτέρης Παπαδόπουλος: « … τη φωτογραφία, στο οπισθόφυλλο την τράβηξε ο ζωγράφος Γιώργος Βακιρτζής, στο Κερατσίνι, ένα πρωινό, που ο Νταλάρας παραλίγο να παίξει ξύλο, μπροστά στην πύλη του Αδριανού, με ένα μόρτη, που πήγε να μας τρακάρει …». (34) Αχιλλέας Θεοφίλου: «Η τελευταία εικόνα που έχω από την προετοιμασία αυτού του δίσκου είναι η φωτογράφηση για τ’ οπισθόφυλλο. Είναι μια εποχή που κάνουμε πολύ παρέα με το Μάνο, με το Λευτέρη και με το Γιώργο Βακιρτζή – ο οποίος έχει στήσει και ως μακέτα το εξώφυλλο, παίρνοντας ένα γλυπτό της Αργυρώς Σκαρίμπακα. Θυμάμαι, έχουμε ραντεβού έξι η ώρα το πρωί στο Κολωνάκι με όλους τους συντελεστές, προκειμένου και κατέβουμε όλοι μαζί στο Πέραμα, όπου εκεί, σε κάτι βάρκες, θα γινόταν η φωτογράφηση. Έτσι και γίνεται. Μόνο που, όταν φεύγουν μετά ο Καλατζής και ο Νταλάρας, ο Μάνος, ο Λευτέρης, ο Βακιρτζής κι εγώ, την αράζουμε στα ουζερί εκεί και η μέρα μας τελειώνει μ’ ένα άγριο μεθύσι …».(35) |
| Να 'χαμε τι να 'χαμε (1972)Η δισκογραφική αυτή δουλειά τους είναι, ουσιαστικά, η ολοκλήρωση της συνεργασίας των δύο μεγάλων δημιουργών. Όλα τα τραγούδια του δίσκου, τα λένε, πλέον, μόνο ο Καλατζής κι ο Νταλάρας, οι οποίοι αποτελούν ένα επιτυχημένο δίδυμο που, εκείνα τα χρόνια “μονοπωλεί τα σουξέ του έντεχνου” (36), γι’ αυτό και τα ονόματά τους αναγράφονται, πια, στο εξώφυλλο του δίσκου. Ο ίδιος ο Λευτέρης Παπαδόπουλος μας δίνει, λιτά, την ταυτότητα κι αυτού του δίσκου τους: Ας μεταφέρουμε, κι εδώ, τους συντελεστές και τα τραγούδια του «Να ’χαμε τι να ’χαμε», όπως καταγράφονται στο ένθετο της επανέκδοσης: Ορχήστρα: Θανάσης Πολυκανδριώτης (μπουζούκι, λαούτο, τζουρά), Χρήστος Νικολόπουλος (μπουζούκι, μπαγλαμά, τζουρά), Τάσος Διακογιώργης (σαντούρι), Τίτος Καλλίρης (κιθάρα, λαούτο), Κώστας Καραγιαννόπουλος (κιθάρα), Νίκος Τσεσμελής (μπάσο), Δημήτρης Βράσκος (μαντολίνο), Παντελής Δεσποτίδης (λαούτο, μαντολίνο), Γιώργος Λαβράνος (κρουστά), Στέλλα Γαδέδη (φλάουτο), Θανάσης Αραπίδης (κλαρίνο). Β΄ φωνή: Μαίρη Δαλάκου ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ
«Παποράκι του Μπουρνόβα»: « Το τραγούδι αρχίζει με το τετράστιχο “Παποράκι του Μπουρνόβα / και καρότσα της στεριάς / πόσα τάλιρα γυρεύεις / στον Περαία να με πας”. Αυτό το τετράστιχο το άκουσα για πρώτη φορά από τον στιχουργό Νίκο Μάθεση ή “Τρελάκια”(έχει γράψει το περίφημο “Έδιωξα κι εγώ μια γάτα”). Μου μίλαγε, σε μια συνέντευξη που του είχα πάρει, για τη μικρασιατική καταστροφή – ήταν φαντάροι το ’22 – και, κάποια στιγμή, μου τόνισε ότι αυτό το τραγούδι το έλεγαν Έλληνες στρατιώτες που λιποταχτούσαν. Πρόσθετε, επίσης, και ένα δίστιχο: “στον Περαία έχω σπίτι και στο Πέραμα κυρά”. Όλο αυτό το πράγμα μου άρεσε. Κράτησα αυτούς τους έξι στίχους και πρόσθεσα κι εγώ άλλους έξι : “κάθε νύχτα στ’ όνειρό μου σεργιανάω / Άγιο – Νείλο, Κερατσίνι, Κοκκινιά / καπετάνιο Αρβανίτη / καροτσέρη φουκαρά”(στο δίσκο τα έγραψα αυτά). Όταν το μελοποίησε ο Λοίζος και το συνυπογράψαμε, καλέσαμε τον Νταλάρα, στο σπίτι του Μάνου στο Χολαργό, να ’ρθει, να το ακούσει και να κάνει πρόβα. Μόλις το ’παιξε ο Λοίζος στο πιάνο(εγώ τραγουδούσα “Παποράκι του Μπουρνόβα”), ο Νταλάρας άρχισε να τραγουδάει τους στίχους με άλλη, πολύ βαριά μελωδία, θέλοντας να μας δείξει ότι το τραγούδι αυτό το γνωρίζει(μάλλον από τον πατέρα του) από … αρχαιοτάτων χρόνων. Ο Λοίζος τσαντίσθηκε. Γύρισε και μου λέει : ”Δηλαδή, ο Νταλάρας ισχυρίζεται ότι το τραγούδι αυτό το κλέψαμε;”. “Ναι”, του απάντησα, γελώντας. Ο Νταλάρας θέλησε να διορθώσει τα πράγματα : “Δεν υπαινίχθηκα ότι το κλέψατε. Απλώς, ότι υπήρχε ένα άλλο τραγούδι, από παλιά, με άλλη μουσική”. Το αποτέλεσμα όμως είχε κριθεί : το τραγούδι δόθηκε στον Γιάννη Καλατζή»(38) Ύστερα λοιπόν απ’ αυτήν την “ιστορία”, αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον η άποψη του Γιώργου Νταλάρα: « … στο “Παποράκι του Μπουρνόβα” το ρεφρέν ήταν από ένα τραγούδι που φέρνανε μαζί τους οι φαντάροι που γυρνούσαν από το μικρασιατικό μέτωπο. Ένα τραγούδι θλιμμένο, σε δρόμο σαμπάχ, που ταίριαζε στην πίκρα των ανθρώπων που δεν ξέραν αν θα ξαναντικρίζαν τους γενέθλιους τόπους. Το τετράστιχο αυτό του ρεφρέν άρεσε πολύ στον Μάνο αλλά και στον Παπαδόπουλο, και αφού το συμπλήρωσε ο Λευτέρης, ο Μάνος έγραψε μια μελωδία που, ενώ κρατάει τη νοσταλγία του θέματος, σφύζει από ρυθμό και ζωή».(39) «Ήλιε μου σε παρακαλώ» : «Τραγούδι για τη δικτατορία, με σαφείς υπαινιγμούς κατά της χούντας. Ο κόσμος καταλάβαινε τότε. Και αρπαζόταν από μια λέξη, για να σκεφτεί τους μαύρους συνταγματάρχες και να εκφράσει, μέσα από το τραγούδι, την απέχθειά του» (40) «Υπάρχει όμως, και άλλη μια ιστορία, που σχετίζεται με τον Κουταλιανό: ο Πανελευσινιακός, η ποδοσφαιρική ομάδα της Ελευσίνας, είχε έναν τερματοφύλακα, που οι συλλαβές του ονόματός του αλλά κι ο τονισμός της κατάληξης παρέπεμπαν στον Κουταλιανό. Ας πούμε Καραμαγιός. Ο Καραμαγιός, λοιπόν, σ’ ένα κρίσιμο παιχνίδι δεν έτρωγε γκολ με τίποτα. Τι κεφαλιές, τι σουτ από δυο μέτρα, τι πέναλτι – ο Καραμαγιός βράχος! Οπότε, ολόκληρο το γήπεδο, χιλιάδες άνθρωποι δηλαδή, έπιασαν να τραγουδούν “σίδερα μασάει ο Καραμαγιός”. Κι αυτό κράτησε επί μιάμιση ώρα. Πρέπει να πω ότι το τραγούδι – σύνθημα το άκουσα με τα’ αυτιά μου, γιατί έτυχε να παρακολουθώ τον εν λόγω αγώνα.»(46) «Να ’χαμε τι να ’χαμε» : «Το ομώνυμο με το δίσκο τραγούδι είναι ένα τραγούδι της “πλάκας”, της παρέας της εποχής εκείνης. Το φτιάχνουμε και μετά αποφασίζουμε να το πούμε όλοι μαζί μ’ αυτόν τον τρόπο, ο καθένας και μια φράση δηλαδή και όλοι μαζί ως χορωδία. Μ’ αυτό βαφτίζουμε τελικά και το δίσκο…».(47) Η μεγάλη επιτυχία του δίσκου είναι, σαφώς, το «Παποράκι του Μπουρνόβα», ένα, αγαπημένο, διαχρονικό, τραγούδι, που τολμούμε να πούμε, ότι είναι από τα πιο μελωδικά του ελληνικού τραγουδιού. Ακολούθησε, αλλά για τα χρόνια εκείνα μόνο, «Ο Κουταλιανός». Το «Ήλιε μου σε παρακαλώ» ακολούθησε, λόγω θεματολογίας, μια πιο αργή διαδικασία, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει κι ο ίδιος ο Λευτέρης Παπαδόπουλος (48), αλλά, θεωρείται ένα από τα πιο κλασικά διαχρονικά τραγούδια και χαρακτηριστικό του ρεπερτορίου του Νταλάρα. Από ’κει και πέρα, ξεχωρίζουν ο ιδιαίτερος «Λιόντας», η όμορφη «Ελισσώ» και το αδικημένο, με την έννοια ότι άξιζε να ακουστεί περισσότερο, «Πάνε να πεις». (49) |
H ανέκδοτη φωτογραφία του εξωφύλλουΗ – ανέκδοτη – φωτογραφία του Μάνου Λοίζου, είναι τραβηγμένη το 1981 (ένα χρόνο πριν το θάνατό του), στο χωριό Αγόριανη του Παρνασσού. Τη φωτογραφία την έχει τραβήξει ο, αντιστασιακός κι αγωνιστής της Αριστεράς, φωτογράφος Θόδωρος Βελέντζας. |
| «Παραμυθάκι μου» - «Αχ χελιδόνι μου»Θα έμενε ανολοκλήρωτη αυτή η προσέγγισή μας στην περίοδο του Μάνου Λοίζου που εξετάζουμε, αν δεν στεκόμασταν σε δυο από τα πιο πανέμορφα και σπουδαία τραγούδια του, τα οποία, αν και, χρονικά, κυκλοφόρησαν σχεδόν παράλληλα με τους τρεις παραπάνω κύκλους τραγουδιών που εξετάσαμε, δεν εντάχτηκαν σ’ αυτούς. Το «Παραμυθάκι μου», με τη φωνή του Γιάννη Καλατζή, κυκλοφόρησε αρχικά σε 45άρι κι αργότερα (1971) συμπεριλήφθηκε και στον ομότιτλο προσωπικό δίσκο του τραγουδιστή. Ο Λευτέρης Παπαδόπουλος είναι ξεκάθαρος: «Ένα από τα καλύτερα τραγούδια μου. Άργησε να το γράψει ο Λοίζος αλλά το πέτυχε. Όλη η μαυρίλα και το αδιέξοδο, επί χούντας, μέσα σ’ ένα τρίλεπτο κομμάτι! Περιέργως, οι ηλίθιοι λογοκριτές δεν πήραν χαμπάρι! Ευτυχώς …» (51) Κι ο Γιώργος Νταλάρας αναφέρει: « … Θυμάμαι, πάθαμε σοκ όταν μας έφερε ο Λοίζος αυτό το τραγούδι. Όσο για κείνον … Ήταν χαρούμενος που μου ’χε φτιάξει ένα τραγούδι “σαν του Κουγιουμτζή”. Δεν τον ένοιαζε καθόλου, δεν ήταν ψώνιο. Αγαπούσε τις μελωδίες του Κουγιουμτζή, τις “ζήλευε”, με την καλή έννοια και μου λέει μια μέρα : “Ρε μπαγάσα, θα σου κάνω ένα τραγούδι σαν του Κουγιουμτζή”. Ποιος τα λέει αυτά και να ’ναι και επώνυμος συνθέτης;» (52). ![]() “συμπληρώνει” με το ύφος του: « Τέλος, αξίζει να σημειωθεί, ότι το «Αχ χελιδόνι μου» είχε αρέσει πολύ και στον ποιητή Νίκο Καρούζο. Θυμάται ο Λευτέρης Παπαδόπουλος : « … Ο Μάνος Λοίζος έπαιζε πολύ τάβλι με τον ποιητή Νίκο Καρούζο και μάλιστα έπαιζαν τάβλι υπό την υπόκρουση του “Αχ χελιδόνι μου”. Και κάθε τόσο, όταν τελείωνε το τραγούδι, σηκωνόταν, το ξανάβαζε από την αρχή επειδή άρεσε του Νίκου Καρούζου».(56) |
Τα τραγούδια μιας παρέαςΟι τρεις αυτοί δίσκοι και, γενικά, όλα αυτά τα τραγούδια του Λοίζου και του Παπαδόπουλου, γράφτηκαν κι ηχογραφήθηκαν, “γεννήθηκαν” δηλαδή, μέσα από το μεράκι μια παρέας: των δημιουργών, των ερμηνευτών και των κοντινών, αυτή την εποχή, ανθρώπων τους. Ευτυχώς, μας έχουν διασωθεί κάποιες “φωτογραφίες” αυτής της δημιουργικής συντροφιάς, μέσα από τις αφηγήσεις των μελών της.
Λευτέρης Παπαδόπουλος « … το σπίτι της Ροστοβίου είναι γεμάτο, κάθε μέρα, από νέους τραγουδιστές, που βλέπουν στο πρόσωπο του Λοίζου το συνθέτη τους. Τακτικότεροι, όμως, επισκέπτες είναι ο Καλατζής και ο Νταλάρας. Ο πρώτος, γιατί περιμένει καινούργια τραγούδια, κι ο δεύτερος, γιατί υπηρετεί στην ΥΕΝΕΔ, που “είναι σε απόσταση διακοσίων μέτρων από το πιάνο του Μάνου”(57) … Κάθε απομεσήμερο, λοιπόν, μόλις τέλειωνε από την υπηρεσία του, ερχόταν στο σπίτι του Λοίζου, που βρισκόταν εκεί κοντά : Ροστοβίου 36, αν θυμάμαι καλά τον αριθμό. Μερικές φορές τρώγαμε ό,τι ετοίμαζε η Μάρω, η γυναίκα του Μάνου. Συνήθως όμως, η συνάντηση είχε χαρακτήρα ημιεπαγγελματικό : ο Μάνος καθόταν στο πιάνο, εγώ έλεγα στίχους, ο Νταλάρας έπιανε την κιθάρα κι αρχίζαμε όλοι μαζί το τραγούδι. Κάποια στιγμή, Λοίζος και Νταλάρας απομονώνονταν. Έφευγε από το σπίτι κι η Μάρω για να πάει στον “Στρατηγάκη” να διδάξει Αγγλικά. Και τότε, συνθέτης και τραγουδιστής προβάρανε τα τραγούδια που, ενδεχομένως, στο άμεσο μέλλον θα ερμήνευε ο Γιώργος (58)… Γιάννης Καλατζής Γιώργος Νταλάρας |
Νταλάρας και Καλατζής: Οι ιδανικοί πρωταγωνιστές |
| Ένα παράθυρο ανοιχτό στη λιακάδα Ολοκληρώνοντας αυτήν την προσέγγισή μας στις τρεις αυτές δουλειές του Λοίζου και του Παπαδόπουλου, δεν μπορούμε να μη συμφωνήσουμε, καταρχήν, με τη διαπίστωση ότι «οι δυο τους λειτούργησαν σαν συγκοινωνούντα δοχεία» (63) δημιουργώντας άρτια, όμορφα, μελωδικότατα τραγούδια. Λένε, επίσης, για το Λοίζο, πως, αν ζούσε, το τραγούδι σήμερα θα ήταν διαφορετικό. Ποιο μπορεί να ήταν λοιπόν το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του Λοίζου που δεν μπορεί να αναπληρωθεί και λείπει από το ελληνικό τραγούδι ; Μας απάντησε ο Γιώργος Νταλάρας: «Πιστεύω απόλυτα στην καταλυτική παρουσία του Λοίζου στο ελληνικό τραγούδι. Ο Λοίζος ήταν ένας πολύ έξυπνος μουσικός και ένας πολύ ευαίσθητος άνθρωπος και συνειδητοποιημένος πολίτης. Αφουγκραζότανε την αγωνία αλλά και τις επιθυμίες του κόσμου στις καλές και τις κακές στιγμές και τις έκανε τραγούδι. Ο Λοίζος δεν είχε παθολογικούς εγωισμούς, “να διατηρήσω τη γραφή μου, το ύφος, τη γραμμή μου”. Έγραφε τραγούδια πολιτικά όταν ήθελε και όταν έπρεπε, όπως έγινε με “Τα τραγούδια μας”, έγραφε θαυμάσια λαϊκά όπως έγινε με τα “Τραγούδια της Χαρούλας” και τα τραγούδια του Ρασούλη. Έγραφε ροκ μπαλάντες όπως έγινε στο “Για μια μέρα ζωής”. Έγραφε υπέροχα έντεχνα λαϊκά τραγούδια με τον πρωτομάστορα Λευτέρη Παπαδόπουλο στις “Θαλασσογραφίες” και στο “Να ’χαμε τι να ’χαμε”. Τραγούδια διαχρονικά σαν το “χελιδόνι” και τα “πουλιά” γιατί αγαπούσε και θαύμαζε όπως μου έλεγε χωρίς κανένα κόμπλεξ και απίστευτη γενναιοδωρία τα τραγούδια του Κουγιουμτζή. Αυτό λείπει λοιπόν από το τραγούδι. Λείπουν άνθρωποι με την μουσική ευελιξία, το χιούμορ, την καθαρότητα, την εξυπνάδα, την απλότητα, τη συμμετοχή στα κοινά του αξέχαστου Μάνου». (65) Τι ήταν λοιπόν τα τραγούδια του Μάνου Λοίζου στο τραγούδι μας, αλλά, κυρίως, στη ζωή μας; Το θέτει ποιητικά ο Χρήστος Λεοντής: «Τα τραγούδια του ήταν αυτό που λέει ο Ρίτσος στο “Καπνισμένο Τσουκάλι”,” ένα παράθυρο ανοιχτό στη λιακάδα …”» (66). |
| ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ 1. Βλ. Λευτέρης Παπαδόπουλος, Μάνος Λοΐζος, εκδ. ΚΑΚΤΟΣ, Αθήνα 2000 (3), σελ. 10. 2. Βλ. ό.π. σημ. (1) σελ. 11. 3. Βλ. Κώστας Μυλωνάς, Ιστορία του ελληνικού τραγουδιού, εκδ. ΚΕΔΡΟΣ, Αθήνα 2006(8), τόμος 2, σελ. 145. 4. Βλ. ό.π. σημ. (3), τόμος 3, σελ. 139. 5. Βλ. στο ένθετο της επανέκδοσης σε cd(remasters 2002 / special edition) του «Να ’χαμε τι να ’χαμε» το κείμενο «Μνήμες» (απόσπασμα από συζήτηση του Γιώργου Τσάμπρα με το Λευτέρη Παπαδόπουλο, στις 19 Φεβρουαρίου 2002, με αφορμή τη συγκεκριμένη επανέκδοση του δίσκου). 6. Βλ. στο ένθετο της επανέκδοσης σε cd(remasters 2002 / special edition) του «Σταθμού» το κείμενο του Γιώργου Τσάμπρα «Τα πρόσωπα, η εποχή και τα τραγούδια : μικρό ιστορικό». 7. Βλ. ό.π. σημ. (6). 8. Βλ. ό.π. σημ.(6), κείμενο «Μνήμες»(απόσπασμα από συζήτηση του Γιώργου Τσάμπρα με το Μάκη Μάτσα στις 28 Μαρτίου 2002, με αφορμή την συγκεκριμένη επανέκδοση του δίσκου). 9. Bλ. σημ. (1), σελ. 87-88. 10. Στο βιβλίο του «Εν αρχή ην ο Καζαντζίδης»(εκδ. ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ, Αθήνα 2007) αναφέρει ο Λευτέρης Παπαδόπουλος: «Η απόφαση για το “Σταθμό” ήταν να χρησιμοποιηθούν σε πρώτο ρόλο ο Πασπαράκης, που έδειχνε να ’χει προσόντα, ο Καλατζής με τη Διαμάντη και, σε δεύτερο, ο Νταλάρας. Ο Πασπαράκης, όμως, μετά τις πρώτες του απόπειρες να τραγουδήσει αποσύρθηκε. Βγήκαν μπροστά, αμέσως, ο Καλατζής … η Διαμάντη, επιστρατεύτηκε από το λαϊκό στρατόπεδο ο Δημήτρης Ευσταθίου κι έμεινε για τον Νταλάρα το τραγούδι “Ήτανε οχτώ – εννιά”, που δεν ευτύχησε, γιατί ο Λοΐζος το έκανε μαρς, αλλά κατά τη γνώμη μου ήταν εξαίρετο τραγούδι.» (σελ. 137-138). 11. Ο Λευτέρης Παπαδόπουλος αναφέρεται και στην πρώτη γνωριμία του ίδιου, αλλά και του Λοΐζου, με τον Νταλάρα : «Ένα απόγευμα, μου λέει ο Λοΐζος, επηρεασμένος, προφανώς, από τα λόγια του Μάτσα, να πάμε να γνωρίσω τον Νταλάρα. “Είναι ένα ευγενικό παιδί, σαν φοιτητής”, προσθέτει. “Μα, τον ξέρω. Τον έχω ακούσει”. “Πως σου φάνηκε;”. “Είναι ανώριμος ακόμα. Ακολουθεί, χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία, τη γραμμή Μπιθικώτση”. Τελικά, μ’ έπεισε ο Μάνος να πάμε στο στούντιο της Κολούμπια, στη Ριζούπολη, να γνωρίσω από κοντά τον Νταλάρα, για τον οποίο, όπως φαινόταν, είχε καλή γνώμη. Επιπλέον, ο Λοΐζος, που ανήκε στην “Οντεόν”, ζητούσε για τα τραγούδια του έναν “Μπιθικώτση”, γιατί δεν επιτρεπόταν λόγω συμβολαίου να γυρίσει δίσκο με τον αυθεντικό Μπιθικώτση, που ανήκε στην “Κολούμπια”.»(βλ. ό.π. σημ. (10), σελ. 136). Αλλά κι ο Γιώργος Νταλάρας αναφέρεται στην πρώτη γνωριμία του με το Λοίζο και τον Παπαδόπουλο : «Τον Λοίζο τον ήξερα από παλιά. Κάποιοι κοινοί γνωστοί του είπανε ότι ακούσανε στην Πλάκα ένα παιδί που τραγουδούσε καλά. Εγώ τότε δεν δούλευα σε μπουάτ, αλλά όταν τελείωνα το πρόγραμμά μου πήγαινα σε μια μπουάτ που είχε ο Νίκος ο Δημητράτος, που ήταν φίλος μου, έπαιρνα μια κιθαρίτσα κι έλεγα διάφορα τραγούδια στους θαμώνες. Εκεί με πρωτάκουσε ο Λοίζος κι όταν αργότερα έψαχνε να βρει τραγουδιστές για να κάνει κάποια τραγούδια σαν το “Ήτανε οχτώ εννιά” με φώναξε σ’ ένα στουντιάκι που είχε τότε η εταιρεία στην οδό Σταδίου. Ήταν μαζί με τον Λευτέρη Παπαδόπουλο. Τον Λευτέρη τον διάβαζα από πριν στη στήλη του, μια στήλη πολύ ουσιαστική, αλλά όταν τον πρωτογνώρισα μου έκανε τη … χειρίστη των εντυπώσεων. Απότομος, κακότροπος, μου μίλησε κι άσχημα ενώ του άρεσε η φωνή μου … Κατάπια τη γλώσσα μου μπροστά του … Ο Λοίζος του είχε πει Είναι ένα παιδί, φοιτητής. Όπως μ’ έβλεπε μ’ ένα μπλουζάκι πάντα και πολύ μαζεμένο, έτσι νόμιζε στην αρχή. Εξάλλου στην Πλάκα τότε όλο φοιτητές σύχναζαν …»(Βλ. Γιώργος Νταλάρας, Το τραγούδι της ψυχής, βιβλίο – από ηχογραφημένες συνομιλίες του Γιώργου Νταλάρα με το Γιώργο Τσάμπρα – ενταγμένο στην έκδοση «Το μουσικό κουτί» /MINOS - EMI , 1997, σελ. 24). Βλ. επίσης και : Ισαάκ Σούσης, Μάνος Λοίζος - μια μέρα ζωής, εκδ. Ιανός ο Μελωδός, Θεσσαλονίκη 2007, σελ. 181. Οπότε, σύμφωνα μ’ αυτά που γράφουν ο Λ. Παπαδόπουλος κι ο Γ. Νταλάρας, μάλλον, θα πρέπει να τα έχει μπερδέψει στις αναμνήσεις του ο Μάκης Μάτσας, που λέει ακριβώς τα αντίθετα για την πρώτη γνώμη του Λοΐζου για τον Νταλάρα(βλ. ό.π. σημ. 8). 12. Βλ. ό.π. σημ. (1) σελ. 91. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ - Αφιέρωμα στο Μάνο Λοίζο, στο περιοδ. «ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ», τεύχος 7, Οκτώβριος – Δεκέμβριος 2002 |
Η γνώμη σας ... Προσθήκη σχολίου












Ο σταθμός (1968)
Ιδιαίτερο ντοκουμέντο, για το πως γράφτηκε και δημιουργήθηκε αυτός ο δίσκος, αποτελεί κι η αφήγηση, στον Γ. Τσάμπρα, του Μάκη Μάτσα: «Η δημιουργία του ΣΤΑΘΜΟΥ είναι μια χρονοβόρος διαδικασία. Ο Μάνος γράφει δύσκολα γιατί κάθε τι που κάνει το “κεντάει”, όσο περισσότερο γίνεται. Γι’ αυτό στο studio αργεί. Του άρεσε κάθε τι να το ηχογραφεί σε τρεις και τέσσερις εκδοχές, να τ’ ακούει, να το επαναλαμβάνει, να συμβουλεύεται τους συνεργάτες του. Ο Μάνος, σε αντίθεση με άλλους συνθέτες, επιζητάει τη συνεργασία και του αρέσει πολύ να ανοίγεται. Ο δίσκος έγινε στην κυριολεξία πόντο – πόντο … στο ΣΤΑΘΜΟ σε όλες τις ηχογραφήσεις του είμαι δίπλα του μαζί με το Λευτέρη, από τη στιγμή που γράφει το πρώτο σκαρίφημα μουσικής, μέχρι τη στιγμή που ο δίσκος πάει για χάραξη … ακόμα και για τη φωτογραφία του εξωφύλλου του ΣΤΑΘΜΟΥ χρειάστηκε να κάνουμε 3 – 4 φωτογραφήσεις μ’ αυτό το τζάμι στο οποίο τρέχει το νερό, για να έχουμε το αποτέλεσμα που ήθελε. Ήταν τόσο λεπτολόγος! ».(8) 

«Θα πρέπει να επισημάνω πρώτα – πρώτα, πόσο πολύ έψαχνε τον ήχο του. Ίσως ήταν ο πιο … δαπανηρός συνθέτης της εποχής σε ότι αφορά την παραγωγή ενός δίσκου. Έπαιρνε πάντα πολλούς και καλούς μουσικούς και ήταν απολύτως αυτοσχέδιος ενορχηστρωτής στο studio. Σπάνια έγραφε. Είχε στο νου του τη “βάση” – τα δυο μπουζούκια, τις κιθάρες, τα drums, το μπάσο – έφτιαχνε έναν “οδηγό”, μια κατεύθυνση που λέμε κι από ‘κει και πέρα έβρισκε τις φράσεις μέσα στο studio. Κι όχι μόνο αυτό … Πολλές φορές σε στίχους μπορεί να είχε και δυο ή τρεις μελωδίες και περνούσαμε “βράδια αξημέρωτα” – που λένε – για να καταλήξει ποιο είναι το καλύτερο … μια από τις πρώτες αναμνήσεις μου στο studio μαζί του έχει να κάνει με την ηχογράφηση της “Γοργόνας”. Το τραγούδι μπήκε μετά και στις ΘΑΛΑΣΣΟΓΡΑΦΙΕΣ με καινούρια ενορχήστρωση που γράφτηκε στο studio της Columbia, αλλά πρωτοκυκλοφόρησε σε 45άρι με μιαν άλλη εκδοχή, την οποία είχαμε ηχογραφήσει στο studio Era , στη Σταδίου.
Έντεκα (11) τραγούδια περιλαμβάνουν οι «Θαλασσογραφίες», απ’ τα οποία, τέσσερα (4) ερμηνεύει ο Γιάννης Καλατζής, τρία(3) ο Γιώργος Νταλάρας, δύο (2) η Μαρίζα Κωχ κι από ένα (1) ο Γιάννης Πάριος κι ο ίδιος ο Μάνος Λοΐζος. Τα «Δέκα παλικάρια» ήταν το τραγούδι του δίσκου που έπεσε “θύμα” της χουντικής λογοκρισίας. Έτσι, ο “Θεοδωράκης” έγινε “Μιχαλάκης” κι η “λευτεριά” “λεβεντιά”! (25) Μέσα από τις μνήμες του Λευτέρη Παπαδόπουλου, πληροφορούμαστε ότι τα: «Τζαμάϊκα», «Σ’ αγαπώ –σ’ αγαπώ» και «Δέκα παλικάρια», δόθηκαν σαν μελωδίες από τον Λοΐζο στον Παπαδόπουλο για να γράψει τους στίχους, ενώ τα: «Έχω έναν καφενέ», «Μάνα δε φυτέψαμε», «Το Μήνυμα», «Ένα γέρικο καράβι» και «Κόκκινο γλυκό μου στόμα», δόθηκαν σαν στίχοι από τον Παπαδόπουλο για να τους μελοποιήσει ο Λοΐζος.(26) Στον Λευτέρη Παπαδόπουλο, φυσικά, “χρωστάμε” και την καταγραφή μερικών “ιστοριών τραγουδιών” του δίσκου:
Ας ολοκληρώσουμε αυτό το κοίταγμα μας στις «Θαλασσογραφίες», με το περιστατικό της φωτογράφησης, για τις ανάγκες του δίσκου, όπως μας το εξιστορούν, αλληλοσυμπληρώνοντας ο ένας τον άλλον, οι πρωταγωνιστές του: 
Το «Να ’χαμε τι να ’χαμε», περιλαμβάνει δέκα (10) κομμάτια, εννιά (9) τραγούδια κι ένα (1) ορχηστρικό, το περίφημο «Ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας» από την φημισμένη κινηματογραφική ταινία του Αλέξη Δαμιανού («Ευδοκία») και τον ομότιτλο δίσκο της προηγούμενης χρονιάς (1971). Τα υπόλοιπα τραγούδια τα ερμηνεύουν, όπως προαναφέραμε, ο Γιώργος Νταλάρας (5) κι ο Γιάννης Καλατζής (4), το τελευταίο, το «Να ’χαμε τι να ‘χαμε» ήταν αυτό το οποίο έδωσε και τον τίτλο στο δίσκο. Υπάρχουν, κι απ’ αυτόν το δίσκο, πολλές “ιστορίες τραγουδιών” του, κυρίως, μέσα από τις αναμνήσεις του Λευτέρη Παπαδόπουλου:
«Ο Κουταλιανός» : «


Οι πρωταγωνιστικές φωνές των τριών αυτών δίσκων του Λοίζου και του Παπαδόπουλου, αλλά, γενικότερα, των τραγουδιών του εκείνης της περιόδου, ήταν ο Γιάννης Καλατζής κι ο Γιώργος Νταλάρας. Ήταν, κι οι δυο τους, η σταθερή επιλογή των δύο δημιουργών. Μέσα από τις δικές τους, εξαιρετικές κι ανεπανάληπτες, ερμηνείες, αγαπήθηκαν αυτά τα, υπέροχα, τραγούδια από τον πολύ κόσμο κι έφτασαν ως τις μέρες μας, 40 σχεδόν χρόνια μετά.
